Της ξενιτειάς


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

E. Munch, Το χιονισμένο χωράφι

Ακόμη και αν όλα τριγύρω μου καταρρέουν αργά και μεθοδικά,

Ακόμη και αν όλοι οι μεγαλοσχήμονες καραγκιόζηδες δεν τα βρίσκουνε,

Ακόμη και αν ένας υπερατλαντικός καραγκιόζης φέρεται να είπε πως μπορεί η γειτονιά μου να γίνει ξανά χαράκωμα και να ξανανοίξουν τα μπούνκερ στο μετρό και τα υπόγεια των εκκλησιών,

Ακόμη και αν στερηθώ το χαλαρωτικό τσάι απ’τις Βρυξέλλες, τη σοκολάτα απ’τη Βιέννη, το άρωμα από πορτοκάλια της Καλαβρίας, τις αντίκες απ’το Νανσύ, και τις τόσες άλλες χαριτωμένες παπαριές που με φόρτωσε η πρόσκαιρη – και σχετική – χλιδή,

Έχω ακόμη το μυαλό και την καρδιά μου στη θέση τους, έχω τα (καλά) βιβλία που’χω διαβάσει αποθηκευμένα στο σκληρό της μνήμης μου, εκεί που ο καθημερινός κυνισμός δεν τἀχει αγγίξει,

Έχω – προπαντός – ένα κορμί μυρωδάτο και ζεστό, που με περιμένει το βράδυ όταν γυρνάω κουρασμένος απ’τη δουλειά,

Και που με αφήνει κουρασμένο με ένα φιλί, το επόμενο πρωἰ.

Γεννηθήκαμε και οι δυό κοντά στους αγρούς,

Ξέρουμε να κόβουμε ξύλα, να σκαλίζουμε πατάτες και να βάζουμε καλάμια για φασόλια,

Καταλαβαίνουμε πότε δένουν κεφάλι τα κρεμμύδια και τα λάχανα.

Θα επιβιώσουμε.

Αντέστε μου στο διάλο τοκογλύφοι.

E. Munch, Η βελανιδιά

Ο πόνος στο στομάχι μου με σκότωνε – ακόμη και πριν οι μπράβοι της συνοδείας μας μας αρχίσουν στις γρήγορες, όταν οι πόρτες της δεξίωσης των μεγαλοπαραγόντων του φεστιβάλ έκλεισαν για το κοινό. Εκείνος πάλι, δεν πτοήθηκε – ίσως η γυμναστική προστατεύει το στομάχι απ’τα χτυπήματα με σιδηρογροθιά καλύτερα από το κητώδες λίπος. Ίσως πάλι η αναισθησία, από επάγγελμα, έγινε χόμπυ.

Ήταν όλοι τους εκεί. Ο νέγρος με το χαμόγελο του οραματιστή, που έπαιζε σε κουλτουριάρικα μεταμοντέρνα γουέστερν, ο βαψομαλιάς νταβαντζής με τα εμφυτευμένα πίπουλα (ταινίες σοφτ πορνό – ναπολιτάνικες καντζονέτες), ο μπασμένος που’χε γυρίσει μια σειρά σαν χωροφύλακας στο Σαιν Τροπέ παραδίπλα, η ανοργασμική άφυλη ηθοποιός δίχως ηλικία, που πρωταγωνιστούσε σε κοινωνικές ταινίες του Γούντι Άλλεν (μυστήριο μέγα – το στούντιο με το οποίο είχε υπογράψει, μέχρι πρότινος γύριζε μόνο πορνό). Ά, και εκείνος ο γεράκος, με τα μαγουλάκια τα κόκκινα από το αλκοόλ , που κανείς δε θυμόταν σε τι έπαιζε.

Είκοσι και βάλε, με τους παρατρεχάμενους.

