Μ’αεροπλάνα και βαπόρια


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Advertisements

Oskar Kokoschka, Τίγρη, 1969

Πόσες και πόσες ορθές μεταρρυθμίσεις δεν απέτυχαν μόνο και μόνο επειδή τις πρότεινε ένα μισητό καθεστώς! Και, αντιστρόφως, πόσες και πόσες άφρονες πράξεις δεν καταχειροκροτήθηκαν, μόνο και μόνο επειδή έφεραν τη σφραγίδα της μαχητικής νομιμοποίησης. Έτσι δε έχουν τα πράγματα, σε όλους τους τόπους, σε όλους τους καιρούς: αν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται σε ψηφοφορία, oι ψηφοφόροι αποφασίζουν λιγότερο με βάση το περιεχόμενό του και περισσότερο με βάση την εμπιστοσύνη που έχουν (ή δεν έχουν) στο πρόσωπο που το εισηγείται. Μετανοούμε και επανεξετάζουμε τα πράγματα μόνο κατόπιν εορτής.

Αμίν Μααλούφ, η Απορύθμιση του Κόσμου, Grasset, 2009, σελ. 116

[Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο και οι υπογραμμίσεις, του μαγαζιού]

 

Πάει καιρός πια που δε σου’γραψα, μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη. Λίγο η ευτυχία στην προσωπική μου ζωή, λίγο η δυστυχία στην επαγγελματική μου τοιαύτη (chicsic), λίγο τα ογκώδη γραπτά της δουλείας που θαρρείς στάζουν αίμα και που ρουφάνε το δικό μου, δεν πρόκαμα, και δεν μπόρεσα. Συμπάθα με.

Λίγες μέρες νωρίτερα διάβασα αυτό. Και σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές στο αργοπορημένο τραίνο της επιστροφής στο χωριό μετά από ταξείδιον εργασίας ευσυνειδήτου υπαλληλίσκου, διάβασα το κείμενο της εισαγωγής.

Και πήρα την άξαφνη απόφαση να γράψω γιατί σήμερις το βράδυ, μεσάνυχτα ώρα Νοτίου Δανιμαρκίας, μέσα στο Ναό της Δημοκρατίας, περί τα διακόσια ενενήκοντα εννέα (εξόν απ’ όσα έφαγαν οι λύκοι ή οι αρρώστιες) πρόβατα εκλήθησαν να βελάσουν τη εμπιστοσύνη τους σε μία νέα (οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες) κυβέρνηση. Η εμπιστοσύνη αυτή κανονικά βελάζεται κάθε φορά που σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, κάθε φορά που το ζητά ο Πρωθυπουργός ή (αντιστρόφως) κάθε φορά που η αντιπολίτευση καταθέτει πρόταση μομφής. Επί του παρόντος, η βελασθείσα εμπιστοσύνη είναι μονέδα χρειαζούμενη προκειμένου αυτή η νέα κυβέρνηση να εφαρμόσει τα μέτρα που απορρέουν από ένα κιτάπι που όλοι – είτε το έχουν διαβάσει είτε όχι, ονομάζουν «μνημόνιο» (αυτό είναι το χαϊδευτικό του, αναγνώστα, το πλήρες βαπτιστικό του είναι: μνημόνιο (αλληλο-)κατανόησης, memorandum of understanding – η κατανόηση όμως πήγε περίπατο).

Μιλώντας για κατανόηση, έξω απ’ το Ναό της Δημοκρατίας, περί τις κάμποσες χιλιάδες πρόβατα τε και ερίφια (εκ δεξιών και εξ αριστερών του Πατρός και της Πατρίδως ακατασχέτως), αυτοκλήτως εβέλασαν ότι δε δίνουν την εμπιστοσύνη τους στη νέα κυβέρνηση.

Υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, δε χρειάζεται ψήφος εμπιστοσύνης για την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτά περιλαμβάνονται στο αρχικό μνημόνιο – που αποτελεί νόμο του Κράτους. Ξαναμανά υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, σ’ἐνα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι Ἐλληνες μπορούν να συνέρχονται «ησύχως και χωρίς όπλα» αλλά – πέραν της ψήφου των στις εκλογές – άλλη ψήφο εμπιστοσύνης δε δίνουν. Όσο μια κυβέρνηση έχει τη δεδηλωμένη, οφείλει να κυβερνά. Μέχρι τη λήξη της θητείας της. Κουκιά μετρημένα.

Αυτά για εισαγωγή. Μακροσκελή, το ξέρω. Ίσως γιατί φοβάμαι, αναγνώστα, να σε γράψω αυτά που θέλω να σε γράψω. Καλά αν είσαι της κάτω πλατείας: θα με αποκαλέσεις όργανο του διεθνούς καπιταλισμού, θα υποβάλεις ψήφισμα καταδίκης των απόψεών μου στη λαϊκή συνέλευση και το πράγμα θα τελειώσει εκεί. Αν όμως είσαι της πάνω πλατείας; Θα με τυφλώσεις με λέιζερ; Θα με πεις να πάω σπίτι μου (μακάρι να’ξερα που είναι το σπίτι μου…); Θα με προπηλακίσεις; Θα με κουρέψεις και θα με σύρεις στο λαϊκό δικαστήριο δοσιλόγων; Ακόμη χειρότερα, αν δεν είσαι καμίας πλατείας, αν σου’χουν μόλις ξανα-περικόψει το μισθό σου, τη σύνταξή σου, την εκπαίδευση των παιδιών σου, τα φάρμακά σου, και με κοιτάξεις απλώς λυπημένα, εγώ τι θα κάνω;

Άλλα όποιος και να ’σαι (όοοοπου και να’σαι…) μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη, αν άντεξες ως εδώ, θα τ’ ακούσεις και η μισή ντροπή δική μου, η μισή δική σου. Δώσε τώρα βάση.

Μπορεί ο Γιωργάκης να είναι, κατά το ρηθέν υπό της Μαλβίνας «μπουχέσας γιός ενδόξου πατέρα». Μπορεί να μην είναι ικανός να αρθρώσει μια κύρια πρόταση στα νέα ελληνικά με υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο/κατηγορούμενο (τους επιθετικούς-επιρρηματικούς προσδιορισμούς και τις δευτερεύουσες προτάσεις του τις χαρίζω) Μπορεί να τον θεωρείς αμερικανάκι, σουηδάκι, εβραιομασώνο, όργανο του διεθνούς σιωνισμού που μας ψεκάζει για να εγκαταστήσει τη νέα παγκόσμια διακυβέρνηση, πουλημένο, ηλίθιο. Δεν αποκλείω επίσης καθόλου να είναι ορισμένα απ’ τα ανωτέρω.

