Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Εξαιρετικά ή κατ' εξαίρεσιν

πρόστυχε!

Έτσι είναι. Όταν αγοραίος ών/αγοραία ούσα στήνεσαι σε όλες τις στάσεις του καμασούτρα, έτσι και το διασκεδάζεις (ή θέλεις να δείξεις στον πελάτη ότι όντως το διασκεδάζεις), μέσα στην καύλα, θα πεις και κανα δυό βρωμόλογα.

Συνήθως, σχετικά με το μέγεθος, τη διάρκεια, το αποτέλεσμα. Το οποίο, ως γνωστόν, μετράει.

Τα βρωμόλογα είναι σωτήρια. Τα βρωμόλογα είναι σωτηρία. Δημιουργούν τη δέουσα (το μελιτζανάκι) οικειότητα μεταξύ όλων των συμμετεχόντων παρτεναίρ – έστω και αν πρόκειται για την πρώτη (ή/και την τελευταία) συνεύρεση. Σπάνε τον πάγο. Εξαφανίζουν την ντροπή. Ή, καλύτερα, τη διαμοιράζουν (όχι κατ’ανάγκην σε ίσα μερίδια) μεταξύ των συμμετεχόντων – όπως το εν ταυτώι λαμβάνον χώραν σέξ διαμοιράζει τα τυχόν αφροδίσια (αυτά πάλι σε ίσα μερίδια). Απ’ την άλλη πάλι, η ζωή έχει ρίσκο, δεν είναι υπερεθνική ένωση κυριάρχων κρατών…

Διότι τελικά, τι είναι το σεξ; Η ατμόσφαιρα είναι. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά. Ο…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 104 επιπλέον λέξεις

Ξέρω ότι έχω πιάσει πάτο όταν αρχίζω να παίζω λόττο

και κάθε Πέμπτη πρωί δεν κρατιέμαι να δω αν έχω κερδίσει

μου συνέβαινε και στην προηγούμενή μου δουλειά, αλλά με ξυστό

ένεκα λιγότερα τα φράγκα

η γιαγιά μου έλεγε: «απ’ τη δουλειά σου να περιμένεις τα προς το ζήν, από πουθενά αλλού»

την τύφλα της δεν ήξερε – δεν είχαν βγει ακόμη, βλέπεις τα διακοποδάνεια

πριν από εφτά χρόνια, ένας ούριος (προφανώς, από τα ούρα) άνεμος

μέβγαλε απ’ τη μια κρίση ζωής

για να με ρίξει, καταπώς φάνηκε, στην άλλη

πότε διάλο θα ξαναφυσήξει;

E. Munch, Το χιονισμένο χωράφι

Ακόμη και αν όλα τριγύρω μου καταρρέουν αργά και μεθοδικά,

Ακόμη και αν όλοι οι μεγαλοσχήμονες καραγκιόζηδες δεν τα βρίσκουνε,

Ακόμη και αν ένας υπερατλαντικός καραγκιόζης φέρεται να είπε πως μπορεί η γειτονιά μου να γίνει ξανά χαράκωμα και να ξανανοίξουν τα μπούνκερ στο μετρό και τα υπόγεια των εκκλησιών,

Ακόμη και αν στερηθώ το χαλαρωτικό τσάι απ’τις Βρυξέλλες, τη σοκολάτα απ’τη Βιέννη, το άρωμα από πορτοκάλια της Καλαβρίας, τις αντίκες απ’το Νανσύ, και τις τόσες άλλες χαριτωμένες παπαριές που με φόρτωσε η πρόσκαιρη – και σχετική – χλιδή,

Έχω ακόμη το μυαλό και την καρδιά μου στη θέση τους, έχω τα (καλά) βιβλία που’χω διαβάσει αποθηκευμένα στο σκληρό της μνήμης μου, εκεί που ο καθημερινός κυνισμός δεν τἀχει αγγίξει,

Έχω – προπαντός – ένα κορμί μυρωδάτο και ζεστό, που με περιμένει το βράδυ όταν γυρνάω κουρασμένος απ’τη δουλειά,

Και που με αφήνει κουρασμένο με ένα φιλί, το επόμενο πρωἰ.