Και προπάντων, ήταν εκεί αυτή. Ο μεγάλος ρόλος της: γκουβερνάντα της Κλάρας και της Χάιντι. Άτεγκτη, μέσα στο μωβ συνολάκι της μακαρίτισσας, καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Ξέχασα να αναφέρω πως τα τραπέζια είχαν τοποθετηθεί σε σχήμα πι, στη μέση του οποίου στεκόμασταν εμείς, μπροστά από δύο κοντοπόδαρα σκαμνάκια.

«Καθήστε»

Οι ευμεγέθεις μηροί μου συμπλήρωσαν τη διαφορά ύψους, και κατάφερα να καθίσω άνετα. Εκείνος πάλι, έδειχνε να υποφέρει, καθισμένος ανακούρκουδα. Εμ βέβαια. Κάνουμε σπορ, αλλά χωρίς stretching. Σε όλα του ερασιτέχνης.

«Κατηγορούμενε, απολογήσου. Γιατί χάλασες την πιάτσα; Μόνο οι κριτικοί αποφασίζουν για την αξία μιας ταινίας, το ξέρεις. Το κοινό έχει λόγο μετά τη βράβευση, και μόνο αν έχει πληρώσει εισιτήριο».

Ατάραχος, σηκώθηκε απ’ το σκαμνί. Τώρα τελευταία το παράκανε με τους μπάφους, και κυκλοφορούσαν φήμες ότι η μάνα και
ατζέντισσά του του ριχνε βαρβιτουρικά στα ντολμαδάκια. Ασυγχώρητα πολλά ναρκωτικά, ακόμη και για τον κόσμο του θεάματος.

Είχαμε προβάρει την απολογία δεκάδες φορές στο αεροπλάνο. Μακάρι να θυμόταν τες λέξεις και την προφορά. Σαν υπνωτισμένος, άρχισε την απαγγελία:

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία

δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,

και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,

ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός

 να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία

 είναι που κάμνουνε μια ιστορία

μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί  αυτοί.
(Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ δεν
τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,  για το
παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,

 κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,

με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

 Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·

 η κατοχή σας είν’ επισφαλής:

 η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.

 Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,

 κι από την άλληνα την συναφή,

 κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·

 είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;

 σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,

 βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·

 πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,

 κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,

 απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,

 να δούμε τι απομένει πια, μετά

 τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.

 Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.

 Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

 Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.

 Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

 Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Μα τι διάολο. Δεν ήξερα τι από τα δύο με εξέπληξε περισσότερο. Απ’τη μια, δεν ήταν το κείμενο που συμφωνήσαμε. Απ’την
άλλη, το απήγγειλε τέλεια, σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος. Αυτός, που πάντα του ήταν πιότερο εικόνα, παρά ήχος.

Ένα παγερό γέλιο απλώθηκε στην αίθουσα – λες και ήμουν σε ντοκυμανταίρ του National Geographic για τις ύαινες. Ο αλκοολικός γέρος μου πέταξε ένα εκλαίρ, που έπιασα στον αέρα και άρχισα να μασουλάω, όταν η γκουβερνάντα άνοιξε τα κουμπιά του μωβ ταγιέρ της και του έδειξε τα μαραμένα στήθη της. Θα φτυνα, αλλά η ευγένεια και ο φόβος με σταμάτησαν. Κι έπειτα, σε εποχές ισχνών αγελάδων δεν είναι να χαραμίζει κανείς φαί.

«Έλα, μη φοβάσαι, τελείωσε. Καταλαβαίνουμε»

Σαν υπνωτισμένος προχώρησε μπροστά, γονάτισε και άρχισε να βυζαίνει.

Μετά από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, έπεσε στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες.

Εκείνη τη στιγμή, μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου άνοιξε και ένας μειλίχιος γέρων με λευκά μαλιά και ρούχα βγήκε από μέσα. Σοφία καθόταν στο πρόσωπό του και δύναμη στο χέρι του. Κρατούσε ένα φιαλίδιο με ένα λασπώδες υγρό, απ΄το οποίο έβγαιναν, αραιά και που, μπουμπουλήθρες.

