(κλικ!)

Ο

 ξανθός μεσόκοπος κύριος με το σοβαρό ριγέ κουστούμι και την φανταιζί παράταιρη γραβάτα, μετά το ντους εγκατέλειψε το Καπρίτσιο των Θεών περί τις 12.00 εκείνο το σαββατιάτικο πρωί. Ο φρουρός, μόλις που σήκωσε το βλέμμα από την ταμπλόιντ εφημερίδα που μετά μανίας διάβαζε. Σε όσους προσπαθούσαν να μπουν σαββατιάτικα, εξαντλούσε το απόθεμα της αυστηρότητάς του. Όσοι βγαίναν, δεν τον πολυενδιέφεραν. Εξαιτίας μιας μυστήριας γραφειοκρατικής αντίληψης πως, ό,τι έχει ήδη γίνει απ’ την υπηρεσία, είναι καλά καμωμένο (οπότε τι τα σκαλίζεις) ή έχει τις ντουλάπες του γεμάτες σκελετούς (οπότε τι τα σκαλίζεις).

«Ούτως η άλλως, διαβρώνεται το σύστημα απ’ τα μέσα; Όχι.» σκέφτηκε πριν διασχίσει το δρόμο που’κοβε το ανάκτορο στα δυο. Γύρισε το βλέμμα του πρώτα προς στα αριστερά, προς τη βουή της Rue Beliard. Μετά προς τα δεξιά. Αχρείαστη προφύλαξη, τέτοια ώρα και μέρα απ’ εκεί δεν περνούσε κανένας.

Το ξερό νεαρό δέντρο στη μικρή πλατεία στη μέση του δρόμου. Τι τραγική ειρωνεία, το είχε φυτέψει η Επίτροπος επί του Περιβάλλοντος (πριν προχωρήσει στα μεγαλεία της Αντιπροεδρίας της Επιτροπής), μια επέτειο ημέρας του περιβάλλοντος. Δεν το σήκωσε το Βρυξελιώτικο κλίμα. Δεν είχε αγκάθια. Να θυμηθεί να τηλεφωνήσει στο φίλο του στο Cabinet (ΣτU: προφέρεται «καμπινέ»), να αλλάξουν το δέντρο. Ή να βγάλουν την πλακέτα, τουλάχιστο. Δεν είμεθα δια τέτοια συμβολικά ρεζιλίκια μέρες που’ ναι. Αλλά ξέχασε, θα τον δει αύριο το απόγευμα στο thé dansant. Αλλά ξέχασε, δε δουλεύει πια για τη θεία Μάργκοτ.

Διέσχισε το δρομάκι στρίβοντας ελαφρώς προς τα δεξιά. Το νεαρό δέντρο μπορεί να πέθανε, τα αγριόχορτα γύρω του όμως όχι. Θυμήθηκε τη γερμανική παροιμία «Unkraut stirbt nicht». Τράβηξε την ανηφόρα. Αριστερά του, ένα χάος από κρύσταλλο και ατσάλι με μιαν αρμαθιά κουρελιασμένες σημαίες που χόρευαν στον κρύο νοεμβριάτικο αέρα. Δεξιά του (καθρεφτιζόμενο όμως και αριστερά), ένας περίκλειστος κήπος με ψηλά δέντρα. Τυχαίο; Μάλλον τυχαίο.

Τα όμορφα σπίτια της Rue Vautier. Μπήκε σε ένα από τα πρώτα. Και εκεί, ο φύλακας, παρόλο μου έμπαινε, μόλις που σήκωσε το βλέμμα του από το περιοδικό με τα sudoku που έλυνε. Ίσως γιατί το μουσείο ήταν τζάμπα. Ίσως γιατί, μετά από τόσα Σάββατα και Κυριακές, τον είχε συνηθίσει, και του ήταν αόρατος. Ίσως γιατί γενικά δεν έδινε δεκάρα; Ποιος δίνει δεκάρα άλλωστε, μέρες που είναι;

Με γρήγορο βήμα, προσπέρασε την κεντρική αίθουσα του μουσείου με τους τεράστιους πίνακες (μια περιπέτεια της μιάμισης νύχτας του’ χε πει πως οι πίνακες αυτοί για το ζωγράφο ήταν ό,τι η ολοκαίνουργια Porsche για έναν νεάζοντα πρώην γιάπη: επιμήκυνση πέους). Ένας άλλος συνήθης θαμώνας, μπροστά απ’ τον πίνακα των Ελλήνων και των Τρώων που παλεύουν για το σώμα του Πατρόκλου, του ’ριξε μια φευγαλέα ερωτηματική ματιά. Τον αγνόησε, ούτε κατά διάνοια δε μπορούσε να εμπιστευθεί έναν άνθρωπο που περνούσε το πρωινό του Σαββάτου μπροστά σε ένα σύμπλεμα ματωμένων γυμνών μυών με τόσο αφύσικες συσπάσεις.

Υπνωτισμένος, έφτασε στο δωμάτιο με τους μικρού μεγέθους πίνακες. Ήταν εκεί, πιστή στο ραντεβού.

Του μπι κοντίνιουντ

Advertisements