Μπορεί να θεωρείς το Βενιζέλο έναν αμετροεπή επηρμένο αριβίστα εξουσιομανή διανοούμενο. Μπορεί να θεωρείς το Σαμαρά έναν πατριδοκάπηλο πολιτικάντη της επαρχίας καταχραστή μυστικών κονδυλίων του υπουργείου εξωτερικών. Μπορεί να θεωρείς τον Πάγκαλο _______[αυτολογοκρισία]. Το cut a long story short, μπορεί να έχεις τη χείριστη γνώμη για τα εντός βουλής ερίφια. Και δεν αποκλείω καθόλου – μα καθόλου – να έχεις δίκαιο.

Επίσης, εγώ μπορεί να θεωρώ πως οι κάφροι της άνω πλατείας είναι γραφικοί τύποι που επειδή έπιασαν ένα λέηζερ στο χέρι αισθάνονται σαν τον Όμπι Ουάν Κενόμπι στον Πόλεμο τον Άστρων και σημαδεύουν ό,τι κινείται. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν αρκετά (διότι, θυμηθείτε, μαζί τα φάγαμε, το κατά δύναμιν ο καθένας) – στο ότι είναι απλά small time crooks που δεν πρόλαβαν να πιάσουν την καλή. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

Μπορεί πάλι να θεωρώ πως οι αιθεροβάμονες της κάτω πλατείας είναι γραφικοί τύπου που σήμερα ανακαλύπτουν την άμεση δημοκρατία, αύριο τον εξοστρακισμό – ίνα μη τι χείρον είπω. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν διότι – λόγω ιδεολογίας ή αφέλειας – δεν ήθελαν να προσπαθήσουν καν. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

 

Δεν είναι όμως τα ανωτέρω το ζητούμενο. Το ζητούμενο δεν είναι καν Μνημόνιο ή Αναθεωρημένο Μνημόνιο. Το ζητούμενο είναι: Μνημόνιο ή όχι Μνημόνιο;

Και αυτό το ερώτημα είναι θεμιτό να επιδέχεται διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τις ιδεολογικές θέσεις, την προσωπική κατάσταση και τις προσδοκίες του καθενός. Αλλά όχι με βάση την αγανάκτηση του καθενός – και όχι με κριτήριο του ποιός προτείνει τί. Μ’άλλα λόγια:

  • πιστεύεις στη χρεοκοπία της χώρας και την επιστροφή στη δραχμή, έχοντας επίγνωση των συνεπειών για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Ευρωζώνη (την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια!); Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δεν μπορείς διότι ετοιμάζεσαι να πάρεις τα χειμερινά ανάκτορα. Αν τα πάρεις, χαλάλι σου. Και στείλε με στη Σιβηρία. Μακάρι να μη σε πιάσει ο πασίγνωστος αφορισμός του γέρο Μαρξ και να τη βρεις την Ιθάκη της κομουνιστικής κοινωνίας.
  • πιστεύεις ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης, υποτασσόμενη (ναι, εκεί που φτάσαμε, αυτή είναι η λέξη αναγνώστα) στις προθέσεις των διεθνών δανειστών της; Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δε προφταίνεις γιατί κοιτάς που θα σφίξεις το ζωνάρι παραπάνω και πως θα διασφαλίσεις το μέλλον των παιδιών σου. Καλό κουράγιο.

 

  • πιστεύεις ότι το μνημόνιο είναι κακό επειδή στο πλασάρει ο Γιωργάκης; πιστεύεις ότι η διαπραγμάτευση του μνημονίου είναι καλό επειδή στην πλασάρει ο Σαμαράς; Πιστεύεις ότι το χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι απεχθές επειδή στο είπε το Debtocracy και ο Τσίπρας; πιστεύεις ότι η αγανάκτησή σου (μου του όλων) μπορεί να αλλάξει θετικά την κοινωνία στην οποία ζεις;

Πάρτο αλλιώς.

Εδώ και εδώ τα αφιερώματα των περασμένων ετών.

 Walt Whitman (1819–1892) – Leaves of Grass (1900)

City of Orgies

 City of orgies, walks and joys!

City whom that I have lived and sung in your midst will one day make you illustrious,

Not the pageants of you—not your shifting tableaux, your spectacles, repay me;

Not the interminable rows of your houses—nor the ships at the wharves,

Nor the processions in the streets, nor the bright windows, with goods in them;

Nor to converse with learn’d persons, or bear my share in the soiree or feast;

Not those—but, as I pass, O Manhattan! your frequent and swift flash of eyes offering me love,

Offering response to my own—these repay me;

Lovers, continual lovers, only repay me.

 Awubowan: καλοσωρίσατε!

Αχουρβέδα… η «τέχνη της ζωής», η πανάρχαιη (λες και ότι πανάρχαιο είναι και θέσφατο) ινδική συνταγή για υγεία, μακροζωία και συχνές κενώσεις, επιβίωσε στην αγνότερη μορφή της στη Σρι Λάκνκα, όχι στην Ινδία. Ή τουλάχιστον αυτό θα σας πουν οι Σριλανκέζοι. Τη δοκίμασα  – ομολογουμένως, για πολύ λίγο χρόνο – και τη βρήκα υπερτιμημένη. Αρχικά, μια θεοχοντρή γιατρός βρήκε εμένα χοντρό και μου συνέστησε να χάσω βάρος «ειδικά απ’τα πόδια» (sic). Το γεγονός ότι τρέχω μαραθώνιο την άφησε παγερά ασυγκίνητη. Μάλλον βρίσκουν όλους τους Ευρωπαίους τουρίστες χοντρούς, αν και για να πούμε και του στραβού το δίκιο, οι περισσότεροι συμπατριώτες της Μέρκελ που τους επισκέπτονται όντως θεόχοντροι είναι. Τέλος πάντων, η γιατρός με ρώτησε τι προβλήματα έχω (τίποτε!) συνταγογράφησε à volonté μια χούφτα χειροποίητα χαπάκια, δυό ώρες ημερησίως μασάζ, βρωμερά λάδια που στάζουν στο μέτωπο και δεν επιτρέπεται να πλυθούν για τέσσερεις μέρες και αχουρβεδική σάουνα με … μπαχαρικά. Με 30 βαθμούς υπό σκιάν. Δεν ξέρω αν ήταν τα χάπια, το μασάζ, τα λάδια ή η φτωχή σε πρωτείνες δίαιτα, αλλά:

  • Ηρέμησα τελείως και κατά τη διάρκεια της κούρας ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο (οι 12 ώρες ύπνο τη μέρα και οι διακοπές μάλλον επίσης βοήθησαν) και
  • Στο τελευταίο ζύγισμα φάνηκε να πήρα 8 κιλά, κάνοντας την επιστημόνισσα να τραβάει τα μαλιά της! (φυσικά, τα κιλά έφυγαν αμέσως κόβοντας τους υδατάνθρακες και τρέχοντας μια 30αριά χιλιόμετρα στο βορειοευρωπαϊκό κρύο).