«Γιαν Κλώντ, είσαι σίγουρος;»

«Ναι, Αντζέλικα – δε μπορεί να του χει κανείς καμία εμπιστοσύνη πιά. Τώρα που βγήκα στη σύνταξη, θα πάρω τη θέση του, και όσο κρατήσει.»

Ο λατίνος νταβατζής σήκωσε το σακί με πατάτες απ’τις φαβορίτες και τα μουστάκια, φέρνοντας τη γελοία μοσχαροκεφαλή στο επίπεδο των ματιών του. Άφοβα, ο υπερκόσμιος γέρων έκοψε μια τούφα τρίχες απ’το ποντικομαμίστικο μουστάκι και τις έριξε μέσα στο φιαλίδιο, το οποίο στη συνέχεια εκένωσε μέχρι τελευταίας ρανίδος. Το σακί ξανάπεσε με δύναμη στο πάτωμα, με τον ιταλό να σκουπίζει όλο σιχασιά τα χέρια του πάνω στο Brioni κουστούμι του.

Ο σεβάσμιος γέρων έπεσε στα τέσσερα, ασθμαίνοντας. Το δέρμα του κόχλαζε σαν αναβράζον κερί, και, μπροστά στα μάτια μας τα χέρια του άλλαξαν, το ανάστημά του ορθώθηκε και τα μαλλιά του έπεσαν. Το ευγενές του πρόσωπο άλλαξε στη μοσχαροκεφαλή που χα μπροστά μου τα τελευταία δύο χρόνια –μόνο τα μάτια του διατηρούσαν το παλιό, ποιητικό τους βάθος.

«Έτοιμος να επιστρέψω».

Και εγώ; Με είχαν άραγε ξεχάσει;

«Και τί θα κάνουμε με το χοντρό;» Ρώτησε η ανοργασμική άφυλλη ματρώνα, που με είχε πάντα άχτι, άγνωστο γιατί.

«Είναι ακίνδυνος. Θα τον μυήσουμε όμως, για παν ενδεχόμενο.»

Άξαφνα, ο γέρος με τα κόκκινα μάγουλα και ο νταβατζής με έστησαν στα τέσσερα. Και ο εφιάλτης άρχισε. Ο ένας μετά τον άλλο, με πρώτο το μαύρο, με σοδόμισαν σκληρά. Ακόμη και οι γυναίκες, άγνωστο πως.

Τρείς ώρες μετά, με άφησαν, έτοιμο να λιποθυμήσω, στο γρασίδι του εσωτερικού κήπου του ανακτόρου. Η τελευταία εικόνα που αντίκρυσα, ένα νεκρό τζιτζίκι, απ’αυτά που τόσο ευδοκιμούν στην Προβηγκία, να σύρεται από μια αρμαθιά μυρμήγκια.

«Χειμωνιάζει.» Σκέφτηκα. Και μετά τίποτε.

Έκλεισα τα μάτια. Μυστηριωδώς πώς, το στομάχι μου δεν με πονούσε πια.

Oskar Kokoschka, Τίγρη, 1969

Πόσες και πόσες ορθές μεταρρυθμίσεις δεν απέτυχαν μόνο και μόνο επειδή τις πρότεινε ένα μισητό καθεστώς! Και, αντιστρόφως, πόσες και πόσες άφρονες πράξεις δεν καταχειροκροτήθηκαν, μόνο και μόνο επειδή έφεραν τη σφραγίδα της μαχητικής νομιμοποίησης. Έτσι δε έχουν τα πράγματα, σε όλους τους τόπους, σε όλους τους καιρούς: αν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται σε ψηφοφορία, oι ψηφοφόροι αποφασίζουν λιγότερο με βάση το περιεχόμενό του και περισσότερο με βάση την εμπιστοσύνη που έχουν (ή δεν έχουν) στο πρόσωπο που το εισηγείται. Μετανοούμε και επανεξετάζουμε τα πράγματα μόνο κατόπιν εορτής.