Γεννηθήκαμε και οι δυό κοντά στους αγρούς,

Ξέρουμε να κόβουμε ξύλα, να σκαλίζουμε πατάτες και να βάζουμε καλάμια για φασόλια,

Καταλαβαίνουμε πότε δένουν κεφάλι τα κρεμμύδια και τα λάχανα.

Θα επιβιώσουμε.

Αντέστε μου στο διάλο τοκογλύφοι.

E. Munch, Η βελανιδιά

Ο πόνος στο στομάχι μου με σκότωνε – ακόμη και πριν οι μπράβοι της συνοδείας μας μας αρχίσουν στις γρήγορες, όταν οι πόρτες της δεξίωσης των μεγαλοπαραγόντων του φεστιβάλ έκλεισαν για το κοινό. Εκείνος πάλι, δεν πτοήθηκε – ίσως η γυμναστική προστατεύει το στομάχι απ’τα χτυπήματα με σιδηρογροθιά καλύτερα από το κητώδες λίπος. Ίσως πάλι η αναισθησία, από επάγγελμα, έγινε χόμπυ.

Ήταν όλοι τους εκεί. Ο νέγρος με το χαμόγελο του οραματιστή, που έπαιζε σε κουλτουριάρικα μεταμοντέρνα γουέστερν, ο βαψομαλιάς νταβαντζής με τα εμφυτευμένα πίπουλα (ταινίες σοφτ πορνό – ναπολιτάνικες καντζονέτες), ο μπασμένος που’χε γυρίσει μια σειρά σαν χωροφύλακας στο Σαιν Τροπέ παραδίπλα, η ανοργασμική άφυλη ηθοποιός δίχως ηλικία, που πρωταγωνιστούσε σε κοινωνικές ταινίες του Γούντι Άλλεν (μυστήριο μέγα – το στούντιο με το οποίο είχε υπογράψει, μέχρι πρότινος γύριζε μόνο πορνό). Ά, και εκείνος ο γεράκος, με τα μαγουλάκια τα κόκκινα από το αλκοόλ , που κανείς δε θυμόταν σε τι έπαιζε.

Είκοσι και βάλε, με τους παρατρεχάμενους.

Και προπάντων, ήταν εκεί αυτή. Ο μεγάλος ρόλος της: γκουβερνάντα της Κλάρας και της Χάιντι. Άτεγκτη, μέσα στο μωβ συνολάκι της μακαρίτισσας, καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Ξέχασα να αναφέρω πως τα τραπέζια είχαν τοποθετηθεί σε σχήμα πι, στη μέση του οποίου στεκόμασταν εμείς, μπροστά από δύο κοντοπόδαρα σκαμνάκια.

«Καθήστε»

Οι ευμεγέθεις μηροί μου συμπλήρωσαν τη διαφορά ύψους, και κατάφερα να καθίσω άνετα. Εκείνος πάλι, έδειχνε να υποφέρει, καθισμένος ανακούρκουδα. Εμ βέβαια. Κάνουμε σπορ, αλλά χωρίς stretching. Σε όλα του ερασιτέχνης.

«Κατηγορούμενε, απολογήσου. Γιατί χάλασες την πιάτσα; Μόνο οι κριτικοί αποφασίζουν για την αξία μιας ταινίας, το ξέρεις. Το κοινό έχει λόγο μετά τη βράβευση, και μόνο αν έχει πληρώσει εισιτήριο».