Βρείτε κάτι καλύτερο να κάνετε αν ποτέ πάτε.

Bούδας με ποίμνιο

 

Βούδες διάφοροι

Κούδες

 Βούδας: παντού. Με φωτοστέφανα με φωτορυθμικά και νέον. Σε ναούς. Σε βιτρίνες. Σε όλες τις στάσεις. Με όλες τις χειρονομίες (κάθε μία απ’τις οποίες έχει ένα ξεχωριστό νόημα, όπως: «φύγε απ’εδώ», «άστα διάλα», «καλημέρα κουμπάρε», «πίστωση σε κανέναν» «της θειάς σου» κτλ.). Με ένα τσούρμο καλόγερους τριγύρω. Σέβομαι όλες τις θρησκείες το ίδιο (ήτοι καθόλου) αλλά ο ξεπεσμός σε θρησκεία της φιλοσοφίας ενός σοφού ανθρώπου που αρνήθηκε την ύπαρξη του θεού και του διαβόλου 25 εκατοντάδες χρόνια πριν, μου μαχαιρώνει την καρδιά. Όλες οι παθολογίες του χριστιανισμού υπάρχουν στον βουδισμό – όπως επιβίωσε στη Σρι Λάνκα (κρατώ μια αμφιβολία για το ζεν βουδισμό, τον οποίο δεν έχω ακόμα παρατηρήσει από κοντά). Λειτουργίες (4 το πρωϊ, στο μοναστήρι δίπλα απ’το ξενοδοχείο μας, με τον τοπικό Άνθιμο να έχει αναρτήσει μεγάφωνα στους κοκκοφοίνικες). Εορτολόγιο. Κατήχηση. Αφιερώματα. Εκμετάλευση της αφέλειας του αμόρφωτου όχλου. Λείψανα (βλ. λ. δόντι). Αεισιχτίρι.

Γιόγκα: χέρι χέρι με την αχουρβέδα (βλ. λ.) και το διαλογισμό. Κάθε αχουρβεδικό θέρετρο που σέβεται τον εαυτό του (μόνο…) προσφέρει μαθήματα γιόγκα (συχνά νοικιάζοντας ένα ναό απ΄τους αδηφάγους μοναχούς του), όπου η θεόχοντρη μπακάλισσα απ΄το Μόναχο προσπαθεί να βρει τους αστράγαλούς της (μετά από χρόνια αποξένωσης) και να τους τιθασσεύσει στην ασάνα του λωτού. Μέσα σε δύο-τρείς βδομάδες. Εννοείται ότι μετά τη γιόγκα, ο μοναχός – δάσκαλος δε ντρέπεται να πουλήσει και … διαλογισμό στο ποίμνιο των τουριστών.  Σε μένα συνέβη σε ένα παραδείσιο νησί στο δέλτα του ποταμού Μπεντότα, όπου μοιράστηκαν σε ένα τσούρμο χοντρούς γερμανούς τουρίστες μαξιλάρια διαλογισμού (που δεν έφταναν ούτε για το ένα κωλομέρι των περισσοτέρων), και, χωρίς να τους εξηγηθεί η χρήση τους, τους αναγγέλθηκε ότι «τώρα θα κάνουμε διαλογισμό αγάπης και ευγένειας» (“love & kindness meditation”). Μια σχετικά απλή άσκηση, μισής ώρας και αν, την οποία κατέστρεψε η αδιάκοπη κίνηση των διαλογιζόμενων βοοειδών και οι συνεχείς διαμαρτυρίες τους για τα τσιμπήματα των εντόμων (βλ. λ.), την άμμο που τους έμπαινε στα κωλομέρια και τα χαλίκια που τους πλήγωναν τις φτέρνες. Αν πρέπει να διαλογιστείτε, κάντε το μόνοι σας.

Παιδιά ενός ανώτερου θεού...

Δόντι: το ένα και μοναδικό σωζόμενο δόντι (τραπεζίτης, μάλλον, ένεκα της στενής σχέσης του με το πορτοκαλοφόρο ιερατείο) του Αγίου Βούδα εβρίσκεται στην πόλη Κάντι, στο Ναό του Δοντιού (sic). Ή έτσι λέν τουλάχιστο. Διότι σκεπάζεται μόνιμα από εφτά βαρύτιμα χρυσοποίκιλτα καλύμματα, σε ένα χρυσελεφάντινο δωμάτιο του οποίου η πόρτα ανοίγει τρεις φορές τη μέρα (με εφιαλτική μουσική από τύμπανα και στριγγές ντόπιες τρομπέτες). Όσοι πιστοί προσέλθετε. Σύμφωνα με το μύθο, το πρώτο βασιλικό ζεύγος της Σρι Λάνκα το έφερε εκεί από την Ινδία (η κυράτσα το έκρυψε στην περμανάντ της) για να το γλιτώσουν από την καταστροφική μανία ενός Ινδού βασιλιά. Σημειωτέον: όταν ο βασιλιάς προσπάθησε να καταστρέψει το δόντι, αυτό «πέταξε στους αιθέρες και έλαμψε σαν άστρο». Συνεπώς, τζάμπα ο κόπος των Σριλανκέζων βασιλέων, το δόντι θα την έβγαζε καθαρή και από μόνο του.

Το θησαυροφυλάκιο του ιερού δοντιού - βοήθειά μας...

Έντομα: Ήτοι, κουνουπια, μύγες, αλογόμυγες, ελεφαντόμυγες, λιβελλούλες. Αδιακρίτως  είδους και ώρας, τσιμπάνε τα γαμημένα. Οι αχουρβεδιστές συστήνουν (τι άλλο!) ένα μίγμα σιτρονέλλας και αλλόης, το οποίο… δε δουλεύει. Τα χαϊμαλιά (βλ. λ) επίσης δε βοηθούν. Πάρτε το απόφαση, αν θέλετε να πάτε θα δώσετε αίμα.

