Συνταγές


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Χτυπάω αυτές τις λίγες γραμμές, μοναχικέ/μοναδικέ μου αναγνώστα, όχι για να πείσω εσένα, παρά για να πείσω εμένα. Ή, καλύτερα, για να βάλω σε τάξη, στο θολωμένο μου μυαλό, τη μεγάλη εικόνα, την αποτελούμενη αλλά διακριτή από τις μικροπαπαριές που έρχονται κάθε μέρα στο προσωπικό ή επαγγελματικό μου e-mail, στις εφημερίδες, στις συναντήσεις και ταξείδια εργασίας, στα τσιτάτα των «μεγάλων».

Έτσι, αυτό το ποστ δε θα ασχοληθεί με το αν θα μας κουρέψουνε και πόσο ή αν θα πάμε να κουρευόμαστε, ούτε με το αν θα μας πτωχεύσουνε ή θα φτωχύνουμε, ούτε καν με τα (πολλώ σοβαρότερα) θέματα τι θα πλέξει η Κατσέλη μετά τη διαγραφή της ή αν η Ντόρα θα πάει με τον ή στο διάολο.

Με τι θα ασχοληθεί; Δώσε τώρα βάση μοναδικέ/μοναχικέ μου αναγνώστα:

  • η ανάγκη του ψαλιδίσματος των εισοδημάτων των υπερπλουσίων εδώ και καιρό προβάλλεται από τις μάζες (όσες έχουν ξυπνήσει) και δειλά-δειλά από θεσμικά όργανα. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε και εκπροσώπους αυτής της εξωπραγματικής ελίτ να θέλουν να πληρώσουν περισσότερους φόρους (1), (2). Φυσικά, όχι ακόμα στην Ελλάδα – που ποτέ της δεν αξιώθηκε μια μεγαλοαστική ελίτ της προκοπής. Γιατί το κάνουν αυτό; Σαφώς και όχι επειδή μας αγαπήσαν έτσι ξαφνικά: γι’ αυτό υπάρχει η φιλανθρωπία βρε κουτά! Και όλοι οι Κροίσοι, είναι, κατά παραδοχή, φιλάνθρωποι – διότι ξέρουν ότι η φιλανθρωπία συντηρεί το σύστημα (ο πεινασμένος που θα χορτάσει την πείνα του στο συσσίτιο, δε θα επαναστατήσει). Άρα, ανταποκρινόμενοι στα αιτήματα για φορολογική δικαιοσύνη, απλά αναγνωρίζουν ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο στην παρούσα του μορφή – και ζητάν η επανάσταση του 99% να γίνει με την άδεια της αστυνομίας του 1%.