Ατάραχος, σηκώθηκε απ’ το σκαμνί. Τώρα τελευταία το παράκανε με τους μπάφους, και κυκλοφορούσαν φήμες ότι η μάνα και
ατζέντισσά του του ριχνε βαρβιτουρικά στα ντολμαδάκια. Ασυγχώρητα πολλά ναρκωτικά, ακόμη και για τον κόσμο του θεάματος.

Είχαμε προβάρει την απολογία δεκάδες φορές στο αεροπλάνο. Μακάρι να θυμόταν τες λέξεις και την προφορά. Σαν υπνωτισμένος, άρχισε την απαγγελία:

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία

δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,

και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,

ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός

 να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία

 είναι που κάμνουνε μια ιστορία

μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί  αυτοί.
(Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ δεν
τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,  για το
παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,

 κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,

με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

 Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·

 η κατοχή σας είν’ επισφαλής:

 η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.

 Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,

 κι από την άλληνα την συναφή,

 κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·

 είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;

 σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,

 βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·

 πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,

 κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,

 απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,

 να δούμε τι απομένει πια, μετά

 τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.

 Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.

 Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

 Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.

 Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

 Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Μα τι διάολο. Δεν ήξερα τι από τα δύο με εξέπληξε περισσότερο. Απ’τη μια, δεν ήταν το κείμενο που συμφωνήσαμε. Απ’την
άλλη, το απήγγειλε τέλεια, σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος. Αυτός, που πάντα του ήταν πιότερο εικόνα, παρά ήχος.

Ένα παγερό γέλιο απλώθηκε στην αίθουσα – λες και ήμουν σε ντοκυμανταίρ του National Geographic για τις ύαινες. Ο αλκοολικός γέρος μου πέταξε ένα εκλαίρ, που έπιασα στον αέρα και άρχισα να μασουλάω, όταν η γκουβερνάντα άνοιξε τα κουμπιά του μωβ ταγιέρ της και του έδειξε τα μαραμένα στήθη της. Θα φτυνα, αλλά η ευγένεια και ο φόβος με σταμάτησαν. Κι έπειτα, σε εποχές ισχνών αγελάδων δεν είναι να χαραμίζει κανείς φαί.

«Έλα, μη φοβάσαι, τελείωσε. Καταλαβαίνουμε»

Σαν υπνωτισμένος προχώρησε μπροστά, γονάτισε και άρχισε να βυζαίνει.

Μετά από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, έπεσε στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες.

Εκείνη τη στιγμή, μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου άνοιξε και ένας μειλίχιος γέρων με λευκά μαλιά και ρούχα βγήκε από μέσα. Σοφία καθόταν στο πρόσωπό του και δύναμη στο χέρι του. Κρατούσε ένα φιαλίδιο με ένα λασπώδες υγρό, απ΄το οποίο έβγαιναν, αραιά και που, μπουμπουλήθρες.

«Γιαν Κλώντ, είσαι σίγουρος;»

«Ναι, Αντζέλικα – δε μπορεί να του χει κανείς καμία εμπιστοσύνη πιά. Τώρα που βγήκα στη σύνταξη, θα πάρω τη θέση του, και όσο κρατήσει.»

Ο λατίνος νταβατζής σήκωσε το σακί με πατάτες απ’τις φαβορίτες και τα μουστάκια, φέρνοντας τη γελοία μοσχαροκεφαλή στο επίπεδο των ματιών του. Άφοβα, ο υπερκόσμιος γέρων έκοψε μια τούφα τρίχες απ’το ποντικομαμίστικο μουστάκι και τις έριξε μέσα στο φιαλίδιο, το οποίο στη συνέχεια εκένωσε μέχρι τελευταίας ρανίδος. Το σακί ξανάπεσε με δύναμη στο πάτωμα, με τον ιταλό να σκουπίζει όλο σιχασιά τα χέρια του πάνω στο Brioni κουστούμι του.