Ζώα: Πολλά, και θαυμαστά. Διακρίνω έναν πλουμιστό τσαλαπετεινό (αφιερωμένο στους δύο του διαδικτύου), έναν ευγενέστατο ελέφαντα που έκανε την τουαλέτα του στα πέντε μέτρα από το τζιπ μας, και έναν τεράστιο πελαργό, που θα έκανε τους αλσατικούς ξαδέρφους του να κοκκινήσουν απ’τη ζήλεια τους.

Μετά τη σύσκεψη στο Μαξίμου, το συμβούλιο πήγε για μπάνιο

 

Στα πέντε μέτρα...

 

Η μητέρα όλων των πελαργών

 

 

Τσάντα με πόδια

 

Ήλιος και θάλασσα: 30 βαθμοί υπό σκιάν, με περιοδικές βροχούλες τα απογεύματα. Ευχάριστο διάλειμα απ’τον βορειοευρωπαϊκό χειμώνα. Ο ινδικός ωκεανός, ζεστός, αλλά δεν προσφέρεται για κολύμπι. Τα κύματα σπάνε σε ακανόνιστα διαστήματα (ακανόνιστα για τη μικρή μου διάνοια, φυσικά), και τα ρεύματα τραβάνε τους κολυμβητές στα βαθιά.

Υπάρχει η θάλασσα, και ποιός θα την αδειάσει;

Θρησκείες: τρεις κατά βάση. Βουδισμός, ινδουισμός, ισλαμισμός. Οι βουδιστές (πλειοψηφία, ακόμα) θεωρούν εαυτούς γηγενείς, και τους υπόλοιπους επήλυδες. Οι μωαμεθανοί (τους οποίους έφεραν οι Βρεττανοί απ’τις Ινδίες και ξέχασαν να τους πάρουν πίσω όταν ξεκουμπίστηκαν) είναι κυρίως αγρότες στο κέντρο και στο βορά της χώρας, και πολλαπλασιάζονται σαν κουνέλια. Οι ινδουιστές δεν πειράζουν κανένα. Υπάρχουν και κάποιες καθολικές ιεραποστολές, οι οποίες προσαρμόστηκαν στο τοπικό couleur local, βάζοντας τους αγίους τους σε βιτρίνες και φορώντας τους πορτοκαλόχρωμα ρούχα. Μέτρησα τουλάχιστον μια εικοσαριά Άννες και Μαρίες και, άγνωστο γιατί, πολλούς Αγίους Σεβαστιανούς.

Ίντερνετ: αραιά και που. Περιοχές ολόκληρες δεν έχουν δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, για wifi θα μιλάμε τώρα; Άψογη έλλειψη!

Κεϋλάνη: μην τους το πείτε, τους θυμίζει την αποικιοκρατία… Φρονίμως ποιούντες όμως, το κράτησαν αποκλειστικά σαν ονομασία προέλευσης για το τσάϊ (βλ. λ.).

Λίθοι 1. Πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι. Όπου πέρασε ο πόλεμος (βλ. λ.) και το τσουνάμι. Η ανοικοδόμηση αργή – η ΕΕ έχει δύο τρία προγράμματα (σε νταμπέλες), το ίδιο και οι σκανδιναβικές χώρες. 2. Πολύτιμοι: το νησί παράγει πολλά και φημισμένα πετράδια. Το «άστρο της ινδίας» του αγγλικού στέματος είναι, στην πραγματικότητα «άστρο της Κευλάνης», αλλά οι αποικιοκράτες αρκούντουσαν να αρπάζουν και δεν είχαν χρόνο να μαθαίνουν την προέλευση του πλιάτσικου. Μετά πολλών δισταγμών απέκτησα ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα με λίγα καράτια royal blue topaz. Επιτέλους, θα μπορώ και εγώ να υπογραμίζω με τις κινήσεις των χεριών μου τα ανύπαρκτα επιχειρήματά μου, όπως εκείνος ο μπουχέσας ο partner που’χα γνωρίσει στη Νέα Υόρκη, που’βγαζε ένα εξωφρενικό ποσό την ώρα – κατά πολύ εξαιτίας των μανικετόκουμπών του.

Μπαχτσίσι ήτοι Πουρμπουάρ. Παντού. Πάντα. Προαιρετικό; Εις μάτην προσπάθησα να τους επιστήσω την προσοχή στον φαύλο πληθωρηστικό κύκλο που επιφέρουν τέτοιες πρακτικές.

Νερό: πολύ. Ελάχιστο απ’ αυτό πόσιμο.

Ξεναγοί: δε χρειάζεστε παντού έναν, αλλά είναι σκέτη μασονία. Απαγορεύεται δια νόμου ακόμη και η απλή περιγραφή εικόνων σε ναούς, αξιοθέατα κτλ από μη ξεναγούς. Και όλοι θέλουν μπαχτσίσι (βλ.λ.)

Οδηγός: χρειάζεστε παντού έναν. Ακόμη και αν έχετε οδηγήσει στην Νάπολι, την Κατάνια, το Ριο (με ή χωρίς Αντιρρίο) ή την Πάτρα. Οδηγούν σαν τρελλοί. Δρόμοι με δύο λωρίδες σχεδόν παντού. Χωρίς διπλές γραμμές. Πουθενά. Προσπέρασμα (από τα δεξιά, από τ’αριστερά, από πάνω, κάτω πλαγίως) επιτρέπεται παντού. Ακόμη και αν δεν υπάρχει ορατότητα. Αρκεί να κορνάρεις πριν προσπεράσεις, Ά, και μόλις δεις αυτοκίνητο στην άλλη γραμμή, να γυρίσεις στη λωρίδα σου. Τόσο απλά. Αν δε υποφέρετε απ’ την καρδιά σας, τα πράγματα μπορεί να γίνουν και απλούστερα.

Πόλεμος: Οι θρησκευτικές διαφορές ήταν αυτές που αιματοκύλησαν το νησί για πάνω από είκοσι χρόνια, με τους μωαμεθανούς να θέλουν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος στο βορά. Σήμερα η κατάσταση έχει ηρεμήσει κατά πολύ (μετά από επιδιαιτησία της Νορβηγίας), με ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες να αποθαρρύνουν ταξίδια στα βόρεια της χώρας. Παρόλ’αυτά, ο στρατός είναι παντού.