  • Ανεξαρτήτως (ή μήπως, λόγω;) της μη βιωσιμότητας της φορολογικής αδικίας, η έννοια του «κοινωνικού κράτους» όπως το ξέραμε δε μοιάζει βιώσιμη. Ούτε εκεί όπου αυτό δεν υπάρχει (Αμέρικα), ούτε εκεί όπου (ακόμα) υπάρχει. Δε θα κουράσω με αναλύσεις υπογεννητικότητας, baby boomers που βγαίνουν στη σύνταξη κτλ. Ακόμη και αν όλα αυτά λύνονταν δια μαγείας, η κρίση απέδειξε ότι σίγουρες επενδύσεις που θα οδηγήσουν σε σίγουρες συντάξεις δεν υπάρχουν. Οικτρό παράδειγμα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία της Ελλάδας των οποίων το χαρτοφυλάκιο αποτελείται κατά βάσιν από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Με το παράδοξο, (οτ)αν συμβεί καμιά στραβή, το κράτος να καλείται ως imperium (φορέας δημόσιας εξουσίας) να χρηματοδοτήσει ταμεία που βρέθηκαν ακάλυπτα επειδή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του ως fiscus (συμμετέχων στην αγορά ομολόγων). Πρακτικά αδύνατο.
  • Μαλακία του όποιος δε διαφοροποίησε το χαρτοφυλάκιο του, θα μου πείτε. Δεκτό, αλλά ακόμη και αν είχαν κάνει, εξαιτίας της υψηλής αλληλεξάρτησης των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ιδρυμάτων παγκοσμίως, το μέσο αποτέλεσμα δε θα ήταν πολύ καλύτερο. Η αλληλεξάρτηση ως κατάρα.
  • Και ήταν πάντα έτσι μπαμπά; Όχι, μέχρι πριν λίγο καιρό, η αλληλεξάρτηση, σε συνδυασμό με ατελείς και τμηματικές λύσεις, ήταν βασικά συστατικά της επιτυχημένης π.χ. ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κοινοτική μέθοδος (méthode communautaire) δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο από τη συστηματική επίτευξη ατελών μα εφικτών συμφωνιών, γνωρίζοντας, πως μετά από λίγο, θα οδηγήσουν σε κρίση, που θα κάνει εφικτές περαιτέρω, πιο δραστικές (αλλά ατελείς) συμφωνίες, διότι είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα. Όποιος εδώ βλέπει τον κομμουνιστικό αφορισμό ότι ο καπιταλισμός πορεύεται από κρίση σε κρίση … έχει δίκιο. Á nos moutons, σύμφωνα με το ενωσιακό δόγμα (που τελικά δε διαφέρει σε πολύ απ’ το ορθόδοξο κοκ), η ενοποίηση μας περιμένει στο τέλος αυτής της πορείας ως Άγιο Δισκοπότηρο. Όταν η κρίση ήρθε σαν όρνιο περνώντας τον Ατλαντικό, για λίγες μέρες, πίστεψα πραγματικά ότι οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών θα τη σκαπούλαραν και πάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Μετά, κατάλαβα το σφάλμα μου. Οι προηγούμενες κρίσεις ήταν εσωτερικές – χρειαζόταν ένα ακόμη ανακάτωμα της τράπουλας. Τώρα, παίζουμε με τις Άγορες – που κρατάνε φύλλα. Για να μη σε πω ότι η τράπουλα είναι και λειψή και σημαδεμένη.

  • Για μια στιγμή μάστορα! Ακόμη και τώρα όμως ισχύει το άλλο κομμάτι της κοινοτικής μεθόδου, έτσι δεν είναι; Ήτοι, ακόμη είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ. πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι σίγουρος. Για δύο λόγους.
    • Πρώτον, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κατάσταση είναι ρευστή και ευμετάβλητη. Διότι εξαρτάται από τις Αγορές. Σε αυτό το βλογ δε θα ακούσετε μαλακίες περί αοράτων κωλόχερων, αυτορρύθμισης κτλ. Μετά τη Bear Sterns, oύτε ρεπουμπλικάνοι βολευτές δεν τα χάφτουν πλέον αυτά. Ούτε θα ακούσετε την Μέγιστη Παπάρα, ότι δηλαδή οι Αγορές είναι λογικές (markets are rational). Αν πιάσω στα χέρια μου τον οικονομολαμόγιο που πέταξε αυτή την ανεπίτρεπτη γενίκευση … Όλοι οι συμμετέχοντες στις αγορές είναι λογικοί, ή μάλλον συμφεροντολογικοί, με την έννοια ότι κοιτάζουν το συμφέρον τους, ανεξάρτητα, ή και σε βάρος, των άλλων. Όμως το συμφέρον του κάθε συμμετέχοντα χωριστά, αθροιζόμενο, δεν φτιάχνει κανένα «κοινό συμφέρον» το οποίο, λογικά, οι αγορές πρέπει να υπερασπιστούν. Επίσης, οι αγορές δεν είναι ζώα να έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το να ζητάς από τις «Αγορές» να κάνουν κράτει διότι, τυχόν πιστωτικό γεγονός, χρεωκοπία κράτους κοκ θα καταστρέψει και τις ίδιες, είναι σαν να θέτεις αναρίθμητα “prisoner’s dilemmas” σε όλους τους συμμετέχοντες, καθιστώντας την καταστροφή ακόμη πιο πιθανή.
    • Δεύτερον, όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, ακόμη και αν όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά τρώνε όλα τους τα κορν-φλέηκς και δεν πειράζουν τα άλλα παιδάκια, ένα τυχαίο γεγονός (μια παραίτηση σημαίνοντος προσώπου, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από άλλο σημαίνον πρόσωπο, ένα παιδάκι που θέλει πίσω τη δεκαρίτσα του όπως στη Μαίρη Πόππινς) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

Η Μεγάλη Σούμα; Την ανάγκην κοινοτυπίαν ποιούμενος, ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Ραντεβού στα Γουναράδικα…

