… βρέθηκε στη Βιέννη και τη Λωζάνη προ ημερών. Μεσούσης της απεργίας της Λουφτχάνσα. Των ελεγκτών εναέριας στη Γαλλία. Και προ της εξαγγελίας των πανταχόθεν «μέτρων«. Bingo. Fin du siècle. Εξού και το άκρατο ανούσιο αδιάφορο lifestyle του ποστίου. Αλλά θα διορθώσω. Θα διορθωθώ.

Oskar Kokoschka, Bride of the Wind

Σνίτσελ στου Figmüller με το αφεντικό μου.  Θεϊκό. Prällatwein.  Χαίρομαι που με αυτόν τον άνθρωπο μπορώ να μιλήσω και για πράγματα εκτός δουλειάς. Και που συμφωνούμε χωρίς να σταματήσουμε να δια-λεγόμαστε. Στα πεταχτά η έκθεση του Warhol στην Albertine. Η τέχνη σαν πρόκληση. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι όταν πάψει να προκαλεί πια, φαντάζει λιγότερο τέχνη. Καφέ mélange στου Hawelka. Ο γέρο Hawelka απεσύρθη, η γυναίκα του μας άφηκε χρόνους, αλλά το μέρος έμεινε το ίδιο. Τα γκαρσόνια με τις ατσαλάκωτες ποδιές και μούρες, ο καφές, ο καπνός, οι καλλιτεχνικές αφίσες που κρεμιούνται σε στρώσεις, όπως τα αγγελτήρια κηδείας στους στύλους της ΔΕΗ στην επαρχιακή πόλη που μεγάλωσα.

Φτου, έχασα την έκθεση του Munch! Δείπνο εργασίας στο Sacher. Δεκάρικοι λόγ(ι)οι. Ένα υπέροχο Blauerfrankisch από άγνωστο αμπελώνα. Να θυμηθώ να κλέψω το μενού. Το αναμενόμενο – υπερτιμημένο – επιδόρπιο. Digéstif στο μπλέ μπαρ. Με καλή, στην αρχή, παρέα, με κάθε καρυδιάς αρχίδι έπειτα. Το ελληνικό θέμα επί τάπητος. Εξηγώ σε μια Φινλανδή την έννοια της «αρπαχτής». Τα μεγάλα γαλάζα μάτια της γίνονται ακόμα μεγαλύτερα. Courvoisier (X.O.) διότι οι καιροί δύσκολοι.Τα κατοχικά δάνεια και ο χρυσός του Παγκάλου… Αεισιχτιρ εκεί που μπλέξαμε. Λες και οι 18 τόνοι της τότε ΤτΕ, ακόμη και αν όντως τους πήραν οι Γερμανοί, θα μπορούσαν να είχαν σώσει τη χώρα…

Μετά τα μεσάνυχτα, στο δωμάτιο, οι κουρτίνες κλειστές, οι veilleuses αναμένες, οι παντόφλες πάνω σε καθαρή πετσέτα, η πιατέλα γεμάτη φρούτα και λίγο ακόμα υπερτιμημένο επιδόρπιο. Θα μπορούσα να ζήσω έτσι (αν δεν ήξερα ότι όλ΄αυτά δε γίνονται δια μαγείας).  Ανοίγω τις κουρτίνες. Πότε θα ξανακοιμηθώ με θέα τη Staatsoper; Ταραγμένος ύπνος. Έχω αγώνα αύριο. Γιοκ πρωινό. Δεν κατεβαίνει μπουκιά. Τελείωσε η συνάντηση. Νωρίς. Χωρίς απώλειες. Η ομορφιά της Votifkirche. Προλαβαίνω να πεταχτώ στο Dorotheum. Gallé, Daum, Schneider, Lötz ήταν όλοι τους εκεί. Στον πλειστηριασμό του Μαρτίου, ένα vase camée του Gallé με φρούτα του δάσους (θέμα μάλλον σπάνιο, ένα χρώμα) αναμένεται να πιάσει 1400 ευρώπουλα. Συγκρατήσου, οι καιροί είναι δύσκολοι. Αεροδρόμιο.