Ρούπια: 1€ = 145 περίπου ρούπιες (θυμίζω, αν μας διαβάζουν παιδιά, ότι 1€ = 340.7500 δρχ.). 1€ είναι ένα μέτριο ως καλό φιλοδώρημα για έναν ανειδίκευτο εργάτη, του οποίου η οικογένεια μπορεί να εξασφαλίσει ένα γεύμα. Οι ξένοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα γεύμα με 1€ για δυό ετερόκλητους λόγους. Διάρροια (με το συμπάθειο) και διαφορετικά τιμολόγια γι’ αυτούς. Το βρήκα σωστό.

Σοσιαλησμός: με υπερηφάνεια αναφέρω ότι και η Σρι-Λάνκα, ως η αιωνία Ελλάς, είναι χώρα σοσιαληστική. Τόσο σοσιαληστική, που το πορτραίτο του σοσιαληστού μυστακοφόρου ηγέτου είναι αναρτημένο παντού: σε σταθμούς, ξενοδοχεία, αεροδρόμια,  εστιατόρια, χέστρες κοκ. Με τοπική ενδυμασία. Με στρατιωτικά. Με φωτοστέφανο…. Η Σρι Λάνκα έχει – και αυτή – επωφεληθεί της τεχνογνωσίας του ΔΝΤ – με καλύτερα αποτελέσματα απ΄την Ελλάδα: οι Σριλανκέζικοι μισθοί κυμαίνονται ήδη σε ανεκτά γι’αυτό επίπεδα. Ίσως πρέπει η Ελλάδα να γίνει λίγο πιο σοσιαληστική. Πάντως, η σοσιαληστική κυβέρνησις διαθέτει και δικό της Πάγκαλο (σε κιλά, όχι σε μπριο). Η Σρι Λάνκα θα έχει καλλικρατικές εκλογές σε ένα μήνα. Ο θρίαμβος των σοσιαληστών ποθούμενος και βέβαιος.

Για ακόμη καλύτερες ημέρες

[Σοβαρή παρένθεσις: η παρούσα κυβέρνηση κατάφερε να σταματήσει τον πόλεμο. Έχει επίσης κάποια προβληματάκια με την ελευθερία του τύπου – που και πού εξαφανίζεται και κανάς δημοσιογράφος. Ευτυχώς, τέτοια προβλήματα δεν τα έχει η εν Ελλάδι σοσιαλιστική κυβέρνησις, που τα παπαγαλάκια της τα έχει μη στάξει και μη βρέξει]

Τσάϊ: εκλεκτό. Πάμφθηνο. Όριο εισαγωγής στην ΕΕ: τρία κιλά ανά άτομο. BOPC

Ύπνος: ελαφρύς. Αχουρβεδικός. Δωδεκάωρος. Με μια παύση στις τέσσερεις το πρωϊ όπου οι καλόγεροι άρχιζαν τις ψαλμωδίες και εγώ περνούσα γενεές δεκατέσσερεις το Βούδα (βλ.λ.) τους, τους ίδιους, και όλους τους θηλυκούς συγγενείς τους μέχρι τρίτου βαθμού.

Φαί: κάρυ. Ρύζι. Όχι κόκκινο κρέας. Όχι καφέ. Όχι λευκή ζάχαρη. Όχι τσάι. Συνοδευόμενο από ζεστό νερό. Αποτοξινώνει…. αλλά θυμάμαι ακόμη το πρώτο χάμπουργκερ και την πρώτη μαργκαρίτα που απόλαυσα όταν επέστρεψα στη βάση μου!

Χαϊμαλιά: αναρίθμητα. Κάθε ναός και φυλαχτό. Ένα με έδωσε η αχουρβεδική γιατρός μου στο τέλος της θεραπείας, μουρμουρίζοντας «γιάμα γιάμα γιάμα γιάμα» μπροστά σε έναν δυσκοίλιο Βούδα. Με προφύλαξε από τα φίδια, τη χολέρα και τη μουχρίτσα. Όχι από το κρυολόγημα και τα κουνούπια. Δεν επαρκούσε η πίστη μου φαίνεται…

Κουνουποφαγωμένη χαϊμαλοφορούσα εύθυμη χειρ undantag

Ψυχαγωγία: η Σρι Λάνκα δεν είναι Ibiza. Οι τουρίστες κοιμούνται νωρίς. Ελάχιστα κλαμπ στο Κολόμπο. Οι ντόπιοι δε βλέπουν το αλκοόλ με ιδιαίτερα καλό μάτι.

Ω! Ξέχασα να σας πω τι επισκέφθηκα!

Σήμερα το βράδυ στις 00.00, μαζί με τον Απρίλη, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος βγαίνει απ’ την καθημερινότητα του undantag.

 

Dr. BWD

 

Πριν πέντε περίπου χρόνια ένας νεαρός (ok, νεαρότερος απ΄ ό,τι σήμερα) μακρυμάλης μουσάτος δικηγόρος χτυπούσε για πρώτη φορά την πόρτα του γραφείου του «Μεγάλου» του τμήματος στο οποίο του’λαχε να προσφέρει νομική συμβουλή.

 

Η υποδοχή δεν ήταν τόσο θερμή. Μάλλον κακή ψυχρή και ανάποδη ήταν. Όπως μου σπιούνεψε αργότερα (μετά από μια μπουκάλα Riesling Spätlese) η γραμματέας του, της είχε πει (μισοαστεία – μισοσοβαρά) ότι έπρεπε, την επόμενη φορά που θα είχαμε συνάντηση να μου κόψει δήθεν κατά λάθος την κοτσίδα.

 

Ο φλεγματικός Άγγλος ήταν μάλλον συνηθισμένος σε ατσαλάκωτους chalk-striped slick-haired κωπηλάτες απόφοιτους της Οξφόρδης – και ο undantag διέθετε μόνο την πιο περιττή από τις παραπάνω ιδιότητες: την κωπηλασία, και αυτή εδώ και χρόνια ξεχασμένη.

 

Όπως φάνηκε όμως, διέθετε συμβατό χιούμορ, υπομονή και επιμονή. Και, χωρίς διάθεση αυτοευλογίας της μακριάς ξανθής γενειάδας του, την απαιτούμενη κατάρτιση, μια δόση κοινή λογική και τα κότσια να λέει πάντοτε αυτό που σκέφτεται (όπως ομολόγησες αργότερα σε τρίτους – υπέρτατη κολακεία –  «τα κότσια να μάχεται την ανθρώπινη ηλιθιότητα όπου και αν βρίσκεται»).

