Άλμα επί κοντώ
Άλμα επί κοντώ

Περιπλανώμενος στο διαδίκτυο, συνάντησα τη συμπυκνωμένη σιχαμάρα της μπλογκόσφαιρας σχετικά με το απολογητικό υπόμνημα του μπάτσου – δια χειρός Κούγια.

Δε θα σταθώ στο περιεχόμενο του υπομνήματος, ούτε στην υποκρισία του Κούγια να μιλά για αποκλίνουσες συμπεριφορές, το’ χουν κάνει άλλοι καλύτερα απο μένα.
Αφορμή παίρνω απλά για να υπαινιχθώ (υπενθυμίσω) δυό-τρεις βασικές αρχές  δεοντολογίας – είναι πολύ της μόδας τελευταία να καίγονται ξερά και χλωρά μαζί – είτε στο πεζοδρόμιο συμβαίνει αυτό είτε στο δικαστήριο.
Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Α. Κώδιξ περί Δικηγόρων (ΚΔ), άρθρο 45 παρ 1:

«Ο Δικηγόρος απολαύει πλήρους ελευθερίας και σεβασμού παρά των Δικαστηρίων και πάσης άλλης δικαστικής ή άλλης αρχής, αλλ’οφείλει ν’ ασκή το λειτούργημα αυτού ευόρκως, να διάγη και να φαίνεται διάγων αξιοπρεπώς να συμπεριφέρεται συμφώνως προς τας παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος και ν’ απονέμη τον προσήκοντα σεβασμόν προς τας Δικαστικάς Αρχάς, παρ’ων επίσης δικαιούνται ν’ απολαύη του αυτού σεβασμού.» (Σημ. no comment! absolutely no comment!)

