ήλθε για να διαβάσει


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Advertisements

Εδώ και εδώ τα αφιερώματα των περασμένων ετών.

 Walt Whitman (1819–1892) – Leaves of Grass (1900)

City of Orgies

 City of orgies, walks and joys!

City whom that I have lived and sung in your midst will one day make you illustrious,

Not the pageants of you—not your shifting tableaux, your spectacles, repay me;

Not the interminable rows of your houses—nor the ships at the wharves,

Nor the processions in the streets, nor the bright windows, with goods in them;

Nor to converse with learn’d persons, or bear my share in the soiree or feast;

Not those—but, as I pass, O Manhattan! your frequent and swift flash of eyes offering me love,

Offering response to my own—these repay me;

Lovers, continual lovers, only repay me.

Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

Με την ευκαιρία της πρόσφατης υποβάθμισης του χρέους της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και (φευ) της προεδρεύουσας την ΕΕ μέχρι τέλη Ιουνίου Ισπανίας.

 

Ο πολύς νομπελίστας Paul Krugman, με προχτεσινό άρθρο τους στους NY Times, αναφέρεται στην ακροαματική διαδικασία που άρχισε στην Αμερικανική Γερουσία σε σχέση με το σορτάρισμα της αγοράς ακινήτων απ’ την Goldman Sachs (η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ στοιχημάτιζε εναντίον των πελατών της!). Στα ηλεκτρονικά μηνύματα που διαβάστηκαν, οι υπάλληλοι της Goldman καυχούνταν για το κατόρθωμα τους (να έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα).

Αλλά, το πρόβλημα (και το θέμα) δεν ήταν αυτά τα μηνύματα. Ήταν, όπως σωστά επισημαίνει ο Krugman εκείνα που έστειλαν οι υπάλληλοι των οίκων αξιολογήσεων, δίνοντας ΑΑΑ σε τίτλους που λίγο καιρό μετά ονομάζονταν «τοξικοί».

Ποιοι είναι οι οίκοι αυτοί; Κατά βάσιν Fitch, S&P, Moody’s, DBRS. Η αγορά είναι (ειδικά τα τελευταία χρόνια) ολιγοπωλιακή.

Τι υποτίθεται ότι κάνουν; Έρευνα αγοράς: είναι πωλητές εκτιμήσεων για την ποιότητα των τίτλων που εκδίδει μια εταιρεία (ένα κράτος, ένας φορέας τοπικής αυτοδιοίκησης, κτλ). Με αυτόν τον τρόπο, επενδυτές (ειδικά «θεσμικοί επενδυτές», αλλά όχι μόνο) αποφασίζουν αν θα αγοράσουν ή θα σορτάρουν τους τίτλους αυτούς (δηλαδή αν θα επενδύσουν στην ευημερία του εκδότη ή στη χρεοκοπία του).

Τι πραγματικά κάνουν: εκμεταλλεύονται την ολιγοπωλιακή τους θέση και το ρόλο τους στην αγορά για να πλασάρουν στην αγορά σκουπίδια ή επιδεινώσουν τις πιθανότητες αδυναμίας δανεισμού (και άρα, τα κέρδη των αγοραστών naked credit default swaps) εκδοτών σε κακή οικονομική κατάσταση.

Μια θετική αξιολόγηση είναι συνήθως αρκετή για το πλασάρισμα στην αγορά ενός τίτλου. Η επενδυτική τράπεζα λοιπόν έχει τη δυνατότητα να «δώσει κάτι παραπάνω» στον οίκο αξιολόγησης που θα της κάνει τη δουλειά ή να «δώσει κάτι λιγότερο» στον οίκο αξιολόγησης που θα στριντζώσει. Εναλλακτικά, μπορεί να δηλώσει ότι θα τους προτιμήσει για μελλοντικές αρπαχτές εεεε εκδόσεις ήθελα να πω.