 

Dr. BWD – ή μάλλον B. όπως σε φώναζα τόσα χρόνια, δεν είναι να αρχίσουμε τις επισημότητες τώρα,

Μέσα στα πέντε αυτά χρόνια σκληρής δουλειάς, χειριστήκαμε μαζί τόσα και τόσα δύσκολα θέματα. Περάσαμε τον Ατλαντικό. Γυρίσαμε την Ευρώπη. Διαπραγματευθήκαμε με λιοντάρια και ύαινες. Γνωρίσαμε νίκες (μερικές Πύρρειες) και ήττες (deferred triumphs τις ονόμαζες).

 

Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, δύο φορές υποστήριξες την προαγωγή μου (και, όπως έμαθα αργότερα, μια φορά δεν επέτρεψες να φύγω αλλού). Μαζί σου, σα να ξανάβγαλα τη νομική. Ξανάμαθα να μιλάω, να ελέγχω τις αντιδράσεις μου, να παραμυθιάζω τους συνομιλητές μου όταν πρέπει, να είμαι σκληρός όταν χρειάζεται, να διακρίνω τις κόκκινες γραμμές, να μη κλωτσάω πτώματα (fair play, στη γλώσσα σου).

 

Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, λάτρεψα την ιοβόλο ειρωνεία σου (την οποία, μετά από λίγο καιρό, σου ανταπέδιδα στα ίσα), την κατάρτισή σου, το σεβασμό των ανθρώπων που δούλευαν για σένα. Σεβασμό που έφτανε μέχρι το σημείο να μην απαιτείς από τους συνεργάτες σου δουλειά που δεν έκανες εσύ ο ίδιος. Ήσουν σκληρός αλλά ποτέ άδικος. Αυτό ελάφρωνε τις συναντήσεις 06.00 το πρωί (Β. που διάλο είναι το πρωινό; Δεν έχει πρωινό; Τότε γιατί μας κουβάλησες εδώ απ’ τ’ άγρια χαράματα;), τα τηλεφωνήματα σε αεροπλάνα και βαπόρια, τη δουλειά του σαββατοκύριακου.

 

In other words, το μαγαζάκι δε θα είναι το ίδιο χωρίς εσένα. Μακάρι να μη βαρεθείς γρήγορα τους λόφους της Γηραιάς Αλβιώνας όπου θα καλιεργήσεις τη φάρμα του πατέρα σου. Είμαι βέβαιος ότι η αξιαγάπητη γυναίκα σου έχει ήδη μια λίστα με μερεμέτια για το σπίτι που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχες χρόνο να αδειάσεις, και ότι τα εγγόνια σου δε θα χορταίνουν έναν παππού που μπορεί να τους κάνει τάλαρα όλες σχεδόν τις θετικές επιστήμες. Εδώ τις έκανες τάλαρα σε έναν αστοιχείωτο δικηγόρο, όπως μέχρι την τελευταία μέρα έλεγες – ποτέ δεν κατάλαβα σε ποιόν πήγαινε η κολακεία, σε μένα ή σε σένα.

 

Εις το επανιδείν λοιπόν, αυτό το αναθεματισμένο το αιρκοντίσιον κάνει τα μάτια μου να τσουζουν.

… βρέθηκε στη Βιέννη και τη Λωζάνη προ ημερών. Μεσούσης της απεργίας της Λουφτχάνσα. Των ελεγκτών εναέριας στη Γαλλία. Και προ της εξαγγελίας των πανταχόθεν «μέτρων«. Bingo. Fin du siècle. Εξού και το άκρατο ανούσιο αδιάφορο lifestyle του ποστίου. Αλλά θα διορθώσω. Θα διορθωθώ.

Oskar Kokoschka, Bride of the Wind

Σνίτσελ στου Figmüller με το αφεντικό μου.  Θεϊκό. Prällatwein.  Χαίρομαι που με αυτόν τον άνθρωπο μπορώ να μιλήσω και για πράγματα εκτός δουλειάς. Και που συμφωνούμε χωρίς να σταματήσουμε να δια-λεγόμαστε. Στα πεταχτά η έκθεση του Warhol στην Albertine. Η τέχνη σαν πρόκληση. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι όταν πάψει να προκαλεί πια, φαντάζει λιγότερο τέχνη. Καφέ mélange στου Hawelka. Ο γέρο Hawelka απεσύρθη, η γυναίκα του μας άφηκε χρόνους, αλλά το μέρος έμεινε το ίδιο. Τα γκαρσόνια με τις ατσαλάκωτες ποδιές και μούρες, ο καφές, ο καπνός, οι καλλιτεχνικές αφίσες που κρεμιούνται σε στρώσεις, όπως τα αγγελτήρια κηδείας στους στύλους της ΔΕΗ στην επαρχιακή πόλη που μεγάλωσα.

Φτου, έχασα την έκθεση του Munch! Δείπνο εργασίας στο Sacher. Δεκάρικοι λόγ(ι)οι. Ένα υπέροχο Blauerfrankisch από άγνωστο αμπελώνα. Να θυμηθώ να κλέψω το μενού. Το αναμενόμενο – υπερτιμημένο – επιδόρπιο. Digéstif στο μπλέ μπαρ. Με καλή, στην αρχή, παρέα, με κάθε καρυδιάς αρχίδι έπειτα. Το ελληνικό θέμα επί τάπητος. Εξηγώ σε μια Φινλανδή την έννοια της «αρπαχτής». Τα μεγάλα γαλάζα μάτια της γίνονται ακόμα μεγαλύτερα. Courvoisier (X.O.) διότι οι καιροί δύσκολοι.Τα κατοχικά δάνεια και ο χρυσός του Παγκάλου… Αεισιχτιρ εκεί που μπλέξαμε. Λες και οι 18 τόνοι της τότε ΤτΕ, ακόμη και αν όντως τους πήραν οι Γερμανοί, θα μπορούσαν να είχαν σώσει τη χώρα…

Μετά τα μεσάνυχτα, στο δωμάτιο, οι κουρτίνες κλειστές, οι veilleuses αναμένες, οι παντόφλες πάνω σε καθαρή πετσέτα, η πιατέλα γεμάτη φρούτα και λίγο ακόμα υπερτιμημένο επιδόρπιο. Θα μπορούσα να ζήσω έτσι (αν δεν ήξερα ότι όλ΄αυτά δε γίνονται δια μαγείας).  Ανοίγω τις κουρτίνες. Πότε θα ξανακοιμηθώ με θέα τη Staatsoper; Ταραγμένος ύπνος. Έχω αγώνα αύριο. Γιοκ πρωινό. Δεν κατεβαίνει μπουκιά. Τελείωσε η συνάντηση. Νωρίς. Χωρίς απώλειες. Η ομορφιά της Votifkirche. Προλαβαίνω να πεταχτώ στο Dorotheum. Gallé, Daum, Schneider, Lötz ήταν όλοι τους εκεί. Στον πλειστηριασμό του Μαρτίου, ένα vase camée του Gallé με φρούτα του δάσους (θέμα μάλλον σπάνιο, ένα χρώμα) αναμένεται να πιάσει 1400 ευρώπουλα. Συγκρατήσου, οι καιροί είναι δύσκολοι. Αεροδρόμιο.