Aka Ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι -ο μικρός undantag μαγειρεύει και σας προτείνει

Α. Amuse-bouche: ballotins aux épinards & au jambon (ballotins – πως σταδιάλα μεταφράζεται αυτό – με σπανάκι και ζαμπόν)

(Υλικά για δύο πουλάκια που προσέχουν τη σιλουέττα τους)

  1. φύλλο κρούστας ΚΑΝΑΚΗ (4 φύλλα, κομμένα σε τεταρτα 4Χ4= 16)
  2. 80 γρ σπανάκι (εναλλακτικά – το λευκό μέρος του πράσου)
  3. 30 γρ άπαχο ζαμπόν σε κυβάκια
  4. 1 μέτριο κρεμμύδι
  5. τυριά (φέτα, parmiggiano reggiano, grana padano – ιχνοστοιχεία, για τη γεύση)
  6. 1 αυγό
  7. αλάτι*, πιπέρι, μοσχοκάρυδο, μπαχάρι, κατά βούληση

* αν η συνταγή γίνει χωρίς τυρί

Τσιγαρίζουμε το ΨΙΛΟΚΟΜΜΕΝΟ κρεμμύδι με το ζαμπόν. Προσθέτουμε το ΠΛΥΜΜΕΝΟ σπανάκι, ώσπου να μαραθεί, ή, αν είστε κόρες ακαμάτρες και πήρατε κατεψυγμένο, ώσπου να χάσει τα υγρά του. Κατεβάζουμε απ’ τη φωτιά και προσθέτουμε το ΤΡΙΜΜΕΝΟ τυρί και το αυγό, για να δέσει το μείγμα. Καρυκεύουμε κατά βούληση.

Μοιράζουμε το μείγμα στο κέντρο δύο στιβών από φύλλα κρούστας (8+8), τα οποία έχουμε βάλει το ένα πάνω στ’άλλο.  Κλείνουμε τα φύλλα ώστε να σχηματιστεί ένα μικρό πουγκί (ballotin!). Βρέχουμε λιγάκι το στενότερο σημείο του πουγκιού, να κλείσει καλά. Ψήνουμε σε μέτριο φούρνο, για περίπου 20 λεπτά, πάνω σε λαδόκολλα. Προσοχή, το φύλλο κρούστας αρπάζει εύκολα. Σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο αν ο φούρνος είναι πολύ δυνατός.

Β. Soupe veloutée au potiron & au saffron (καλά, εντάξει, κολοκυθόσουπα με κρόκο)

(Υλικά για δύο πουλάκια που προσέχουν τη σιλουέττα τους Χ 2 – να μείνει και για αύριο)

  1. 1 μικρή κολοκύθα butternut (αν δε βρείτε, και η hokaido καλή είναι)
  2. 2 μεγάλα καρόττα
  3. 2 μέτριες πατάτες (ποικιλίας κατάλληλης για βράσιμο)
  4. 2 καρύδια βούτυρο
  5. γάλα 350 – 400 ml
  6. λευκό ξηρό κρασί για μαγείρεμα 150 – 200 ml
  7. πιπερόριζα (ένα μικρό κομμάτι ψιλοκομμένο), σκόρδο (δύο σκελίδες ψιλοκομμένες), κρόκος Κοζάνης(τέσσερεις-πέντε ΤΟ ΠΟΛΥ στήμονες) αλάτι, κάρυ, πιπέρι, πάπρικα γλυκιά
  8. για το σερβίρισμα: άπαχο γιαούρτι ή Quark

Σε δυνατή φωτιά, καίμε το βούτυρο με το σκόρδο. Προσθέτουμε την κολοκύθα, τα καρότα τις πατάτες, κομμένα σε μικρά κομμάτια, και νερό μέχρι τη μέση της στάθμης των υλικών. Μόλις μαλακώσουν τα λαχανικά, περνάμε το μείγμα απ’το μπλέντερ (η το πολτοποιούμε κατευθείαν στην κατσαρόλα με ένα stick blender). Χαμηλώνουμε ακόμη περισσότερο τη φωτιά και προσθέτουμε το γάλα και την ψιλοκομμένη πιπερόριζα. Μόλις πάρει μια βράση, χαμηλώνουμε όσο το δυνατό περισσότερο (ααααχ, που είναι η παλιά μου κουζίνα με γκάζι…) και προσθέτουμε το κρασί και τα μπαχαρικά (εγώ συνήθως δυαλύω τα υπόλοιπα μπαχαρικά στο κρασί, είναι πιο εύκολο). Μόλις εξατμιστεί το αλκοόλ του κρασιού, βγάζουμε απ’ τη φωτιά.