Γιατί είναι σημαντικοί για την Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία; 

Η πιστοληπτική διαβάθμιση (credit rating) ενός τίτλου ή ενός εκδότη χρησιμοποιείται ως κριτήριο για τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου πιστοληπτικής διαβάθμισης από το Ευρωσύστημα στα πλαίσια της άσκησης εργασιών νομισματικής πολιτικής [1, 2]  ή πράξεων συναλλάγματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ και των λοιπών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης.

Χονδρικά, αν ένας εκδότης ομολόγων έχει κακή πιστοληπτική διαβάθμιση, τα ομόλογά του δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν ενέχυρο για την άντληση ρευστότητας (ρευστού ντε!) απ’ το ευρωσύστημα. Αν έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί, επιδείνωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης κάτω από ένα όριο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης (ως εδώ, φέρτε πίσω τα λεφτά μας και πάρτε τα σκουπίδια σας!) ή το αίτημα αύξηση/υποκατάστασης του ενεχύρου (margin call/substitution of collateral: δώστε κάτι παραπάνω/δώστε κάτι καλύτερο αν θέλετε να κρατήσετε τα λεφτά).

Και φυσικά οι τράπεζες που έχουν στα χέρια τους τίτλους που γίνονται σκουπίδια (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές) αποκτούν αυξημένο πρόβλημα εξεύρεσης ρευστότητας – με αποτέλεσμα η δική τους πιστοληπτική διαβάθμιση να υποβαθμίζεται – και ούτω καθεξής.

 

CAVEAT: ο undantag δεν παραγνωρίζει ότι η κατάσταση των οικονομικών της Ελλάδας, θύμα του κρατισμού και της λαμογιάς χρόνων, δεν είναι η καλύτερη.

ΑΛΛΑ, ο αξιολογητής δεν πρέπει να είναι άμεμπτος;

Επίσης, το να εξαρτάται το μέλλον μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας από έναν ιδιωτικό οίκο αξιολόγησης, το καταλαβαίνω. Ένας λαός όμως (εν προκειμένω, πολλοί λαοί); Είναι δυνατόν;

(*αντί πασχαλιάτικου ποστ)

Ο undantag πρόσφατα παρακολούθησε, εξόδοις του εργοδότου του (σευχαριστώ, ω εταιρεία!) ένα σεμινάριο με θέμα το εταιρικό δίκαιο στης κρίσεως τον καιρό.

Τα καναπεδάκια στα διαλείμματα ήταν εξαίσια. Το σεμινάριο, αντιθέτως. 

Όπως κάθε σεμινάριο εταιρικού δικαίου που σέβεται τον εαυτό του, αφιέρωσε ένα πάνελ στην χρηστή εταιρική διακυβέρνηση, και την εταιρική κοινωνική υπευθυνότητα. Πιο λιανά, πως μια εταιρεία κυβερνάται καλύτερα προς χάριν των μετόχων της αλλά και του κοινωνικού συνόλου ολάκερου.

Όπου ανακυκλώθηκαν μεταξύ άλλων τα αμερικανόφερτα τετριμμένα που μας σερβίρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα τελευταία χρόνια: «δίκαιη ρύθμιση» της αμοιβής των υψηλών στελεχών της εταιρείας, δικαιώματα μειοψηφίας, όρια στο proxy voting (ψήφος δι’αντιπροσώπου) καο.

Επιστρέφοντας σπίτι, αντί καθαρτικού, έβγαλα απ’το ράφι ένα απ’τα αγαπημένα μου βιβλία εταιρικού δικαίου – που κανείς, στοιχηματίζω, καθηγητής εκτός απ’το συγγραφέα του δεν θα’χει τα κότσια να διδάξει σε δυτικό αμφιθέατρο:

Joel Bakan: The Corporation, the pathological pursuit of profit and power, Free Press, New York 2004, ISBN 0-7432-4746-9

Σε 165 πυκνογραμμένες σελίδες με παραδείγματα βγαλμένα απ’την ιστορία, ο Καναδός νομικός εξηγεί πως το δικαιϊκό μόρφωμα της «εταιρείας», μεταμορφώθηκε, από όργανο άσκησης αποικιοκρατικής πολιτικής σε ρυθμιστή της οικονομικής, πολιτικής, πολιτιστικής ζωής του ανθρώπου.

