Με την ευκαιρία της πρόσφατης υποβάθμισης του χρέους της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και (φευ) της προεδρεύουσας την ΕΕ μέχρι τέλη Ιουνίου Ισπανίας.

 

Ο πολύς νομπελίστας Paul Krugman, με προχτεσινό άρθρο τους στους NY Times, αναφέρεται στην ακροαματική διαδικασία που άρχισε στην Αμερικανική Γερουσία σε σχέση με το σορτάρισμα της αγοράς ακινήτων απ’ την Goldman Sachs (η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ στοιχημάτιζε εναντίον των πελατών της!). Στα ηλεκτρονικά μηνύματα που διαβάστηκαν, οι υπάλληλοι της Goldman καυχούνταν για το κατόρθωμα τους (να έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα).

Αλλά, το πρόβλημα (και το θέμα) δεν ήταν αυτά τα μηνύματα. Ήταν, όπως σωστά επισημαίνει ο Krugman εκείνα που έστειλαν οι υπάλληλοι των οίκων αξιολογήσεων, δίνοντας ΑΑΑ σε τίτλους που λίγο καιρό μετά ονομάζονταν «τοξικοί».

Ποιοι είναι οι οίκοι αυτοί; Κατά βάσιν Fitch, S&P, Moody’s, DBRS. Η αγορά είναι (ειδικά τα τελευταία χρόνια) ολιγοπωλιακή.

Τι υποτίθεται ότι κάνουν; Έρευνα αγοράς: είναι πωλητές εκτιμήσεων για την ποιότητα των τίτλων που εκδίδει μια εταιρεία (ένα κράτος, ένας φορέας τοπικής αυτοδιοίκησης, κτλ). Με αυτόν τον τρόπο, επενδυτές (ειδικά «θεσμικοί επενδυτές», αλλά όχι μόνο) αποφασίζουν αν θα αγοράσουν ή θα σορτάρουν τους τίτλους αυτούς (δηλαδή αν θα επενδύσουν στην ευημερία του εκδότη ή στη χρεοκοπία του).

Τι πραγματικά κάνουν: εκμεταλλεύονται την ολιγοπωλιακή τους θέση και το ρόλο τους στην αγορά για να πλασάρουν στην αγορά σκουπίδια ή επιδεινώσουν τις πιθανότητες αδυναμίας δανεισμού (και άρα, τα κέρδη των αγοραστών naked credit default swaps) εκδοτών σε κακή οικονομική κατάσταση.

Μια θετική αξιολόγηση είναι συνήθως αρκετή για το πλασάρισμα στην αγορά ενός τίτλου. Η επενδυτική τράπεζα λοιπόν έχει τη δυνατότητα να «δώσει κάτι παραπάνω» στον οίκο αξιολόγησης που θα της κάνει τη δουλειά ή να «δώσει κάτι λιγότερο» στον οίκο αξιολόγησης που θα στριντζώσει. Εναλλακτικά, μπορεί να δηλώσει ότι θα τους προτιμήσει για μελλοντικές αρπαχτές εεεε εκδόσεις ήθελα να πω.

Γιατί είναι σημαντικοί για την Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία; 

Η πιστοληπτική διαβάθμιση (credit rating) ενός τίτλου ή ενός εκδότη χρησιμοποιείται ως κριτήριο για τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου πιστοληπτικής διαβάθμισης από το Ευρωσύστημα στα πλαίσια της άσκησης εργασιών νομισματικής πολιτικής [1, 2]  ή πράξεων συναλλάγματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ και των λοιπών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης.

Χονδρικά, αν ένας εκδότης ομολόγων έχει κακή πιστοληπτική διαβάθμιση, τα ομόλογά του δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν ενέχυρο για την άντληση ρευστότητας (ρευστού ντε!) απ’ το ευρωσύστημα. Αν έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί, επιδείνωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης κάτω από ένα όριο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης (ως εδώ, φέρτε πίσω τα λεφτά μας και πάρτε τα σκουπίδια σας!) ή το αίτημα αύξηση/υποκατάστασης του ενεχύρου (margin call/substitution of collateral: δώστε κάτι παραπάνω/δώστε κάτι καλύτερο αν θέλετε να κρατήσετε τα λεφτά).

Και φυσικά οι τράπεζες που έχουν στα χέρια τους τίτλους που γίνονται σκουπίδια (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές) αποκτούν αυξημένο πρόβλημα εξεύρεσης ρευστότητας – με αποτέλεσμα η δική τους πιστοληπτική διαβάθμιση να υποβαθμίζεται – και ούτω καθεξής.

 

CAVEAT: ο undantag δεν παραγνωρίζει ότι η κατάσταση των οικονομικών της Ελλάδας, θύμα του κρατισμού και της λαμογιάς χρόνων, δεν είναι η καλύτερη.

ΑΛΛΑ, ο αξιολογητής δεν πρέπει να είναι άμεμπτος;

Επίσης, το να εξαρτάται το μέλλον μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας από έναν ιδιωτικό οίκο αξιολόγησης, το καταλαβαίνω. Ένας λαός όμως (εν προκειμένω, πολλοί λαοί); Είναι δυνατόν;

Advertisements