Σερβίρεται ζεστή με μια μεγάλη κουταλιά γιαούρτι ή quark και λίγο κάρι και πάπρικα για τη διακόσμηση. Κατά προτίμηση με μαύρο, σικάλινο ψωμί με … κολοκυθόσπορο!

C. Coings et bergamotes rôtis dans leur gélée (άντε καλά, κυδώνια και περγαμόντο ψητά στο φούρνο)

Υλικά για δύο πουλάκια που αποφάσισαν να πάει το παλιάμπελο

  1. 2 μέτρια κυδώνια
  2. 1 λεμόνι
  3. 4-5 κομμάτια γλυκό περγαμόντο, με το σιρόπι τους
  4. τρείς κουταλιές της σούπας ζάχαρη
  5. ζελατίνη
  6. κρόκος (2 στήμονες – πιό πολύ για το χρώμα!), βανίλια (όχι στα αηδιαστικά άσπρα πλαστικά σωληνάκια – υποκατάστατα. Άσκηση θάρρους: αγοράστε ένα μπαστουνάκι βανίλιας και μάθετε να το χρησιμοποιειτε.)

Κόβουμε τα κυδώνια σε τέταρτα – αφαιρούμε το σκληρό εσωτερικό που περιέχει τους σπόρους αλλά ΔΕΝ το πετάμε. Δεν καθαρίζουμε τη φλούδα των κυδωνιών. Στύβουμε το λεμόνι, αφού προηγουμένως έχουμε ξύσει τη φλούδα του.

Αχνίζουμε τα κομμένα κυδώνια, με τη φλούδα προς τα πάνω, να μαλακώσουν.

Ταυτόχρονα: σε μια μικρή κατσαρόλα, βράζουμε 150 ml νερό, το χυμό λεμονιού, τη ζάχαρη, τον κρόκο, τη ζελατίνη, το μέσα μέρος του κυδωνιού, το σιρόπι του περγαμόντου και τη βανίλια. Η ζελατίνη και η πηκτίνη του κυδωνιού θα κάνουν το μείγμα ελαφρώς πυκνόρρευστο. Σουρώνουμε.

Σε ένα ταψάκι, αραδιάζουμε τα αχνισμένα κυδώνια (η φλούδα πάνω) και τα κομμάτια γλυκό περγαμόντο. Τα σκεπάζουμε με το πυκνόρευστο μείγμα – που προηγουμένως έχουμε σουρώσει. Πασπαλίζουμε με το ξύσμα λεμονιού. Ψήνουμε σε μέτριο φούρνο για 45-60 περίπου λεπτά, στην αρχή σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο, μην αρπάξουν τα κυδώνια.

Σερβίρεται κρύο ή ζεστό, με κανέλα ή ξύσμα κουβερτούρας για διακόσμηση και μια μπάλα παγωτό βανίλια.

Κρασί:

  • για τα Α+Β, Pouilly Fumé/Hochheimer Hölle Riesling Halb-trocken (μεταξύ μας, οποιοδήποτε λευκό με χαρακτήρα πάει, μη πάρετε μόνο κανά ξέπλυμα)
  • για το Γ. τίποτε λιγότερο από ένα Tokaji Aszú 6 ptn Diznókö 1993 του Grof Degenfeld. Όποιος έχει δοκιμάσει ξέρει γιατί.

Δ. Café, thé

Deuxième déssert, á volonté…

Καλή σας όρεξη.