Όλοι γνωρίζουμε ότι εταιρείες ψεύδονται αυτοδιαφημιζόμενες, ξεζουμίζουν οφειλέτες, εκμεταλλεύονται την εργασία ανηλίκων παιδιών, καταστρέφουν τη φύση, βυθίζουν τον δεύτερο και τον τρίτο κόσμο στη φτώχια, ντουβαροποιούν τηλεθεατές με τα κατευθυνόμενα δελτία ειδήσεων και τα γλυκανάλατα ρεαλήτη shows που προβάλλουν, δωροδωκούν πολιτικούς με αντάλλαγμα προμήθειες του δημοσίου, ασκούν επιρροή στη νομοθετική εξουσία προκειμένου να πετύχουν διευκολύνσεις , φοροαπαλλαγές, κτλ. (ΥΓ: τα παραπάνω είναι φανταστικά παραδείγματα – οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά νομικά πρόσωπα, κτλ κτλ ολοσδιαόλου φανταστική)

Το παράδοξο είναι, σημειώνει ο συγγραφέας, ότι ΔΕΝ μπορούν να κάνουν αλλοιώς!

Διότι ο εταιρικός σκοπός είναι η επιδίωξη του οικονομικού συμφέροντος της εταιρείας. Αν μια εταιρεία περιορίσει στο ελάχιστο τό αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακά της, αλλά σχεδόν χρεωκοπήσει στην πορεία, οι μέτοχοί της θα πάρουν – και δικαιολογημένα – τα κεφάλια των διευθυνόντων συμβούλων: δεν τους διόρισαν για να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο. Τους διόρισαν για να αυγατίσουν την επένδυσή τους! Φυσικά, αυτό δεν αποκλείει λίγη σοφά υπολογισμένη «φιλανθρωπία» στα πλαίσια μιας πολιτικής corporate branding. Αλλά και αυτό, business as usual είναι!

Άρα, αφορίζει ο συγγραφέας: η εταρική υπευθυνότητα, όταν είναι αυθεντική, είναι παράνομη! (Corporate social responsibility is thus illegal – at least when it is genuine.)

Α, και μια τελευταία διευκρίνιση, για το φόβο των Ιουδαίων. Δεν είναι κατ’ ανάγκην αριστερό, κομμουνιστικό κτλ το να επικρίνει κανείς την άσκηση εταιρικής δραστηριότητας… όπως ορθά σημειώνει ο συγγραφέας, ο πολύς Adam Smith σημειώνει στον «Πλούτο των Εθνών»  ότι η διαχείριση των χρημάτων άλλων ανθρώπων (OPM, other people’s money: γιατί αυτό κάνουν ουσιαστικά οι εταιρείες) επιφέρει συγκρούσεις συμφερόντων («negligence and profusion«).

Caravaggio, la vierge et les mendiants

Διαβάζω στην έγκυρη (χαχαχαχα) Guardian ότι ο πολύς Φίλπας Πετσιάλνικος εκ Μαβρόβου (aka Φίλιππος Πετσάλνικος εκ Μαυροχωρίου aka Αντιπρόεδρος aka δώστε και σώστε aka ασιχτίρεκείπουμπλέξαμε, γνωστός και από τη συμμετοχή του στο νέο αντάρτικο κατά των γερμανών) εδήλωσε προσφάτως λίγο πολύ τα εξής βαρυσήμαντα:

η εύπορη ελληνική διασπορά θα μπορούσε να συνεισφέρει σε ένα «ταμείο υποστήριξης» το οποίο θα δημιουργηθεί για την εξάλειψη του χρέους 300 δις ευρώπουλων της Ελλάδος (και του μεγαλύτερου ελλείμματος της ΕΕ). Κατά τον ίδιο, «ένα τέτοιο ταμείο θα μπορούσε να λειτουργήσει δια μέσω εθελοντικών εισφορών και να έχει επικεφαλής μια υπερκομματική προσωπικότητα ευρείας αποδοχής».