Ο σεβάσμιος γέρων έπεσε στα τέσσερα, ασθμαίνοντας. Το δέρμα του κόχλαζε σαν αναβράζον κερί, και, μπροστά στα μάτια μας τα χέρια του άλλαξαν, το ανάστημά του ορθώθηκε και τα μαλλιά του έπεσαν. Το ευγενές του πρόσωπο άλλαξε στη μοσχαροκεφαλή που χα μπροστά μου τα τελευταία δύο χρόνια –μόνο τα μάτια του διατηρούσαν το παλιό, ποιητικό τους βάθος.

«Έτοιμος να επιστρέψω».

Και εγώ; Με είχαν άραγε ξεχάσει;

«Και τί θα κάνουμε με το χοντρό;» Ρώτησε η ανοργασμική άφυλλη ματρώνα, που με είχε πάντα άχτι, άγνωστο γιατί.

«Είναι ακίνδυνος. Θα τον μυήσουμε όμως, για παν ενδεχόμενο.»

Άξαφνα, ο γέρος με τα κόκκινα μάγουλα και ο νταβατζής με έστησαν στα τέσσερα. Και ο εφιάλτης άρχισε. Ο ένας μετά τον άλλο, με πρώτο το μαύρο, με σοδόμισαν σκληρά. Ακόμη και οι γυναίκες, άγνωστο πως.

Τρείς ώρες μετά, με άφησαν, έτοιμο να λιποθυμήσω, στο γρασίδι του εσωτερικού κήπου του ανακτόρου. Η τελευταία εικόνα που αντίκρυσα, ένα νεκρό τζιτζίκι, απ’αυτά που τόσο ευδοκιμούν στην Προβηγκία, να σύρεται από μια αρμαθιά μυρμήγκια.

«Χειμωνιάζει.» Σκέφτηκα. Και μετά τίποτε.

Έκλεισα τα μάτια. Μυστηριωδώς πώς, το στομάχι μου δεν με πονούσε πια.

Μπροστά στην κάλπι

(μουσική υπόκρουση, για όποιον δε σιχαίνεται, κάτωθι)

Και τό λεγα ο ρουφιάνος, δεν το λεγα;

όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, … , ένα τυχαίο γεγονός (…, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από … σημαίνον πρόσωπο, …) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

 Τι ήθελα και μίλησα, ο γκαντέμης; Δεν καθόμαν καλά, να δώ χτες (Halloween γαρ) στο ένα κανάλι το Δράκουλα στην τηλεόραση, στο άλλο την κοράκλα του Δράκουλα (και οσονούπω μαιτρέσσα του διαόλου), να ζητάν από τους βουλευτές σου να σε ρίξουν; Και να χειροκροτώ σύμπαν το Μητσοτακαίικο, για πρώτη φορά στην άμωμη ζωή μου;

What the hell were you thinking, if at all?

Όποιος ζητά δημοψήφισμα ή ψήφο εμπιστοσύνης για να λάβει λαϊκή και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, δεν το κάνει κατόπιν εορτής. Η θεία Άγγελα που πριν από κάθε Σύνοδο Κορυφής πηγαίνει στη Μπούντεσταγκ, ντιπ ηλίθια είναι; Βέβαια, σιγά μη πήγαινε και αυτή – αλλά υπάρχουν δικαστές στην Καρλσρούη, όχι σαν τους δικούς σου έχουν εξαντλήσει το κάμα σούτρα σε στάσεις εργασίας (αντισυνταγματικές απεργίες δηλαδή – μη χέσω).