Πνιγόμαστε; Émile Gallé, Main aux Algues et aux Coquillages

Πνιγόμαστε; Émile Gallé, Main aux Algues et aux Coquillages

Παρακολούθησα και εγώ το «διάγγελμα» του «Πρωθυπουργού» (εντός εισαγωγικών, διότι δε με έπεισε ότι θέλει να κυβερνήσει) στο λαό. Όπου λίγο πολύ, μας είπε πως:

  • η κρίση έρχεται (τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και λίγα σου βάζω Πρόεδρα…)
  • η κρίση δε θα είναι τόσο δύσκολη για την Ελλάδα όσο για τον υπόλοιπο κόσμο, λόγω της φωτισμένης οικονομικής πολιτικής του (ναι φυσικά αγορίνα μου…)
  • η κρίση θα είναι – παρ’ ολ’ αυτά – δύσκολη για τα επόμενα δύο χρόνια (τι μου λες, φωστήρα μου, και εγώ που νόμιζα πως μετά το 2009 θα τρώγαμε με δέκα μασέλες)
  • έχει super duper wow πολιτικές για την αντιμετώπιση της κρίσης (αυτό εννοείται – άλλωστε γι’αυτό τον ψήφισε, δις, ο ΕΛληνικός λαός, επειδή είναι τεχνοκράτης και άνθρωπος της δράσεως)
  • ανεύθυνοι και κακοί άνθρωποι που θέλουν να χαϊδεύουν τ’ αυτιά του κυρίαρχου λαού, πρόκειται να προκαλέσουν εκλογές, αρνούμενοι να ψηφίσουν την επιλογή του κόμματός του για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, του χρόνου την άνοιξη (πως γίνεται να χαϊδεύει κανείς τ’ αυτιά του λαού ζητώντας εκλογές, ήτοι λέγοντάς του ότι λάθος ψήφισε πριν δύο χρόνια, αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ! Επίσης, οι σατανικοί αυτοί τύποι ζητούν εκλογές από την επομένη των προηγουμένων εκλογών – τέτοια διαφορά φάσης στην κατανόηση πια;)
  • αυτό δημιουργεί κλίμα εκλογολογίας που είναι κακό για την οικονομία (κακό που δε μπορεί να αναστρέψει η φωτισμένη οικονομική πολιτική του; Δεν το πιστεύω!)
  • γι’ αυτό χρειάζονται εκλογές εδώ και τώρα!

 

J.S. Chardin, Νεκρά φύσης με νωπή λαϊκή εντολή

J.S. Chardin, Νεκρά φύσις με νωπή λαϊκή εντολή

 

Από πολιτική, δε ξέρω πολλά, τ’ ομολογώ. Ας πιάσουμε λοιπόν το Σύνταγμα, που το κατέχω λίγο καλύτερα.

 

A. Για τη διάλυση της Βουλής που θέλει ο «Πρωθυπουργός», μας αφορά το εξής άρθρο (surprise! όπως το αναθεώρησε ο Ανδρέας Α’ Παπανδρέου ο Β’ το 1986): 

Άρθρο 41

… 2. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της Kυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Aποκλείεται η διάλυση της νέας Bουλής για το ίδιο θέμα.

 

Το τί έχει προωθηθεί ως θέμα Εθνικής σημασίας κατά τη διάρκεια του βίου αυτής της πολύπαθης διάταξης (που ψήφισε μεν ο Αντρέας αλλά χρησιμοποίησαν σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι μετά απ’αυτόν!) δε λέγεται (Μακεδονικό; Οικονομία; Προϋπολογισμοί; You name it!). Αντιγράφω τμήμα του άρθρου του κ. Καλλιγκόπουλου από την Καθημερινή:

Με εξαίρεση τις εκλογές της Βουλής ‘85 – ’89, που κάλυψε πλήρως την συνταγματικώς προβλεπόμενη τετραετία και της Βουλής 2000 – 2004 που την έφθασε στο όριο μηνός, για όλες τις άλλες -σε μεγαλύτερο η μικρότερο απομείναντα χρονικό ορίζοντα- από όλους τους πολιτικούς ηγέτες έγινε επίκληση του άρθρου 41 παρ.2 του Συντάγματος … Το καλοκαίρι του 2007 ο κ. Κ. Καραμανλής επικαλέστηκε ως μείζον θέμα την κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2008, ενώ αυτή τη φορά λόγω της ρητής διάταξης του Συντάγματος ότι «αποκλείεται διάλυση της νέας Βουλής για το ίδιο θέμα», θα πρέπει να επικαλεστεί άλλο λόγο.

Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε τον εύγλωττο τίτλο: «Κανόνας και όχι εξαίρεση η επίκληση ΄εθνικού λόγου΄». Το άρθρο 41.2 του συντάγματος είναι η εξαίρεση στον κανόνα του άρθρου 53.1 (εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια). Ακόμη και πρωτοετής της Νομικής μπορεί να βεβαιώσει ότι η οποιαδήποτε εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Το ότι αυτό δε συμβαίνει στην Ελληνική «Δημοκρατία», δείχνει ακριβώς την πχιότητα του πολιτεύματος μας – και του πολιτικού που επιζητεί τέτοιες λύσεις. 