Β. ΚΔ άρθρ. 46:
«1. Εν τη ασκήσει του λειτουργήματος αυτού ο Δικηγόρος οφείλει να εκτελή την ανατιθεμένην αυτώ εντολήν ευσυνειδήτως και επιμελώς, προσπαθών να λύη δια συμβιβασμού τας ανατιθεμένας αυτώ δεκτικάς συμβιβασμού διαφοράς και να συμβάλλη εις την επικράτησιν της αληθείας και του δικαίου. (Σημ. no comment!
2. Οφείλει ιδία να μη υπερασπίζη παρανόμους και προφανώς αδίκους υποθέσεις, ν’απέχη παντός μη ευθέος τρόπου υπερασπίσεως, να μη παραμελή την εκτέλεσιν της ανατιθεμένης αυτώ εντολής και να μη παρελκύη τας δίκας. «
Γ.  ΚΔ άρθρ. 47 παρ 1 και 4:
«1. Ο Δικηγόρος οφείλει εν γένει ν’ αναδέχηται πάσαν ανατιθεμένην αυτώ δεκτικήν υπερασπίσεως υπόθεσιν. 
4. Επί των δικών επί κακουργήματι ο Πρόεδρος των Συνέδρων διορίζει αυτεπαγγέλτως Δικηγόρον εις τον μη έχοντα τοιούτον κατηγορούμενον, ο δε διορισμός είναι υποχρεωτικός. «
Δ. ΚΔ άρθρ. 48
«Ο Δικηγόρος υποχρεούται να τηρή την προσήκουσαν ευπρέπειαν και μετριότητα εκφράσεων κατά τε τας προφορικάς και τας εγγράφους αυτού εκθέσεις, ιδιαίτερα δε εις τας μετά των συναδέλφων του κατ’aντιδικίαν συζητήσεις, οφείλει δε να επιδεικνύη έναντι αυτών αλληλεγγύην και αβρότητα. » (Σημ: no comment!)
Ε. Αντί πολλών άλλων – γιατί ξημερώνει – ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το άρθρο 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη επιβεβαιώνουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου (σιωπή, δίκαιη δίκη, υπεράσπιση) κτλ.
Τι προκύπτει – με δικά μου λόγια – από τα ανωτέρω:
1. Ήταν δικαίωμα αναφαίρετο του μπάτσου να διαλέξει τον Κούγια για δικηγόρο του – και υποχρέωση του Κούγια να δεχθεί (και εμείς φυσικά δικαιούμαστε να σκεφτούμε ότι:  όμοιος ομοίωι αεί πελάζει)
2. Ο μπάτσος, πριν την καταδίκη του από το φυσικό του δικαστή μετά από δίκαιη δίκη τεκμαίρεται αθώος για την πράξη, όπως του αποδίδεται.
Πριν πέσουν οι θερμόαιμοι να με φάνε, υπενθυμίζω ότι βασική αρχή στο κράτος δικαίου είναι «καλύτερα χίλιοι ένοχοι έξω απ’ τη φυλακή, παρά ένας αθώος μέσα»… και ότι η βασική διαφορά των δημοκρατών από τους φασίστες είναι ότι οι πρώτοι δεν δικαιούνται να μετέρχονται τις γκεμπελίστικες τακτικές των δεύτερων.
3. Η υπερασπιστική γραμμή του μπάτσου (αθωότητα; ομολογία ενοχής; έλλειψη καταλογισμού; ελαφρυντικές περιστάσεις;) είναι θέμα δικό του και του δικηγόρου του – εννοείται ότι, για ειδεχθή εγκλήματα όπως αυτό, η κοινωνία έχει και δικαιούται να έχει άποψη. Οι ένορκοι που θα κληθούν να τον δικάσουν συν τω χρόνω, απ’την κοινωνία αυτή προέρχονται και της δικές της αξίες εκφράζουν.
4. Άπαξ και αναλάβει μια υπόθεση, ο Κούγιας – όπως και κάθε δικηγόρος – έχει την δεοντολογική υποχρέωση να υπερασπίσει τον εντολέα του με όλες του τις δυνάμεις, τόσο προς τα έξω (ενώπιον του δικαστηρίου) όσο και προς τα  έσω (πείθοντας τον για την καλύτερη υπερασπιστική τακτική, δίνοντας του ξεκάθαρη εικόνα της διαδικασίας και των συνεπειών της – κακές υπηρεσίες προσφέρει στον πελάτη του ο δικηγόρος που, βλέποντας ότι η αθώωση είναι τεχνικά αδύνατη, δεν προσπαθεί να τον στρέψει στην τακτική της απαλλαγής από την ποινή – ή της καταδίκης με ελαφρυντικά.)
4. Ο κατηγορούμενος δικαιούται ακόμη και ψέματα να πει προκειμένου να υπερασπίσει τον εαυτό του, με τη διευκρίνιση ότι το ψεύδος του πρέπει να αφορά τη δική του μη ενοχή, όχι την ενοχή τρίτου ή του φερόμενου ως θύματος (ένοχος ένοχον ου ποιεί).
5.  Αντιθέτως, αυτό το προνόμιο δεν καλύπτει τον δικηγόρο του κατηγορουμένου. Ο δικηγόρος του καταφανώς ένοχου κατηγορούμενου βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί (ή μάντρα):  αφενός υποχρεούται να υπερασπίσει τον εντολέα του όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα, από την άλλη υποχρεούται να βοηθήσει το δικαστήριο στην «επικράτησιν της αληθείας και του δικαίου«. 
Όταν οι δύο αυτοί αφέντες δεν μπορούν να υπηρετηθούν μαζί, παρά τις προσπάθειες του δικηγόρου, πρέπει να τους εγκαταλείψει και τους δυό…
Τα’πα και ξαλάφρωσα. Όποιος έφτασε ως εδώ, κερδίζει χρυσούν ωρολόγιον.
ΥΓ: ο γράφων είναι μέλος δικηγορικών συλλόγων – (ε.α.), και οι αϋπνίες του δεν έχουν να κάνουν με ταραγμένη συνείδηση.
Advertisements