Σε σπάνια φωτογράφιση...

Ο undantag σε σπάνια φωτογράφιση...

Πίνουμε και μετράμε προγούλια και ρυτίδες. Δικά μας, μα, με μεγαλύτερη ευχαρίστηση, των άλλων. Καλά είμαστε, δόξα σοι κύριε. Ίδιοι με τη φωτογραφία της αποφοίτησής μας, προ 9 ετών, με όνειρα και ελπίδες και μια κακόγουστη bordeaux τήβεννο. Νοικιασμένη. Άρα τίποτε δε μας έμεινε.

Ποιός πήρε περισσότερα κιλά, ποιός βγάζει περισσότερα λεφτά, ποιός έχει τον ομορφότερο/νεώτερο/ γκόμενο/α. Ποιανού ο κώλος έγινε ένα με το χώμα; Ποιόν θα φάει το μαύρο χώμα; Ποιός έκανε ψυχανάλυση; Ποιός έκανε botox; Ποιός την έκανε αλα γαλλικά; Ποιόν κάναν του αλατιού; Ποιος παντρεύτηκε και ποιός χώρισε; Ποιός πρόλαβε να τα κάνει και τα δύο; (μπράβο)  Ποιόν ψάχνουν; Ποιός ψάχνεται; Ποιός πηδιέται με ποιόν; Ποιός δεν πηδιέται καθόλου;

Ποιός πήγε κι άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα;

Η Πόλη, υπέροχη όπως πάντα – μαγική. Ακοίμητη. Η πράσινη απεραντωσύνη του πάρκου στα πόδια μας. Έστω και για τέσσερεις ώρες, νοιώθουμε ισχυροί. Αδιαμφισβήτητοι. Νέοι. Ωραίοι. Μετά, θα δούμε. Θα δανειστούμε. Θα δομήσουμε. Θα οικονομήσουμε. Θα ξεχωρίσουμε. Θα ζήσουμε;

Ως αιδώ λοιπόν. Το τελευταίο ποτό. Μη με ρωτήσεις αριθμό. Μη με ρωτήσεις ώρα. Άσε με.

Κι αν με ρωτήσεις δηλαδή…

Για να ξορκίσω το χρόνο που περνάει, και που δε μ’ αφήνει απαράλλαχτο, όπως παλιά παραπονιόμουνα. Όπως τώρα θα θελά.

Για να ξορκίσουμε τους φίλους που περνάν. Τι ζωή που περνάει. Την κηδεία μου που οσονούπω περνάει.

Nulla dies sine lineam. Nulla dies sine coitum. Sive, την πουτσίσαμε, σύντροφε.

Δεν είναι καν πανσέληνος.  Ούτε κάν Αύγουστος. Οψώμεθα.

[γράφτηκε υπό τους ατμούς του αλκοόλ πριν από μια βδομάδα – δημοσιεύτηκε, σχεδόν εν πλήρει ψυχική ηρεμία.]

Advertisements