«κύριε, για Γενεύη έπρεπε να είχατε φύγει χτες, όχι σήμερα»

Γαμωσταυρίδια. Η γραμματέας μου τα θαλάσσωσε. Λίστα αναμονής. Γραμμή στο σαλόνι της Λουφτχάνσα, δουλειά (δεν είναι ακόμη ούτε 17.30) και λυτοί και δεμένοι για να βρω θέση. Ευρέθη. Δίπλα σε έναν εμετικό χοντρό που διαβάζει Νταν Μπράουν από γαλλική μετάφραση, βρωμάει, ξεχύνεται απ´το κάθισμα, και, σε βαριά γαλλικά με πορτογαλική προφορά, κατηγορεί την αεροσυνοδό γιατί:

– το αεροπλάνο δεν έχει business class,

– το αεροπλάνο είναι μικρό,

– κάθεται στην πρώτη σειρά, με το παλτό στα πόδια,

– συνεπώς δε μπορεί να χλαπακιάσει το ταπεινό σάντουιτς της οικονομικής θέσης, που ούτως η άλλως θα σνόμπαρε.

Φτού! Γιατί πήρα (ταπεινό) λευκό κρασί (της οικονομικής θέσης);  Έπρεπε να πάρω (ταπεινό) κόκκινο κρασί (της οικονομικής θέσης) να του το πετάξω δήθεν κατά λάθος ανάμεσα στα μαστάρια του που κινούνταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεξιά αριστερά όταν γύριζε τις σελίδες και πάνω κάτω όταν βαριανάσαινε σαν σκύλος Αγίου Βερνάρδου στην παραλία.  Πιες το καλύτερα. Θα σε βοηθήσει ν’αντέξεις την πτήση.

Γενεύη. Βρέχει με το τουλούμι. Ο θαλάσσιος ελέφας συνοδεύεται από μια σέξι αεροσυνοδό που του κρατάει το βιβλίο και την ομπρέλα σε ένα αυτοκίνητο της πρώτης θέσης. Έτσι εξηγείται. Όποιος έχει πλούτο και δύναμη δε χρειάζεται να πλένεται, να φροντίζει την εμφάνισή του και να είναι ευγενής. Alimentaire, mon cher Watson.

Το δικό μου αυτοκίνητο με περιμένει μετά τις αναχωρήσεις. Περπατάω μέχρι την πύλη, όπως στο χωριό μου, διασχίζω το μικρό και κακόγουστο αεροδρόμιο (κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία) και καταρρέω στο κάθισμα. Νερό. Ipod. Αλλαγή σκηνικού. Αλλαγή ντοσιέ. Αλλαγή νοοτροπίας. Διαπραγματεύσεις. Ξέχασε τα Νούμερα. Θυμίσου τα νούμερα. Θυμίσου τι θα πεις εσύ, τι ο συνάδελφος. Θυμίσου πότε να κοκκινήσεις, πότε να πηδήξεις στην καρέκλα σου, πότε να χαμογελάσεις σαρδόνια. Πότε να το παίξεις Blanche Dubois, πότε Blanche Épiphanie. Πότε να φας μια Dame Blanche (πεινάς ακόμα ρε κερατά;).

A. Giacometti, Three Men Walking II

Επιτέλους, η λίμνη. Λωζάννη. Οι υπόλοιποι στο μπαρ του ξενοδοχείου, πίνοντας (το δεύτερο) apéritif, περιμένοντάς με. Έχω αργήσει. Καταραμένη Λουφτχάνσα. Τρέχω στο δωμάτιό μου, πετάω τη βαλίτσα και ανοίγω τις κουρτίνες. Ναι! Λίμνη! Αλλάζω πουκάμισω. Αλλάζω παραστάσεις. Αλλάζω μυαλά. Βόλτα στο εστιατόριο KaiZen μέσα στη βροχή. Ο οικοδεσπότης μας, καλωσορίζεται με τ’ όνομά του. Trendy νεαρόκοσμος (τόσος trendy νεαρόκοσμος ματσό, μόνο στην Ελβετία και στην πλατεία Κωλωνακίου συχνάζει). Fusion cuisine. Θα το πιούμε και αυτό το πικρό ποτήρι. Κόντρα στο ρεύμα, διαλέγω caponata για πρώτο και sushi για δεύτερο, με μια απλή σαλάτα φρούτων. Μπουχτισμένος απ΄τη βαριά κουζίνα της Βιέννης. Και σκεπτόμενος πως το άκρον άωτον της πολυτέλειας είναι, εν τέλει, η άρνησή της. Vouvray. Εντάξει, όχι και απόλυτη άρνηση! Courvoisier (X.O. διότι οι καιροί δύσκολοι). Μετά την κατάστρωση του προγράμματος των συζητήσεων της επομένης, ψιλοκουβέντα – τι άλλο μπορεί να συζητήσει κανείς σε πολυσύχναστο εστιατόριο; Οι συνομιλητές μου PhDs στις θετικές επιστήμες (τι σκατά έχω κάνει με τη ζωή μου θα θελα να ξερα;) και κοσμογυρισμένοι – πολύ κοσμογυρισμένοι. Ένας απ’αυτούς, άρτι αφιχθείς εξ Ιαπωνίας. Θέμα για κουβέντα ωρών. Αυτός παθιασμένος με την κινεζική κουλτούρα, εγώ με την ιαπωνική. Η κουβέντα άρχισε από φιλοσοφία και τελείωσε στην τέχνη (ναι, με πέρασμα από École de Nancy και τα vases japonisantes του Gallé). Γύρω στις 12, σερνόμαστε στο ξενοδοχείο μας.