Αμίν Μααλούφ, η Απορύθμιση του Κόσμου, Grasset, 2009, σελ. 116

[Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο και οι υπογραμμίσεις, του μαγαζιού]

 

Πάει καιρός πια που δε σου’γραψα, μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη. Λίγο η ευτυχία στην προσωπική μου ζωή, λίγο η δυστυχία στην επαγγελματική μου τοιαύτη (chicsic), λίγο τα ογκώδη γραπτά της δουλείας που θαρρείς στάζουν αίμα και που ρουφάνε το δικό μου, δεν πρόκαμα, και δεν μπόρεσα. Συμπάθα με.

Λίγες μέρες νωρίτερα διάβασα αυτό. Και σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές στο αργοπορημένο τραίνο της επιστροφής στο χωριό μετά από ταξείδιον εργασίας ευσυνειδήτου υπαλληλίσκου, διάβασα το κείμενο της εισαγωγής.

Και πήρα την άξαφνη απόφαση να γράψω γιατί σήμερις το βράδυ, μεσάνυχτα ώρα Νοτίου Δανιμαρκίας, μέσα στο Ναό της Δημοκρατίας, περί τα διακόσια ενενήκοντα εννέα (εξόν απ’ όσα έφαγαν οι λύκοι ή οι αρρώστιες) πρόβατα εκλήθησαν να βελάσουν τη εμπιστοσύνη τους σε μία νέα (οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες) κυβέρνηση. Η εμπιστοσύνη αυτή κανονικά βελάζεται κάθε φορά που σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, κάθε φορά που το ζητά ο Πρωθυπουργός ή (αντιστρόφως) κάθε φορά που η αντιπολίτευση καταθέτει πρόταση μομφής. Επί του παρόντος, η βελασθείσα εμπιστοσύνη είναι μονέδα χρειαζούμενη προκειμένου αυτή η νέα κυβέρνηση να εφαρμόσει τα μέτρα που απορρέουν από ένα κιτάπι που όλοι – είτε το έχουν διαβάσει είτε όχι, ονομάζουν «μνημόνιο» (αυτό είναι το χαϊδευτικό του, αναγνώστα, το πλήρες βαπτιστικό του είναι: μνημόνιο (αλληλο-)κατανόησης, memorandum of understanding – η κατανόηση όμως πήγε περίπατο).

Μιλώντας για κατανόηση, έξω απ’ το Ναό της Δημοκρατίας, περί τις κάμποσες χιλιάδες πρόβατα τε και ερίφια (εκ δεξιών και εξ αριστερών του Πατρός και της Πατρίδως ακατασχέτως), αυτοκλήτως εβέλασαν ότι δε δίνουν την εμπιστοσύνη τους στη νέα κυβέρνηση.

Υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, δε χρειάζεται ψήφος εμπιστοσύνης για την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτά περιλαμβάνονται στο αρχικό μνημόνιο – που αποτελεί νόμο του Κράτους. Ξαναμανά υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, σ’ἐνα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι Ἐλληνες μπορούν να συνέρχονται «ησύχως και χωρίς όπλα» αλλά – πέραν της ψήφου των στις εκλογές – άλλη ψήφο εμπιστοσύνης δε δίνουν. Όσο μια κυβέρνηση έχει τη δεδηλωμένη, οφείλει να κυβερνά. Μέχρι τη λήξη της θητείας της. Κουκιά μετρημένα.