  • οι άνθρωποι υψηλής οικονομικής επιφάνειας για τους οποίους μιλά (ειδικά όσοι επιδίδονται στο σπορ των δωρεών στον αγγλοσαξωνικό κόσμο), γνωρίζουν ότι there is no free lunch – και ενεργούν αναλόγως. Ο πλούσιος τυρέμπορας από το Οχάιο δε χρηματοδοτεί τους Δημοκρατικούς ή τους Ρεπουμπλικάνους (ή και τους δύο!) επειδή είναι ιδεολόγος. Το κάνει για να έχει λαμβάνειν. Επομένως, ο κύριος Πετσάλνικος και οι συν αυτώι: είτε είναι ανόητοι, και δεν καταλαβαίνουν το στοιχειώδες, είτε είναι κακόπιστοι, το καταλαβαίνουν, το αποδέχονται και το αποσιωπούν.
  • Ο λόγος που υπάρχει διασπορά είναι η αποτυχία του πολιτικού συστήματος της ΕΛλάδας, από της ιδρύσεως του ΕΛληνικού κράτους. Οι φτωχοδιάβολοι που έφυγαν (κακήν κακώς) από τη χώρα, αφήνοντας φίλους και οικογένεια, και πρόκοψαν, είτε με τη σκληρή εργασία τους είτε με το ελληνικό δαιμόνιο (ευφημισμός για τη χρήση ελληνικής κουτοπονηριάς στους κουτόφραγκους) δεν έφυγαν γιατί δεν τους άρεσε το κλίμα ή το φαγητό… έφυγαν γιατί δεν είχαν δουλειά, δεν είχαν να φάνε. Έφυγαν εξαιτίας της αποτυχίας του συστήματος το οποίο ο κ. Πετσάλνικος τους καλεί να διασώσουν.
  • Εν κατακλείδι, δεν καταλαβαίνω πώς (και γιατί) το ταμείο αυτό θα περιορίζεται στους «Έλληνες της διασποράς», τους οποίους ο κος Πετσάλνικος ή η καλή εφημερίς ανεβάζει απότομα σε 7εκ νοματαίους (φαντάζομαι, περιλαμβάνοντας το casting του My Big Fat Greek Wedding). Θα ζητά άραγε, ως άλλος Καρατζαführer, πιστοποιητικό ελληνικότητας πριν την κατάθεση σε αυτό χρημάτων; Οι ημίαιμοι ΈΛληνες θα δικαιούνται να καταθέτουν τα μισά λεφτά (ή θα υποχρεούνται να καταθέτουν τα διπλά); Ή μήπως, γι’ αυτό το ταμείο και μόνο (και όχι αν είσαι μετανάστης προς απέλαση) «Έλληνες οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες»;

Ας μη γελιόμαστε, ένα τέτοιο ταμείο, αν ιδρυθεί, κατανάγκην θα απευθύνεται σε όλους. Άγγλους, Γάλλους Πορτογάλους, και ούλους τους μουντρούχους Τούρκοι. Και θα είναι η πιο τρανταχτή ένδειξη πολιτικής χρεοκοπίας. Η γενικευμένη επαιτεία.

Conflict of interest disambiguation: ο undantag είναι expatriate. Όχι ιδιαίτερα εύπορος, αλλά του περισσεύουν κάτι ψιλά. Καίτοι υπερκομματικός και ευρείας αποδοχής, δε σκοπεύει να ηγηθεί του μελλοντικού ταμείου ή να συνεισφέρει σε αυτό.