 Αυτά εισαγωγικά. Επί της ουσίας σκέφτομαι τα εξής.

  1. Είναι δυνατόν να θεωρείται – από μια κυβέρνηση που ομνύει ότι έχει το σχέδιο και τη βούληση να αντιμετωπίσει την κρίση – ως εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας για τη διενέργεια εκλογών ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ζητά εκλογές; Είναι εξαιρετικό το προφανές;! Το (κάθε) κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εξ ορισμού στην Καφρολάνδη ζητά εκλογές – μπας και κυβερνήσει! Το δε συγκεκριμένο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με το συγκεκριμένο καταλληλότερο ζητούσε εκλογές εδώ και μήνες! Τι άλλαξε;
  2. Είναι μήπως το «κλίμα εκλογολογίας» εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας; Μα, με αυτό τον τρόπο, οποιοδήποτε κλίμα καλλιεργήσουν οι γνωστοί (παλαιότερα…) στον Πρωθυπουργό νταβατζήδες, ανάγεται στη σφαίρα του Συντάγματος. Άλλωστε, δεν είναι μόνο οι νταβατζήδες που φτιάχνουν κλίμα. Αν το στραβό «κλίμα» θεωρηθεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, η (κάθε) κυβέρνηση (και οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι της) μπορούν να χαλκεύσουν δυό-τρία στην καθισιά.
  3. Ακόμη και η ανικανότητα της κυβέρνησης να κυβερνήσει (αλίμονο, δεν υπαινίσσομαι κάτι τέτοιο!) δεν είναι εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, καθώς, αυτό που μετρά σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα είναι η εμπιστοσύνη της Βουλής. Ας θυμηθούμε το άρθρο 41.1:

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Bουλή, αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Kυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα. 

4. Τι είναι εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας; Για μένα, ερμηνεύοντας στενά τη διάταξη, πρέπει να είναι εξωγενές και να μη μπορεί να αντιμετωπισθεί με τα συνήθη μέσα διακυβέρνησης, όπως αυτά εκφράστηκαν στο κυβερνητικό πρόγραμμα της απερχόμενης κυβέρνησης. Παραδείγματα:

  •  
    • Πόλεμος
    • Εκχώρηση εδαφών
    • Εκχώρηση αρμοδιοτήτων (ΣΣ: τέτοια εκχώρηση έκανε η Συνθήκη της Λισσαβώνας, που ψηφίσθηκε νύχτα…)
    • Κραχ
    • Διεθνής χρεωκοπία ή επικείμενη χρεοκοπία της χώρας (ΣΣ: σε και από καθεστώς κοινοτικής επιτήρησης μπαινοβγαίνει η χώρα συνεχώς – το θεωρώ πλέον μη εξαιρετική περίσταση!)

 

Β. Για τη διάλυση της Βουλής που ΔΕΝ θέλει ο «Πρωθυπουργός», μας αφορά το εξής άρθρο (όπως – surprise ξανά – το αναθεώρησε ο Ανδρέας Α’ Παπανδρέου ο Β’ το 1986):

 Άρθρο 32

… 3. Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών. Aν δεν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ύστερα από πέντε ημέρες. Aν δεν επιτευχθεί ούτε στη δεύτερη ψηφοφορία η οριζόμενη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά ύστερα από πέντε ημέρες, οπότε εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
*4. Aν δεν επιτευχθεί ούτε και στην τρίτη ψηφοφορία η αυξημένη αυτή πλειοψηφία, η Bουλή διαλύεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ψηφοφορία, και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας Bουλής.
H Bουλή που αναδεικνύεται από τις νέες εκλογές, αμέσως μόλις συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγει με ονομαστική ψηφοφορία Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Aν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μέσα σε πέντε ημέρες και εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Aν δεν επιτευχθεί ούτε αυτή η πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά, ύστερα από πέντε ημέρες, μεταξύ των δύο προσώπων που πλειοψήφησαν και θεωρείται ότι έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε τη σχετική πλειοψηφία. 