Αυτά για εισαγωγή. Μακροσκελή, το ξέρω. Ίσως γιατί φοβάμαι, αναγνώστα, να σε γράψω αυτά που θέλω να σε γράψω. Καλά αν είσαι της κάτω πλατείας: θα με αποκαλέσεις όργανο του διεθνούς καπιταλισμού, θα υποβάλεις ψήφισμα καταδίκης των απόψεών μου στη λαϊκή συνέλευση και το πράγμα θα τελειώσει εκεί. Αν όμως είσαι της πάνω πλατείας; Θα με τυφλώσεις με λέιζερ; Θα με πεις να πάω σπίτι μου (μακάρι να’ξερα που είναι το σπίτι μου…); Θα με προπηλακίσεις; Θα με κουρέψεις και θα με σύρεις στο λαϊκό δικαστήριο δοσιλόγων; Ακόμη χειρότερα, αν δεν είσαι καμίας πλατείας, αν σου’χουν μόλις ξανα-περικόψει το μισθό σου, τη σύνταξή σου, την εκπαίδευση των παιδιών σου, τα φάρμακά σου, και με κοιτάξεις απλώς λυπημένα, εγώ τι θα κάνω;

Άλλα όποιος και να ’σαι (όοοοπου και να’σαι…) μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη, αν άντεξες ως εδώ, θα τ’ ακούσεις και η μισή ντροπή δική μου, η μισή δική σου. Δώσε τώρα βάση.

Μπορεί ο Γιωργάκης να είναι, κατά το ρηθέν υπό της Μαλβίνας «μπουχέσας γιός ενδόξου πατέρα». Μπορεί να μην είναι ικανός να αρθρώσει μια κύρια πρόταση στα νέα ελληνικά με υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο/κατηγορούμενο (τους επιθετικούς-επιρρηματικούς προσδιορισμούς και τις δευτερεύουσες προτάσεις του τις χαρίζω) Μπορεί να τον θεωρείς αμερικανάκι, σουηδάκι, εβραιομασώνο, όργανο του διεθνούς σιωνισμού που μας ψεκάζει για να εγκαταστήσει τη νέα παγκόσμια διακυβέρνηση, πουλημένο, ηλίθιο. Δεν αποκλείω επίσης καθόλου να είναι ορισμένα απ’ τα ανωτέρω.

Μπορεί να θεωρείς το Βενιζέλο έναν αμετροεπή επηρμένο αριβίστα εξουσιομανή διανοούμενο. Μπορεί να θεωρείς το Σαμαρά έναν πατριδοκάπηλο πολιτικάντη της επαρχίας καταχραστή μυστικών κονδυλίων του υπουργείου εξωτερικών. Μπορεί να θεωρείς τον Πάγκαλο _______[αυτολογοκρισία]. Το cut a long story short, μπορεί να έχεις τη χείριστη γνώμη για τα εντός βουλής ερίφια. Και δεν αποκλείω καθόλου – μα καθόλου – να έχεις δίκαιο.

Επίσης, εγώ μπορεί να θεωρώ πως οι κάφροι της άνω πλατείας είναι γραφικοί τύποι που επειδή έπιασαν ένα λέηζερ στο χέρι αισθάνονται σαν τον Όμπι Ουάν Κενόμπι στον Πόλεμο τον Άστρων και σημαδεύουν ό,τι κινείται. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν αρκετά (διότι, θυμηθείτε, μαζί τα φάγαμε, το κατά δύναμιν ο καθένας) – στο ότι είναι απλά small time crooks που δεν πρόλαβαν να πιάσουν την καλή. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

Μπορεί πάλι να θεωρώ πως οι αιθεροβάμονες της κάτω πλατείας είναι γραφικοί τύπου που σήμερα ανακαλύπτουν την άμεση δημοκρατία, αύριο τον εξοστρακισμό – ίνα μη τι χείρον είπω. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν διότι – λόγω ιδεολογίας ή αφέλειας – δεν ήθελαν να προσπαθήσουν καν. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

 