«κύριε, για Γενεύη έπρεπε να είχατε φύγει χτες, όχι σήμερα»

Γαμωσταυρίδια. Η γραμματέας μου τα θαλάσσωσε. Λίστα αναμονής. Γραμμή στο σαλόνι της Λουφτχάνσα, δουλειά (δεν είναι ακόμη ούτε 17.30) και λυτοί και δεμένοι για να βρω θέση. Ευρέθη. Δίπλα σε έναν εμετικό χοντρό που διαβάζει Νταν Μπράουν από γαλλική μετάφραση, βρωμάει, ξεχύνεται απ´το κάθισμα, και, σε βαριά γαλλικά με πορτογαλική προφορά, κατηγορεί την αεροσυνοδό γιατί:

– το αεροπλάνο δεν έχει business class,

– το αεροπλάνο είναι μικρό,

– κάθεται στην πρώτη σειρά, με το παλτό στα πόδια,

– συνεπώς δε μπορεί να χλαπακιάσει το ταπεινό σάντουιτς της οικονομικής θέσης, που ούτως η άλλως θα σνόμπαρε.

Φτού! Γιατί πήρα (ταπεινό) λευκό κρασί (της οικονομικής θέσης);  Έπρεπε να πάρω (ταπεινό) κόκκινο κρασί (της οικονομικής θέσης) να του το πετάξω δήθεν κατά λάθος ανάμεσα στα μαστάρια του που κινούνταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεξιά αριστερά όταν γύριζε τις σελίδες και πάνω κάτω όταν βαριανάσαινε σαν σκύλος Αγίου Βερνάρδου στην παραλία.  Πιες το καλύτερα. Θα σε βοηθήσει ν’αντέξεις την πτήση.

Γενεύη. Βρέχει με το τουλούμι. Ο θαλάσσιος ελέφας συνοδεύεται από μια σέξι αεροσυνοδό που του κρατάει το βιβλίο και την ομπρέλα σε ένα αυτοκίνητο της πρώτης θέσης. Έτσι εξηγείται. Όποιος έχει πλούτο και δύναμη δε χρειάζεται να πλένεται, να φροντίζει την εμφάνισή του και να είναι ευγενής. Alimentaire, mon cher Watson.

Το δικό μου αυτοκίνητο με περιμένει μετά τις αναχωρήσεις. Περπατάω μέχρι την πύλη, όπως στο χωριό μου, διασχίζω το μικρό και κακόγουστο αεροδρόμιο (κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία) και καταρρέω στο κάθισμα. Νερό. Ipod. Αλλαγή σκηνικού. Αλλαγή ντοσιέ. Αλλαγή νοοτροπίας. Διαπραγματεύσεις. Ξέχασε τα Νούμερα. Θυμίσου τα νούμερα. Θυμίσου τι θα πεις εσύ, τι ο συνάδελφος. Θυμίσου πότε να κοκκινήσεις, πότε να πηδήξεις στην καρέκλα σου, πότε να χαμογελάσεις σαρδόνια. Πότε να το παίξεις Blanche Dubois, πότε Blanche Épiphanie. Πότε να φας μια Dame Blanche (πεινάς ακόμα ρε κερατά;).

A. Giacometti, Three Men Walking II

Επιτέλους, η λίμνη. Λωζάννη. Οι υπόλοιποι στο μπαρ του ξενοδοχείου, πίνοντας (το δεύτερο) apéritif, περιμένοντάς με. Έχω αργήσει. Καταραμένη Λουφτχάνσα. Τρέχω στο δωμάτιό μου, πετάω τη βαλίτσα και ανοίγω τις κουρτίνες. Ναι! Λίμνη! Αλλάζω πουκάμισω. Αλλάζω παραστάσεις. Αλλάζω μυαλά. Βόλτα στο εστιατόριο KaiZen μέσα στη βροχή. Ο οικοδεσπότης μας, καλωσορίζεται με τ’ όνομά του. Trendy νεαρόκοσμος (τόσος trendy νεαρόκοσμος ματσό, μόνο στην Ελβετία και στην πλατεία Κωλωνακίου συχνάζει). Fusion cuisine. Θα το πιούμε και αυτό το πικρό ποτήρι. Κόντρα στο ρεύμα, διαλέγω caponata για πρώτο και sushi για δεύτερο, με μια απλή σαλάτα φρούτων. Μπουχτισμένος απ΄τη βαριά κουζίνα της Βιέννης. Και σκεπτόμενος πως το άκρον άωτον της πολυτέλειας είναι, εν τέλει, η άρνησή της. Vouvray. Εντάξει, όχι και απόλυτη άρνηση! Courvoisier (X.O. διότι οι καιροί δύσκολοι). Μετά την κατάστρωση του προγράμματος των συζητήσεων της επομένης, ψιλοκουβέντα – τι άλλο μπορεί να συζητήσει κανείς σε πολυσύχναστο εστιατόριο; Οι συνομιλητές μου PhDs στις θετικές επιστήμες (τι σκατά έχω κάνει με τη ζωή μου θα θελα να ξερα;) και κοσμογυρισμένοι – πολύ κοσμογυρισμένοι. Ένας απ’αυτούς, άρτι αφιχθείς εξ Ιαπωνίας. Θέμα για κουβέντα ωρών. Αυτός παθιασμένος με την κινεζική κουλτούρα, εγώ με την ιαπωνική. Η κουβέντα άρχισε από φιλοσοφία και τελείωσε στην τέχνη (ναι, με πέρασμα από École de Nancy και τα vases japonisantes του Gallé). Γύρω στις 12, σερνόμαστε στο ξενοδοχείο μας.