Σκέψεις:

Η διάταξη αυτή είναι απόλυτα σαφής. Αν η Βουλή είναι ανίκανη να εκλέξει (συναινετικά, ενόψει των μεγάλων πλειοψηφιών που απαιτούνται) τον Ανώτατο Άρχοντα της Χώρας, πρέπει να διαλυθεί.

Γιατί;

Διότι ο συνταγματικός νομοθέτης (= τα δύο μεγάλα κόμματα) θεώρησαν ότι η εκλογή ενός διακομματικά αποδεκτού ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι ΤΌΣΟ σημαντική που να το αξίζει.

Η άποψη αυτή ενισχύεται αν κανείς συγκρίνει το χρόνο της θητείας της Βουλής (τετραετία) με το χρόνο της θητείας του Προέδρου (πενταετία). Μαθηματικά δηλαδή, η συντριπτική πλειοψηφία των Βουλών (τετραετίας) θα αντιμετωπίσουν το δίλημμα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας μια φορά. Και αυτό θα έπρεπε να ειδωθεί ως ένα υγιές στοιχείο του πολιτεύματος – όχι ως λόγος για διενέργεια εκλογών.

 

Από τα Α. και Β συνάγεται ότι: 

Ο «Πρωθυπουργός» είναι καζουιστής (βαφτίζει εθνικό λόγο ό,τι του κατέβει), ευθυνόφοβος (φοβάται να κυβερνήσει την τετραετία που, καλώς ή κακώς, του έλαχε) και εν τέλει ανίκανος να κυβερνήσει (αν ένα κλίμα εκλογολογίας τον βγάζει από τα νερά του), ο δε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τουλάχιστον καταχραστής των θεσμών (διότι το Σύνταγμα θέλει συναίνεση στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας).

 

Τι να μη ψηφίσω λοιπόν, ξέρω… τι να ψηφίσω, αγνοώ.

Ο undantag ήταν καλεσμένος για brunch σε φίλους εις τας εξοχάς εχθές.

– «Τι να φέρω;»

– «Τίποτε μωρέ. Gute Laune (= καλή διάθεση)»

– («Ε πώς…»)

Και επειδή οι εν λόγω φίλοι έχουν αδυνατίσει πολύ τώρα τελευταία (και εγώ όχι!), ας κάνω κάτι να τους φέρω στα ίσα τους…

Που διάλο είναι αυτή η συνταγή που με άφησε ο φίλος μου ο Lars πριν την κάνει τελευταία φορά για Όσλο; Eureka!

Skillingboller στη Νορβηγία, Kanelbullar στα μεγαλύτερα αδερφάκια τους της Σουηδίας (ως και οι βάρβαροι Γερμανοί και Αυστριακοί έχουν κάτι αντίστοιχο: Zimtschnecken – Zuckerschnecken). Καμία σχέση με haute pâtisserie φυσικά. Απλά, καθημερινά υλικά, με μόνη πολυτέλεια παλαιότερα για τις χώρες του μακρινού βορρά, την κανέλα. Υπάρχουν βέβαια και πολυπλοκότερες παραλλαγές (με μήλο, με κρέμα ζαχαροπλαστικής, με σταφίδες), αλλά η απλότητα του κάρδαμμου και της κανέλας αφοπλίζει. Ο undantag έχει φάει τα καλύτερα kanelbullar της ζωής του σε ένα φούρνο στον σταθμό του μετρό Hornstull της Στοκχόλμης.

Από θερμιδικής απόψεως, πάφ … και τάλαρο – «απολαύστε υπεύθυνα» λοιπόν!

Έχουμε και λέμε: 24 ψωμάκια (στο περίπου – εμένα πάντα μου βγαίνουν 22, γιατί ενθουσιάζομαι και κόβω μεγάλα κομμάτια!)