06.30 αφύπνιση. 10 χιλιόμετρα στα πεταχτά. Ο αχίλλειος τένοντας πονάει ακόμη μετά τα 35 χιλιόμετρα της τελευταίας Κυριακής – αλλά καλά θα κάνει να κάτσει καλά – ο ημιμαραθώνιος πλησιάζει. Πρωινό χωρίς υδατάνθρακες (o μύθος του lean and mean) 08.25 ατσαλάκωτος στη ρεσεψιόν. Περιμένω τους άλλους. Το αμάξι μας μεταφέρει στην εταιρεία. Επιθεώρηση παραγωγής. Τεχνικά θέματα. Στο ψητό. Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σαν καλλιτεχνικό πατινάζ στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς. Τριπλό άξελ. Ο συνάδελφός μου φεύγει σε τρεις μήνες. Θα μου λείψει, είμαστε καταπλητική ομάδα. Και μου μαθε πολλά. Να θυμηθώ να του το πω. Η άλλη πλευρά, επίσης καλά προετοιμασμένοι. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εκ πείρας γνωρίζω ότι κερδίζουν όλοι.

Γεύμα – σε εστιατόριο Guide Michelin. Ψάρι, μετά από ένα ένοχο ballotin de chèvre chaud. Δεν το ξερα ότι υπάρχει Mombazillac που να μην είναι γλυκό – και αποφασίζω να πάρω ένα ποτήρι vin de liqueur αντί για επιδόρπιο. Αεί διδασκόμενος.

Μετά το γεύμα, αποτελειώνουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες της συμφωνίας. Καταστρώνουμε τη λίστα των εκκρεμοτήτων. Παίρνω τη μερίδα του λέοντος, αλλά δε με νοιάζει. Είναι χαρά να δουλεύει κανείς με τέτοιους ανθρώπους. Τελειώνουμε σαράντα λεπτά νωρίτερα. Μπορεί να προλάβουμε την προηγούμενη πτήση. Γραμμή για το αεροδρόμιο της Γενεύης. Αποχαιρετώ το συνάδελφό μου που ταξιδεύει στην πατρίδα του για να δει την οικογένειά του. Και καταρρέω στην πολυθρόνα.

Και ξανακαταρρέω στο κάθισμα του αεροσκάφους. Και στο κάθισμα του ταξί. Και στο γραφείο – πότε θα την κόψω αυτή την κακιά συνήθεια; Και στο σπίτι μου. Επιτέλους. Σπίτι.

Το κρεβάτι, ακόμη ζεστό. Υδρατμοί στον καθρέφτη του μπάνιου. Πρέπει να ετοιμαστώ και εγώ, οι φίλοι μας περιμένουν. Πάρτυ γενεθλίων (να τα εκατοστίσει)! Σε ένα σουρεαλιστικό ταυλανδοπολωνέζικο κουτούκι όπου πλήρες δείπνο για 16 κοστίζει ίσως λιγότερο από δείπνο για δύο σε οποιοδήποτε από τα εστιατόρια των προηγουμένων ημερών. Αλλά είναι σαφώς πολύ πιο διασκεδαστικό. Η θαυμαστή ποικιλία του πολωνέζικου σκληρού αλκοόλ. Χορεύοντας μεθυσμένοι μέχρι το σπίτι – έχω ξεχάσει τον τένοντα, ελπίζω να με ξεχάσει και αυτός.

Λαχανιασμένοι στην πόρτα, τα κλειδιά στο πάτωμα. Η ανακάλυψη της βραδύτητας. Και η στιγμιαία βεβαιότητα πως δεν έχω πάρει τη ζωή μου (τόσο) λάθος.

Buonanotte, amore.

Στοκχόλμη, Κυριακή πρωί. Το κρύο της αρκούδας. Πρωινό με φίλους στο Rival. Sergels torg (ναι, ομολογώ μετ’αισχύνης, μετά από ψώνια στο Designtorget). Το γεμάτο λεωφορείο της γραμμής 69, με κατεύθυνση Blockhusudden. Επιστροφή στην Thielska galleriet. Όσες φορές και να δεις τους πίνακες του Munch, λίγες είναι. Α, και εκείνο το υπέροχο γλυπτό-μινιατούρα του Rodin. Και τον χιονισμένο κήπο με τ’ αγάλματα του Vigeland.

Επιπλέον, σήμερα δεν είσαι μόνος. Η ηδονή της μοιρασμένης ομορφιάς σε πλημμυρίζει.

Λίγο πριν απ’ το Djurgården, κατεβαίνουν σχεδόν όλοι. Ανασαίνεις. Έξω απ’ το παράθυρο, το χιόνι κατάλευκο. Οι Στοκχολμέζοι κάνουν σκι δίπλα απ’ το … ναυτικό μουσείο. Αναστενάζεις σκεπτόμενος την ποιότητα ζωής των τυχερών αυτών ανθρώπων. Έξαφνα, την προσοχή σου αποσπά μια διαφήμιση χωρίς εικόνα στο τζάμι του λεωφορείου:

Om du tror att familjen kan bestämma om du får bli kär …

Om du tror att det är normalt att bli inlåst efter skolan …

Om du tror att man får finna sig i att bli bortgift mot sin vilja…

Ska du absolut komma till oss.

[Αν πιστεύεις ότι η οικογένειά σου μπορεί να αποφασίσει αν επιτρέπεται να ερωτευτείς … Αν πιστεύεις ότι είναι φυσικό να σε κλειδώνουν στο σπίτι μετά το σχολείο… Αν πιστεύεις ότι επιτρέπεται να παντρευτεί κανείς παρά τη θέλησή του Εννοείται πως μπορείς να έρθεις σε μας.]

Από κάτω, διακριτικά, το έμβλημα της Σουηδικής Αστυνομίας (σημ. την διαφήμιση μπορείτε να τι δείτε ηλεκτρονικά και εδώ).

Και μένεις μετέωρος. Ακόμη και εδώ, στην πολιτισμένη σοσιαλδημοκρατία της Σουηδίας; Καλά στη Γαλλία του Σαρκοζύ, στην Ιταλία του Μπερλουσκόνι, στην Ψωροκώσταινα του ΓΑΠ. Εδώ; Από την άλλη, σε ενθαρρύνει η διαφήμιση.

Που λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αντί να χρησιμοποιεί αόριστες νομικίστικες έννοιες (ενδοοικογενειακή βία, κτλ. κτλ.).

Που, ελπίζεις, μια έφηβη μετανάστρια από θερμότερα κλίματα θα μπορέσει να καταλάβει.

Στο μουσείο, ένας πίνακας του Munch που ποτέ πριν δεν είχες προσέξει ιδιαίτερα, τραβάει την προσοχή σου.

E. Munch Förtvivlan

Förtvivlan. Η απελπισία. Πόσο μοιάζει μ’εκείνον τον άλλον…

Επόμενη σελίδα: »