Δεν είναι όμως τα ανωτέρω το ζητούμενο. Το ζητούμενο δεν είναι καν Μνημόνιο ή Αναθεωρημένο Μνημόνιο. Το ζητούμενο είναι: Μνημόνιο ή όχι Μνημόνιο;

Και αυτό το ερώτημα είναι θεμιτό να επιδέχεται διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τις ιδεολογικές θέσεις, την προσωπική κατάσταση και τις προσδοκίες του καθενός. Αλλά όχι με βάση την αγανάκτηση του καθενός – και όχι με κριτήριο του ποιός προτείνει τί. Μ’άλλα λόγια:

  • πιστεύεις στη χρεοκοπία της χώρας και την επιστροφή στη δραχμή, έχοντας επίγνωση των συνεπειών για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Ευρωζώνη (την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια!); Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δεν μπορείς διότι ετοιμάζεσαι να πάρεις τα χειμερινά ανάκτορα. Αν τα πάρεις, χαλάλι σου. Και στείλε με στη Σιβηρία. Μακάρι να μη σε πιάσει ο πασίγνωστος αφορισμός του γέρο Μαρξ και να τη βρεις την Ιθάκη της κομουνιστικής κοινωνίας.
  • πιστεύεις ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης, υποτασσόμενη (ναι, εκεί που φτάσαμε, αυτή είναι η λέξη αναγνώστα) στις προθέσεις των διεθνών δανειστών της; Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δε προφταίνεις γιατί κοιτάς που θα σφίξεις το ζωνάρι παραπάνω και πως θα διασφαλίσεις το μέλλον των παιδιών σου. Καλό κουράγιο.

 

  • πιστεύεις ότι το μνημόνιο είναι κακό επειδή στο πλασάρει ο Γιωργάκης; πιστεύεις ότι η διαπραγμάτευση του μνημονίου είναι καλό επειδή στην πλασάρει ο Σαμαράς; Πιστεύεις ότι το χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι απεχθές επειδή στο είπε το Debtocracy και ο Τσίπρας; πιστεύεις ότι η αγανάκτησή σου (μου του όλων) μπορεί να αλλάξει θετικά την κοινωνία στην οποία ζεις;

Πάρτο αλλιώς.

Εδώ και εδώ τα αφιερώματα των περασμένων ετών.

 Walt Whitman (1819–1892) – Leaves of Grass (1900)

City of Orgies

 City of orgies, walks and joys!

City whom that I have lived and sung in your midst will one day make you illustrious,

Not the pageants of you—not your shifting tableaux, your spectacles, repay me;

Not the interminable rows of your houses—nor the ships at the wharves,

Nor the processions in the streets, nor the bright windows, with goods in them;

Nor to converse with learn’d persons, or bear my share in the soiree or feast;

Not those—but, as I pass, O Manhattan! your frequent and swift flash of eyes offering me love,

Offering response to my own—these repay me;

Lovers, continual lovers, only repay me.

Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

 Awubowan: καλοσωρίσατε!

Αχουρβέδα… η «τέχνη της ζωής», η πανάρχαιη (λες και ότι πανάρχαιο είναι και θέσφατο) ινδική συνταγή για υγεία, μακροζωία και συχνές κενώσεις, επιβίωσε στην αγνότερη μορφή της στη Σρι Λάκνκα, όχι στην Ινδία. Ή τουλάχιστον αυτό θα σας πουν οι Σριλανκέζοι. Τη δοκίμασα  – ομολογουμένως, για πολύ λίγο χρόνο – και τη βρήκα υπερτιμημένη. Αρχικά, μια θεοχοντρή γιατρός βρήκε εμένα χοντρό και μου συνέστησε να χάσω βάρος «ειδικά απ’τα πόδια» (sic). Το γεγονός ότι τρέχω μαραθώνιο την άφησε παγερά ασυγκίνητη. Μάλλον βρίσκουν όλους τους Ευρωπαίους τουρίστες χοντρούς, αν και για να πούμε και του στραβού το δίκιο, οι περισσότεροι συμπατριώτες της Μέρκελ που τους επισκέπτονται όντως θεόχοντροι είναι. Τέλος πάντων, η γιατρός με ρώτησε τι προβλήματα έχω (τίποτε!) συνταγογράφησε à volonté μια χούφτα χειροποίητα χαπάκια, δυό ώρες ημερησίως μασάζ, βρωμερά λάδια που στάζουν στο μέτωπο και δεν επιτρέπεται να πλυθούν για τέσσερεις μέρες και αχουρβεδική σάουνα με … μπαχαρικά. Με 30 βαθμούς υπό σκιάν. Δεν ξέρω αν ήταν τα χάπια, το μασάζ, τα λάδια ή η φτωχή σε πρωτείνες δίαιτα, αλλά:

  • Ηρέμησα τελείως και κατά τη διάρκεια της κούρας ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο (οι 12 ώρες ύπνο τη μέρα και οι διακοπές μάλλον επίσης βοήθησαν) και
  • Στο τελευταίο ζύγισμα φάνηκε να πήρα 8 κιλά, κάνοντας την επιστημόνισσα να τραβάει τα μαλιά της! (φυσικά, τα κιλά έφυγαν αμέσως κόβοντας τους υδατάνθρακες και τρέχοντας μια 30αριά χιλιόμετρα στο βορειοευρωπαϊκό κρύο).

Βρείτε κάτι καλύτερο να κάνετε αν ποτέ πάτε.

Bούδας με ποίμνιο

 

Βούδες διάφοροι

Κούδες

 Βούδας: παντού. Με φωτοστέφανα με φωτορυθμικά και νέον. Σε ναούς. Σε βιτρίνες. Σε όλες τις στάσεις. Με όλες τις χειρονομίες (κάθε μία απ’τις οποίες έχει ένα ξεχωριστό νόημα, όπως: «φύγε απ’εδώ», «άστα διάλα», «καλημέρα κουμπάρε», «πίστωση σε κανέναν» «της θειάς σου» κτλ.). Με ένα τσούρμο καλόγερους τριγύρω. Σέβομαι όλες τις θρησκείες το ίδιο (ήτοι καθόλου) αλλά ο ξεπεσμός σε θρησκεία της φιλοσοφίας ενός σοφού ανθρώπου που αρνήθηκε την ύπαρξη του θεού και του διαβόλου 25 εκατοντάδες χρόνια πριν, μου μαχαιρώνει την καρδιά. Όλες οι παθολογίες του χριστιανισμού υπάρχουν στον βουδισμό – όπως επιβίωσε στη Σρι Λάνκα (κρατώ μια αμφιβολία για το ζεν βουδισμό, τον οποίο δεν έχω ακόμα παρατηρήσει από κοντά). Λειτουργίες (4 το πρωϊ, στο μοναστήρι δίπλα απ’το ξενοδοχείο μας, με τον τοπικό Άνθιμο να έχει αναρτήσει μεγάφωνα στους κοκκοφοίνικες). Εορτολόγιο. Κατήχηση. Αφιερώματα. Εκμετάλευση της αφέλειας του αμόρφωτου όχλου. Λείψανα (βλ. λ. δόντι). Αεισιχτίρι.