06.30 αφύπνιση. 10 χιλιόμετρα στα πεταχτά. Ο αχίλλειος τένοντας πονάει ακόμη μετά τα 35 χιλιόμετρα της τελευταίας Κυριακής – αλλά καλά θα κάνει να κάτσει καλά – ο ημιμαραθώνιος πλησιάζει. Πρωινό χωρίς υδατάνθρακες (o μύθος του lean and mean) 08.25 ατσαλάκωτος στη ρεσεψιόν. Περιμένω τους άλλους. Το αμάξι μας μεταφέρει στην εταιρεία. Επιθεώρηση παραγωγής. Τεχνικά θέματα. Στο ψητό. Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σαν καλλιτεχνικό πατινάζ στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς. Τριπλό άξελ. Ο συνάδελφός μου φεύγει σε τρεις μήνες. Θα μου λείψει, είμαστε καταπλητική ομάδα. Και μου μαθε πολλά. Να θυμηθώ να του το πω. Η άλλη πλευρά, επίσης καλά προετοιμασμένοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εκ πείρας γνωρίζω ότι κερδίζουν όλοι.

Γεύμα – σε εστιατόριο Guide Michelin. Ψάρι, μετά από ένα ένοχο ballotin de chèvre chaud. Δεν το ξερα ότι υπάρχει Mombazillac που να μην είναι γλυκό – και αποφασίζω να πάρω ένα ποτήρι vin de liqueur αντί για επιδόρπιο. Αεί διδασκόμενος.

Μετά το γεύμα, αποτελειώνουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες της συμφωνίας. Καταστρώνουμε τη λίστα των εκκρεμοτήτων. Παίρνω τη μερίδα του λέοντος, αλλά δε με νοιάζει. Είναι χαρά να δουλεύει κανείς με τέτοιους ανθρώπους. Τελειώνουμε σαράντα λεπτά νωρίτερα. Μπορεί να προλάβουμε την προηγούμενη πτήση. Γραμμή για το αεροδρόμιο της Γενεύης. Αποχαιρετώ το συνάδελφό μου που ταξιδεύει στην πατρίδα του για να δει την οικογένειά του. Και καταρρέω στην πολυθρόνα.

Και ξανακαταρρέω στο κάθισμα του αεροσκάφους. Και στο κάθισμα του ταξί. Και στο γραφείο – πότε θα την κόψω αυτή την κακιά συνήθεια; Και στο σπίτι μου. Επιτέλους. Σπίτι.

Το κρεβάτι, ακόμη ζεστό. Υδρατμοί στον καθρέφτη του μπάνιου. Πρέπει να ετοιμαστώ και εγώ, οι φίλοι μας περιμένουν. Πάρτυ γενεθλίων (να τα εκατοστίσει)! Σε ένα σουρεαλιστικό ταυλανδοπολωνέζικο κουτούκι όπου πλήρες δείπνο για 16 κοστίζει ίσως λιγότερο από δείπνο για δύο σε οποιοδήποτε από τα εστιατόρια των προηγουμένων ημερών. Αλλά είναι σαφώς πολύ πιο διασκεδαστικό. Η θαυμαστή ποικιλία του πολωνέζικου σκληρού αλκοόλ. Χορεύοντας μεθυσμένοι μέχρι το σπίτι – έχω ξεχάσει τον τένοντα, ελπίζω να με ξεχάσει και αυτός.

Λαχανιασμένοι στην πόρτα, τα κλειδιά στο πάτωμα. Η ανακάλυψη της βραδύτητας. Και η στιγμιαία βεβαιότητα πως δεν έχω πάρει τη ζωή μου (τόσο) λάθος.

Buonanotte, amore.

Advertisements