Μη με παρεξηγείς, πολυχρονεμένε μου δημοκράτη, πιστεύω στον Κυρίαρχο Λαό, περισσότερο απόσο ο παππούς, ο πατέρας σου και εσύ μαζί (με την έννοια ότι οποιοσδήποτε θετικός αριθμός είναι μεγαλύτερος από το άθροισμα τριών μηδενικών). Αλλά, πως να το κάνουμε, για να κάνεις ένα δημοψήφισμα:

    • πρέπει ο λαός σου να έχει την κατάλληλη παιδεία. Όταν δημοψήφισμα έχει να συμβεί από το 74, και όταν όλα τα δημοψηφίσματα των ΕΛλήνων αφορούσαν την (πρόσκαιρη) έξωση των Γλυξβούργων, πως διάολο, μέσα σε δύο μήνες, τον καλείς, για πρώτη φορά, να λαβει το μέλλον του στα χέρια του; Ελιτίζω; Μπορεί. Αλλά το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Αν ο κυρίαρχος λαός αποτελείται από ένα συνονθύλευμα πρώην βολεμένων αγανακτιζμένων που θεωρούν τη μούντζα επαναστατική πράξη, ένα δημοψήφισμα με τρομάζει. Το δε αποτέλεσμά του, ακόμα περισσότερο. Όποιο και νά ναι.
    • πρέπει να υπάρχει ένα πραγματικό και ουσιαστικό ερώτημα. Όπως πολύ σωστά το έθεσαν στο BBC, «είναι σαν να ρωτάς τις γαλοπούλες αν θέλουν να ψηθούν τα χριστούγεννα«.  Ποιό είναι το ερώτημα; Ευρώ ή χρεοκοπία; Συμφωνώ (μπρρ) με τον αντιπρόεδρο, είναι ανεπίτρεπτο να εμφανίζονται γκάλλοπ που προτείνουν απόρριψη του μνημονίου με την Ελλάδα στο ευρώ (και αυτό δείχνει την πχιότητα του εκλογικού σώματος), αλλά ένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να είναι εκβιαστικό. Κάτι τέτοιο θα περιέγραφε (ξανά) το Σύνταγμα. (που’σαι: ούτε οι εκλογές μπορούν να είναι εκβιαστικές – οπότε, αν έχεις τη δεδηλωμένη, σκάσε και κυβέρνα, όπως μπορείς).
    • πρέπει να ενεργείς καλή τη πίστει και όχι να (εμ)παίζεις εν ου παικτοίς. Καλώς η κακώς, σ’αυτή την περιπέτεια (προπέτεια; ) που λέγεται Ευρώπη, είμαστε όλοι μαζί. Πώς θα φαινόταν στην κυβέρνηση και στους Έλληνες αν, μετά την Σύνοδο Κορυφής, η Μέρκελ έκανε δημοψήφισμα για την έγκριση του ποσοστού της Γερμανίας στην έκτη δόση του δανείου της Ελλάδας; Τώρα, μια τέτοια ενέργεια, νομιμοποιήθηκε για το μέλλον. Η «προσφυγή-στη-λαική-κυριαρχία-όταν-μας-βολεύει» είναι ένα παιχνίδι που μπορούν να το παίξουν όλοι – και πολύ καλύτερα.

Η Μεγάλη Σούμα: Vae Victis. Nunc nobis est bibendum. (ουαι τοις ηττημένοις – θα τον πιούμε).

Χτυπάω αυτές τις λίγες γραμμές, μοναχικέ/μοναδικέ μου αναγνώστα, όχι για να πείσω εσένα, παρά για να πείσω εμένα. Ή, καλύτερα, για να βάλω σε τάξη, στο θολωμένο μου μυαλό, τη μεγάλη εικόνα, την αποτελούμενη αλλά διακριτή από τις μικροπαπαριές που έρχονται κάθε μέρα στο προσωπικό ή επαγγελματικό μου e-mail, στις εφημερίδες, στις συναντήσεις και ταξείδια εργασίας, στα τσιτάτα των «μεγάλων».

Έτσι, αυτό το ποστ δε θα ασχοληθεί με το αν θα μας κουρέψουνε και πόσο ή αν θα πάμε να κουρευόμαστε, ούτε με το αν θα μας πτωχεύσουνε ή θα φτωχύνουμε, ούτε καν με τα (πολλώ σοβαρότερα) θέματα τι θα πλέξει η Κατσέλη μετά τη διαγραφή της ή αν η Ντόρα θα πάει με τον ή στο διάολο.

