Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

Advertisements