Σήμερα το βράδυ στις 00.00, μαζί με τον Απρίλη, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος βγαίνει απ’ την καθημερινότητα του undantag.

 

Dr. BWD

 

Πριν πέντε περίπου χρόνια ένας νεαρός (ok, νεαρότερος απ΄ ό,τι σήμερα) μακρυμάλης μουσάτος δικηγόρος χτυπούσε για πρώτη φορά την πόρτα του γραφείου του «Μεγάλου» του τμήματος στο οποίο του’λαχε να προσφέρει νομική συμβουλή.

 

Η υποδοχή δεν ήταν τόσο θερμή. Μάλλον κακή ψυχρή και ανάποδη ήταν. Όπως μου σπιούνεψε αργότερα (μετά από μια μπουκάλα Riesling Spätlese) η γραμματέας του, της είχε πει (μισοαστεία – μισοσοβαρά) ότι έπρεπε, την επόμενη φορά που θα είχαμε συνάντηση να μου κόψει δήθεν κατά λάθος την κοτσίδα.

 

Ο φλεγματικός Άγγλος ήταν μάλλον συνηθισμένος σε ατσαλάκωτους chalk-striped slick-haired κωπηλάτες απόφοιτους της Οξφόρδης – και ο undantag διέθετε μόνο την πιο περιττή από τις παραπάνω ιδιότητες: την κωπηλασία, και αυτή εδώ και χρόνια ξεχασμένη.

 

Όπως φάνηκε όμως, διέθετε συμβατό χιούμορ, υπομονή και επιμονή. Και, χωρίς διάθεση αυτοευλογίας της μακριάς ξανθής γενειάδας του, την απαιτούμενη κατάρτιση, μια δόση κοινή λογική και τα κότσια να λέει πάντοτε αυτό που σκέφτεται (όπως ομολόγησες αργότερα σε τρίτους – υπέρτατη κολακεία –  «τα κότσια να μάχεται την ανθρώπινη ηλιθιότητα όπου και αν βρίσκεται»).

 

Dr. BWD – ή μάλλον B. όπως σε φώναζα τόσα χρόνια, δεν είναι να αρχίσουμε τις επισημότητες τώρα,

Μέσα στα πέντε αυτά χρόνια σκληρής δουλειάς, χειριστήκαμε μαζί τόσα και τόσα δύσκολα θέματα. Περάσαμε τον Ατλαντικό. Γυρίσαμε την Ευρώπη. Διαπραγματευθήκαμε με λιοντάρια και ύαινες. Γνωρίσαμε νίκες (μερικές Πύρρειες) και ήττες (deferred triumphs τις ονόμαζες).

 

Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, δύο φορές υποστήριξες την προαγωγή μου (και, όπως έμαθα αργότερα, μια φορά δεν επέτρεψες να φύγω αλλού). Μαζί σου, σα να ξανάβγαλα τη νομική. Ξανάμαθα να μιλάω, να ελέγχω τις αντιδράσεις μου, να παραμυθιάζω τους συνομιλητές μου όταν πρέπει, να είμαι σκληρός όταν χρειάζεται, να διακρίνω τις κόκκινες γραμμές, να μη κλωτσάω πτώματα (fair play, στη γλώσσα σου).

 

Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, λάτρεψα την ιοβόλο ειρωνεία σου (την οποία, μετά από λίγο καιρό, σου ανταπέδιδα στα ίσα), την κατάρτισή σου, το σεβασμό των ανθρώπων που δούλευαν για σένα. Σεβασμό που έφτανε μέχρι το σημείο να μην απαιτείς από τους συνεργάτες σου δουλειά που δεν έκανες εσύ ο ίδιος. Ήσουν σκληρός αλλά ποτέ άδικος. Αυτό ελάφρωνε τις συναντήσεις 06.00 το πρωί (Β. που διάλο είναι το πρωινό; Δεν έχει πρωινό; Τότε γιατί μας κουβάλησες εδώ απ’ τ’ άγρια χαράματα;), τα τηλεφωνήματα σε αεροπλάνα και βαπόρια, τη δουλειά του σαββατοκύριακου.

 

In other words, το μαγαζάκι δε θα είναι το ίδιο χωρίς εσένα. Μακάρι να μη βαρεθείς γρήγορα τους λόφους της Γηραιάς Αλβιώνας όπου θα καλιεργήσεις τη φάρμα του πατέρα σου. Είμαι βέβαιος ότι η αξιαγάπητη γυναίκα σου έχει ήδη μια λίστα με μερεμέτια για το σπίτι που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχες χρόνο να αδειάσεις, και ότι τα εγγόνια σου δε θα χορταίνουν έναν παππού που μπορεί να τους κάνει τάλαρα όλες σχεδόν τις θετικές επιστήμες. Εδώ τις έκανες τάλαρα σε έναν αστοιχείωτο δικηγόρο, όπως μέχρι την τελευταία μέρα έλεγες – ποτέ δεν κατάλαβα σε ποιόν πήγαινε η κολακεία, σε μένα ή σε σένα.

 

Εις το επανιδείν λοιπόν, αυτό το αναθεματισμένο το αιρκοντίσιον κάνει τα μάτια μου να τσουζουν.

Advertisements