Με τι θα ασχοληθεί; Δώσε τώρα βάση μοναδικέ/μοναχικέ μου αναγνώστα:

  • η ανάγκη του ψαλιδίσματος των εισοδημάτων των υπερπλουσίων εδώ και καιρό προβάλλεται από τις μάζες (όσες έχουν ξυπνήσει) και δειλά-δειλά από θεσμικά όργανα. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε και εκπροσώπους αυτής της εξωπραγματικής ελίτ να θέλουν να πληρώσουν περισσότερους φόρους (1), (2). Φυσικά, όχι ακόμα στην Ελλάδα – που ποτέ της δεν αξιώθηκε μια μεγαλοαστική ελίτ της προκοπής. Γιατί το κάνουν αυτό; Σαφώς και όχι επειδή μας αγαπήσαν έτσι ξαφνικά: γι’ αυτό υπάρχει η φιλανθρωπία βρε κουτά! Και όλοι οι Κροίσοι, είναι, κατά παραδοχή, φιλάνθρωποι – διότι ξέρουν ότι η φιλανθρωπία συντηρεί το σύστημα (ο πεινασμένος που θα χορτάσει την πείνα του στο συσσίτιο, δε θα επαναστατήσει). Άρα, ανταποκρινόμενοι στα αιτήματα για φορολογική δικαιοσύνη, απλά αναγνωρίζουν ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο στην παρούσα του μορφή – και ζητάν η επανάσταση του 99% να γίνει με την άδεια της αστυνομίας του 1%.

  • Ανεξαρτήτως (ή μήπως, λόγω;) της μη βιωσιμότητας της φορολογικής αδικίας, η έννοια του «κοινωνικού κράτους» όπως το ξέραμε δε μοιάζει βιώσιμη. Ούτε εκεί όπου αυτό δεν υπάρχει (Αμέρικα), ούτε εκεί όπου (ακόμα) υπάρχει. Δε θα κουράσω με αναλύσεις υπογεννητικότητας, baby boomers που βγαίνουν στη σύνταξη κτλ. Ακόμη και αν όλα αυτά λύνονταν δια μαγείας, η κρίση απέδειξε ότι σίγουρες επενδύσεις που θα οδηγήσουν σε σίγουρες συντάξεις δεν υπάρχουν. Οικτρό παράδειγμα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία της Ελλάδας των οποίων το χαρτοφυλάκιο αποτελείται κατά βάσιν από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Με το παράδοξο, (οτ)αν συμβεί καμιά στραβή, το κράτος να καλείται ως imperium (φορέας δημόσιας εξουσίας) να χρηματοδοτήσει ταμεία που βρέθηκαν ακάλυπτα επειδή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του ως fiscus (συμμετέχων στην αγορά ομολόγων). Πρακτικά αδύνατο.
  • Μαλακία του όποιος δε διαφοροποίησε το χαρτοφυλάκιο του, θα μου πείτε. Δεκτό, αλλά ακόμη και αν είχαν κάνει, εξαιτίας της υψηλής αλληλεξάρτησης των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ιδρυμάτων παγκοσμίως, το μέσο αποτέλεσμα δε θα ήταν πολύ καλύτερο. Η αλληλεξάρτηση ως κατάρα.
  • Και ήταν πάντα έτσι μπαμπά; Όχι, μέχρι πριν λίγο καιρό, η αλληλεξάρτηση, σε συνδυασμό με ατελείς και τμηματικές λύσεις, ήταν βασικά συστατικά της επιτυχημένης π.χ. ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κοινοτική μέθοδος (méthode communautaire) δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο από τη συστηματική επίτευξη ατελών μα εφικτών συμφωνιών, γνωρίζοντας, πως μετά από λίγο, θα οδηγήσουν σε κρίση, που θα κάνει εφικτές περαιτέρω, πιο δραστικές (αλλά ατελείς) συμφωνίες, διότι είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα. Όποιος εδώ βλέπει τον κομμουνιστικό αφορισμό ότι ο καπιταλισμός πορεύεται από κρίση σε κρίση … έχει δίκιο. Á nos moutons, σύμφωνα με το ενωσιακό δόγμα (που τελικά δε διαφέρει σε πολύ απ’ το ορθόδοξο κοκ), η ενοποίηση μας περιμένει στο τέλος αυτής της πορείας ως Άγιο Δισκοπότηρο. Όταν η κρίση ήρθε σαν όρνιο περνώντας τον Ατλαντικό, για λίγες μέρες, πίστεψα πραγματικά ότι οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών θα τη σκαπούλαραν και πάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Μετά, κατάλαβα το σφάλμα μου. Οι προηγούμενες κρίσεις ήταν εσωτερικές – χρειαζόταν ένα ακόμη ανακάτωμα της τράπουλας. Τώρα, παίζουμε με τις Άγορες – που κρατάνε φύλλα. Για να μη σε πω ότι η τράπουλα είναι και λειψή και σημαδεμένη.