Ευχαριστίες: το άρθρο δε θα μπορούσε να είχε γραφεί χωρίς το μπρίο και τη σπιρτάδα της Επιτρόπου, την οποία και ευχαριστώ θερμώς

Διαβάζω στο παλαι ποτέ έγκυρο ΒΗΜΑ ότι ο Νυν Καταλληλότερος Πρωθυπουργός μας ΓΑΠ, εδήλωσε σε πρόσφατη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου τα εξής βαρυσήμαντα:

«Υπήρξε και μια αρκετά μεγάλη προσπάθεια στην Ευρωπαϊκή Ενωσηνα κρύψουν τις ευθύνες τους πίσω από την Ελλάδα. Την ευθύνη της Ενωσης, της Επιτροπής, ακόμη και της Εurostat να είναι σε εγρήγορση, αλλά και να επισημάνουν στην προηγούμενη κυβέρνησητον ολισθηρό δρόμο που έπαιρνε. Κάτι που έβλεπε, κάτι που ήξερε, παρά τη σκόπιμη παραποίηση των δεδομένων – μια πραγματικά σκόπιμη παραποίηση από τη ΝΔ».

Ως λάτρης του σουρεαληστικού θεάτρου, νομίζω ότι στο υπουργικό αυτό συμβούλιο υπάρχουν πολλά αποθέματα. Αλλ΄ας σοβαρευτούμε. Επί της ουσίας, ένα αντ-επιχείρημα αρκεί.

Έστω ότι ο Πρωθυπουργός έχει δίκιο, και έστω ότι οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου όντως ολιγώρησαν.

ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ;

– «Nemo auditur suam propriam turpitudinem allegans» είναι ένα λατινικό ρητό που ο ΓΑΠ (και οι Υπουργοί του) θα’πρεπε να αντιγράψουν καμιά διακοσαριά φορές. Και πριν φωνάξει κανείς τον Βύρωνα (μπρρρρ) για μετάφραση, εξηγώ: «Κανείς δεν ακούγεται επικαλούμενος τη δική του παρανομία«. Καλώς ή κακώς, δεν τα προσέφερε (μόνο) η προηγούμενη κυβέρνηση τα πλαστά στοιχεία. Τα προσέφερε η Ελληνική Δημοκρατία (όπως εκάστοτε εκπροσωπείται). Η οποία τώρα δεν μπορεί να κόπτεται υπέρ της νομιμότητας που η ίδια παραβίασε και που άλλοι υποτιθέμενα απέτυχαν να της επιβάλουν. Φανταστείτε έναν κατηγορούμενο για κατάχρηση να επιτίθεται κατά της αστυνομίας στο δικαστήριο επειδή απέτυχε να τον συλλάβει νωρίτερα, δίνοντάς του την εντύπωση της ατιμωρησίας. Ούτε ο Ιονέσκο τέτοιο παράλογο.

– Φυσικά, οι πολιτικοί μας ταγοί δεν είναι οι μόνοι που κατέφυγαν σε τέτοιες μπαρούφες… κατά καιρούς, η ανοησία πολιορκεί τις πύλες του Δικαστηρίου. Το οποίο δέχεται την αρχή «nemo auditur» (άλλως doctrine of estoppel) και απαγορεύει στα Κράτη Μέλη επιχειρήματα του τύπου:

Η Επιτροπή παρανόμησε πρώτη (Cf. C-1/00, Commission v. UK para 106: a Member State cannot properly plead the unlawfulness of decisions addressed to it as a defence to infringement proceedings arising out of its failure to implement those decisions.)

«πριν η Επιτροπή κυνηγήσει εμάς, πρέπει να πιάσει όλα τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη που παρανομούν».

«τα στατιστικά μας στοιχεία ήταν για κλάματα» (Cf.  C-418&419/00 Commission v. France para 63 : a Member State cannot plead statistical inadequacies in its monitoring system to justify non-compliance with obligations arising from Community law)

ΥΓ: σήμερα ήθελα να γράψω για τα χρώματα στην τέχνη – αλλά αυτό το ποστ θα πρέπει να περιμένει…

Επόμενη σελίδα: »