Cosimo Cavallaro, “My Sweet Lord”

Cosimo Cavallaro, “My Sweet Lord”

– «Αφού το ακούσαμε την προηγούμενη βδομάδα, πάλι;;»

– «Η προηγούμενη δε μετράει, η χορωδία ήταν ερασιτεχνική, και οι σολίστες άστα να πάνε. H Bachchor Mainz είναι εγγύηση πχιότητας.»

– «Άντε καλά – αυτά παθαίνει κανείς αν μπλέξει με Γερμανούς προτεστάντες μουσικόφιλους»

Στην πραγματικότητα, τραβάτε με κι ας κλαίω! Η αγάπη μου για το JS είναι τόσο μεγάλη που κάνω τα στραβά μάτια μπρος στο θρησκευτικό περιεχόμενο των έργων του (αν και πολύ θα ‘θελα τα πράγματα στην καριέρα του να’χαν εξελιχθεί αλλιώς, δηλαδή όπως σε αυτή του Χαίντελ , και να είχαμε σήμερα … όπερες με την υπογραφή JS… ανατριχίλα!)΄

Φτάσαμε στην Christuskirche αργά – θέσεις μονάχα στο Empore (όροφος, με περιορισμένη ορατότητα στη σκηνή). Πέντε ευρώπουλα – και όσο σκέφτομαι ότι για την ερασιτεχνική παραγωγή της προηγούμενης βδομάδας σε μια συνοικιακή εκκλησία στου διαόλου τη μάνα σκάσαμε είκοσι δύο … Δεν πειράζει, αυτό σημαίνει 12.50 ανά κοντσέρτο 🙂

Πέντε λεπτά για να παρατηρήσουμε τον θόλο και τις αψίδες – από ξύλο. Όταν οι σύμμαχοι βομβάρδισαν το Mainz, η εκκλησία πήρε φωτιά και τα – αρχικά πέτρινα – μέρη αυτά κατέρρευσαν. Μέσα στις φτώχιες της πρώτης ανοικοδόμησης, χρησιμοποιήθηκε ξύλο αντί για (βαρύτερη και δυσκολότερη από τεχνικής απόψεως) πέτρα. Η ακουστική μάλλον βελτιώθηκε…

Η πρώτη ευχάριση έκπληξη ήρθε με το Πρόγραμμα: τραγουδάει ο Christian Immler! Ένας καταπληκτικός alto κατά την παιδική του ηλικία, τώρα bariton. Στο βίντεο που ακολουθεί, δείγμα προηγούμενης δουλείας (και φωνής…) του – από το «Johannes-passion» του Bach, με μαέστρο τον N. Harnoncourt.

Η δεύτερη ευχάριστη έκπληξη ήρθε με την προσφώνηση του Προέδρου της τοπικής Bachverein: καλωσόρισμα των πιστών και των φιλότεχνων (αποδεχόμενος πως υπάρχουν άνθρωποι που ήρθαν στο κοντσέρτο όχι γιατί είναι Μεγάλη Παρασκευή αλλά γιατί τους αρέσει ο Μπαχ), λίγα λόγια για τον συνθέτη, λίγα λόγια για το έργο – πλήρης απουσία δογματισμού (σε κάποιο βαθμό, το ίδιο ίσχυε και για το επεξηγηματικό κείμενο στο πρόγραμμα). Φαντάζεστε το ίδιο πράγμα από τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ιεροψαλτών Θεσσαλονίκης πριν το «Ω γλυκύ μου έαρ;» Επιστημονική φαντασία…

Η τρίτη έκπληξη ήταν η μουσική η ίδια. Εξαίρετη ορχήστρα (με την εξαίρεση ενός φάλτσου του όμποε και μια συγχορδίας βιολιού από το πουθενά σε παύση – συμβαίνουν αυτά).  Τεράστια χορωδία. Και δυνατές ερμηνείες κυρίως από τους Ruth Ziesak (Aus Liebe will mein Heiland sterben), Christian Immler (Gerne will ich mich bequemen …, Mache dich, mein Herze, rein …). Α, και ένας νεαρός απο την χορωδία στις αποκρίσεις του Πιλάτου (Christian Wagner).

Όχι ο θρησκευτικός χαρακτήρας του έργου δε μου ξέφυγε! Ο Bach, μαστορικά, τοποθέτησε την «ιστορική» δράση στα Recitativi, ενώ οι άριες «ερμηνεύουν» τα προηγούμενά τους «γεγονότα» της Καινής Διαθήκης και «κατηχούν» το ακροατήριο, δείχνοντας τα συναισθήματα που πρέπει να δοκιμάζει ένας χριστιανός σε αυτά.

Εγώ όμως είχα έρθει για τη μουσική – τα λόγια τα σχετικά με ένα ξυλουργό ανύπαρκτο ή από καιρό νεκρό δε μου γέννησαν κανενός είδους κατάνυξη, κανενός είδους θρησκευτικό συναίσθημα.  Μήπως αυτό σημαίνει ότι έχασα κάτι; Δε νομίζω!

Από πότε η αισθητική απόλαυση πρέπει σώνει και καλά να προϋποθέτει ή να συμβαδίζει με τη θρησκευτική πίστη;

ΥΓ: ο τίτλος του ποστ, δανεισμένος από την όπερα του Στράους. O Σοκολατένιος Ιησούς της φωτό, «ευσεβείς» πόθοι ενός undantag σε δίαιτα…

Advertisements