  • Για μια στιγμή μάστορα! Ακόμη και τώρα όμως ισχύει το άλλο κομμάτι της κοινοτικής μεθόδου, έτσι δεν είναι; Ήτοι, ακόμη είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ. πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι σίγουρος. Για δύο λόγους.
    • Πρώτον, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κατάσταση είναι ρευστή και ευμετάβλητη. Διότι εξαρτάται από τις Αγορές. Σε αυτό το βλογ δε θα ακούσετε μαλακίες περί αοράτων κωλόχερων, αυτορρύθμισης κτλ. Μετά τη Bear Sterns, oύτε ρεπουμπλικάνοι βολευτές δεν τα χάφτουν πλέον αυτά. Ούτε θα ακούσετε την Μέγιστη Παπάρα, ότι δηλαδή οι Αγορές είναι λογικές (markets are rational). Αν πιάσω στα χέρια μου τον οικονομολαμόγιο που πέταξε αυτή την ανεπίτρεπτη γενίκευση … Όλοι οι συμμετέχοντες στις αγορές είναι λογικοί, ή μάλλον συμφεροντολογικοί, με την έννοια ότι κοιτάζουν το συμφέρον τους, ανεξάρτητα, ή και σε βάρος, των άλλων. Όμως το συμφέρον του κάθε συμμετέχοντα χωριστά, αθροιζόμενο, δεν φτιάχνει κανένα «κοινό συμφέρον» το οποίο, λογικά, οι αγορές πρέπει να υπερασπιστούν. Επίσης, οι αγορές δεν είναι ζώα να έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το να ζητάς από τις «Αγορές» να κάνουν κράτει διότι, τυχόν πιστωτικό γεγονός, χρεωκοπία κράτους κοκ θα καταστρέψει και τις ίδιες, είναι σαν να θέτεις αναρίθμητα “prisoner’s dilemmas” σε όλους τους συμμετέχοντες, καθιστώντας την καταστροφή ακόμη πιο πιθανή.
    • Δεύτερον, όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, ακόμη και αν όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά τρώνε όλα τους τα κορν-φλέηκς και δεν πειράζουν τα άλλα παιδάκια, ένα τυχαίο γεγονός (μια παραίτηση σημαίνοντος προσώπου, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από άλλο σημαίνον πρόσωπο, ένα παιδάκι που θέλει πίσω τη δεκαρίτσα του όπως στη Μαίρη Πόππινς) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

Η Μεγάλη Σούμα; Την ανάγκην κοινοτυπίαν ποιούμενος, ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Ραντεβού στα Γουναράδικα…

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.