– 125 γρ βούτυρο

– μισό λίτρο γάλα

– 40 γραμμάρια μαγιά (εγώ προτιμώ την «ζωντανή» μπυρομαγιά απ’ τον παραδοσιακό φούρνο της γωνίας – μικροπολυτέλειες της ζωής – αλλά και ένα φακελάκι ξερή μαγιά κάνει δουλειά, δε θα τα χαλάσουμε)

– 125 γρ ζάχαρη (καθ’ ότι λιχούδης, συνήθως «μου ξεφεύγει» λίγο παραπάνω – αλλά προσέξτε, οι ζύμες της σκανδιναβικής ζαχαροπλαστικής είναι πιο άγλυκες απ’ τις ελληνικές, κι έπειτα, πέφτει και ένα κοφτό κουταλάκι πάνω απ’ το ψωμάκι πριν το φούρνισμα)

– κάρδαμμο τριμένο (2 κουταλάκια του τσαγιού)

– κανέλα (κατα βούληση)

– 800-900 γρ αλεύρι. Εδώ αρχίζει η σφαγή των αρχαρίων! Καλό είναι να βρείτε αλεύρι «τύπου 405». Καλό είναι να το κοσκινίσετε (δε θέλω τεμπελιές) για να πάρει αέρα η ζύμη. Για τους άμαθους σε ζύμες με μαγιά, αρχίστε με 700 γρ. Θα χρειαστείτε το υπόλοιπο για να ξεκολήσετε τη ζύμη απ’ τη σανίδα! Πάντως, σε κάθε περίπτωση, πάνω από 900 γρ απαγορεύεται διά ροπάλου. Τα ψωμάκια θα βγουν τόσο σκληρά, που θα μπορέσετε να τα χρησιμοποιήσετε μόνο ως πυρομαχικά, όπως τα μπισκότα της Calamity Jane, που ούτε ο Ραν Ταν Πλαν δεν έτρωγε. Κανονίστε!

Λιώστε το βούτυρο, προσθέστε το γάλα και κρατήστε στους 37° – είναι σημαντικό! Αν έχετε φρέσκια μαγιά, διαλύστε τη στο γάλα. Αν ξερή, στο μίγμα αλεύρι – ζάχαρη – κάρδαμμο.

Ανακατέψτε τα υλικά και ζυμώστε ένα πεντάλεπτο, να διαλυθεί το αλεύρι (εντελώς – μη βρουν οι καλεσμένοι σβώλους και σας κακοχαρακτηρίσουν).

PICT0441

 Σκεπάστε τη ζύμη και αφήστε την κάπου ζεστά, να «ξεκουραστεί». Άν είστε επιμελείς και τυχεροί, ο όγκος της θα διπλασιαστεί σε 40 περίπου λεπτά.

PICT0443

Ενόσω οι μύκητες της μαγιάς κάνουν τη δουλειά τους, σιδερώστε κανά πουκάμισο, να’χετε για την επόμενη βδομάδα για το γραφείο.

10 πουκάμισα μετά, αρπάξτε τη φουσκωμένη ζύμη και ζουλήχτε την καλά, να φύγει ο αέρας. Με έναν κλώστη (τι θα πει δεν έχετε; να βρείτε) απλώστε τη ζύμη (χρησιμοποιήστε λίγο αλεύρι, αν κολλάει) σε ένα τετράγωνο με πλευρά περί τα 30 εκ. Λιώστε βούτυρο και περιχύστε το τετράγωνο εκτός από ένα μικρό κομμάτι 4-5 εκ κατά μήκος μιας πλευράς, το οποίο θα περιχύσετε με νερό. Ρίξτε ζάχαρη και τρίψτε κανέλα κατά βούληση πάνω στο βουτυρωμένο τμήμα.

PICT0446

Ξεκινώντας από την αντίθετη πλευρά εκείνης με το νερό, αρχίστε να τυλίγετε το τετράγωνο. Αν είστε τυχεροί θα βρεθείτε ενώπιοι ενωπίον με ένα φιδάκι μήκους 30 εκ (με το συμπάθειο), το οποίο σαλαμοποιείτε με ένα κοφτερό μαχαίρι σε ροδέλες.

PICT0447

Τοποθετήστε τις ροδέλες σε λαμαρίνα με λαδόχαρτο (όχι κολητά, κρατήστε αποστάσεις, θα φουσκώσουν!) και στολίστε τις με ένα κοφτό κουταλάκι ζάχαρη.

PICT0450

Αφήστε να σταθούν για άλλα 40 λεπτά. Στα 30 λεπτά, προθερμάνετε το φούρνο στους 250° και φουρνίστε για 8-10 λεπτά. Τρώγονται ζεστά ή κρύα, συνοδεύοντας κατά προτίμηση δυνατό καφέ.

 
Μόνο αυτά απόμειναν...

Μόνο αυτά απόμειναν...