Σάββατο πρωϊ – φορτωμένος ψώνια για το σαββατοκύριακο, κατεβαίνω τον εμπορικό δρόμο της γειτονιάς μου για να πάω σπίτι να μαρινάρω το κρέας. Ποιός τολμά ν’αντισταθεί στη ρουτίνα με τέτοια ζέστη;

Έλα όμως που η τύχη παίζει ζάρια και – φτού! – πάλι ντόρτια ήφερα:

Στου Τούρκου μπακάλη, όπου βρίσκω το φύλλο του Κανάκη όταν οι φίλοι πεθυμούν γαλακτομπούρεκο (όχι γιούφκα μάστορη – το άλλο, το ΕΛΛΗΝΙΚΟ, δεν το’χεις;;) και – όταν δεν κάνω δίαιτα – κουλούρια με σουσάμι που προσπαθούν να μοιάσουν στα Θεσσαλονικιώτικα σημίτια, βλέπω μπροστά μου αυτό:

Τσάγαλα...

Τσάγαλα...

Φρέσκα αμύγδαλα – και από κάτω, στη γλώσσα του, για να το καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος, τι πουλάει: çagla…

Έλα όμως που με πήραν και εμένα τα γλωσσικά του σκάγια (τι όμορφα που συνταιριάζουν οι γλώσσες στις επιθυμίες) …

ΤΣΑΓΑΛΑ

βελούδινα, πράσινα, ζουμερά, κάποτε πικρά, μα πάντοτε αρωματικά.

Αυτά που η γιαγιά μου’λεγε να μη κλέβω από τη μυγδαλιά της κυρα-Βούλας (και που εγώ συνέχιζα να κλέβω, μέχρι που πάτησα τα δεκατρία και κατάντησε γελοίο)…

η γιαγιά μου…

στη μικρή μου επαρχιακή πόλη – που είχε ακόμη μυγδαλιές που ανθίζαν το Φλεβάρη και όχι στα μέσα του Μάρτη, όπως στον αφιλόξενο Βορά.

Ναι ξέρω, δεν είμαι ο Προύστ και το τσάγαλο δεν είναι η μικρή Madeleine (παρεμπιπτόντως, το αμύγδαλο λείπει σκανδαλωδώς απ’ αυτή την παλιά γαλλική συνταγή, τόσο ξέρουν!), αλλά να, καμιά φορά αισθάνομαι σαν ένα τσάγαλο που έπεσε σε μέρος απρόσιτο όταν η συμμορία των πιτσιρικάδων τίναξε την αμυγδαλιά (κυριολεκτώ, έ!) και τώρα κείται, μικρό, πράσινο, βελούδινο και ζουμερό, μα και τόσο, τόσο άχρηστο.

Καλή βδομάδα να’χουμε.

Advertisements