Γιόγκα: χέρι χέρι με την αχουρβέδα (βλ. λ.) και το διαλογισμό. Κάθε αχουρβεδικό θέρετρο που σέβεται τον εαυτό του (μόνο…) προσφέρει μαθήματα γιόγκα (συχνά νοικιάζοντας ένα ναό απ΄τους αδηφάγους μοναχούς του), όπου η θεόχοντρη μπακάλισσα απ΄το Μόναχο προσπαθεί να βρει τους αστράγαλούς της (μετά από χρόνια αποξένωσης) και να τους τιθασσεύσει στην ασάνα του λωτού. Μέσα σε δύο-τρείς βδομάδες. Εννοείται ότι μετά τη γιόγκα, ο μοναχός – δάσκαλος δε ντρέπεται να πουλήσει και … διαλογισμό στο ποίμνιο των τουριστών.  Σε μένα συνέβη σε ένα παραδείσιο νησί στο δέλτα του ποταμού Μπεντότα, όπου μοιράστηκαν σε ένα τσούρμο χοντρούς γερμανούς τουρίστες μαξιλάρια διαλογισμού (που δεν έφταναν ούτε για το ένα κωλομέρι των περισσοτέρων), και, χωρίς να τους εξηγηθεί η χρήση τους, τους αναγγέλθηκε ότι «τώρα θα κάνουμε διαλογισμό αγάπης και ευγένειας» (“love & kindness meditation”). Μια σχετικά απλή άσκηση, μισής ώρας και αν, την οποία κατέστρεψε η αδιάκοπη κίνηση των διαλογιζόμενων βοοειδών και οι συνεχείς διαμαρτυρίες τους για τα τσιμπήματα των εντόμων (βλ. λ.), την άμμο που τους έμπαινε στα κωλομέρια και τα χαλίκια που τους πλήγωναν τις φτέρνες. Αν πρέπει να διαλογιστείτε, κάντε το μόνοι σας.

Παιδιά ενός ανώτερου θεού...

Δόντι: το ένα και μοναδικό σωζόμενο δόντι (τραπεζίτης, μάλλον, ένεκα της στενής σχέσης του με το πορτοκαλοφόρο ιερατείο) του Αγίου Βούδα εβρίσκεται στην πόλη Κάντι, στο Ναό του Δοντιού (sic). Ή έτσι λέν τουλάχιστο. Διότι σκεπάζεται μόνιμα από εφτά βαρύτιμα χρυσοποίκιλτα καλύμματα, σε ένα χρυσελεφάντινο δωμάτιο του οποίου η πόρτα ανοίγει τρεις φορές τη μέρα (με εφιαλτική μουσική από τύμπανα και στριγγές ντόπιες τρομπέτες). Όσοι πιστοί προσέλθετε. Σύμφωνα με το μύθο, το πρώτο βασιλικό ζεύγος της Σρι Λάνκα το έφερε εκεί από την Ινδία (η κυράτσα το έκρυψε στην περμανάντ της) για να το γλιτώσουν από την καταστροφική μανία ενός Ινδού βασιλιά. Σημειωτέον: όταν ο βασιλιάς προσπάθησε να καταστρέψει το δόντι, αυτό «πέταξε στους αιθέρες και έλαμψε σαν άστρο». Συνεπώς, τζάμπα ο κόπος των Σριλανκέζων βασιλέων, το δόντι θα την έβγαζε καθαρή και από μόνο του.

Το θησαυροφυλάκιο του ιερού δοντιού - βοήθειά μας...

Έντομα: Ήτοι, κουνουπια, μύγες, αλογόμυγες, ελεφαντόμυγες, λιβελλούλες. Αδιακρίτως  είδους και ώρας, τσιμπάνε τα γαμημένα. Οι αχουρβεδιστές συστήνουν (τι άλλο!) ένα μίγμα σιτρονέλλας και αλλόης, το οποίο… δε δουλεύει. Τα χαϊμαλιά (βλ. λ) επίσης δε βοηθούν. Πάρτε το απόφαση, αν θέλετε να πάτε θα δώσετε αίμα.

Ζώα: Πολλά, και θαυμαστά. Διακρίνω έναν πλουμιστό τσαλαπετεινό (αφιερωμένο στους δύο του διαδικτύου), έναν ευγενέστατο ελέφαντα που έκανε την τουαλέτα του στα πέντε μέτρα από το τζιπ μας, και έναν τεράστιο πελαργό, που θα έκανε τους αλσατικούς ξαδέρφους του να κοκκινήσουν απ’τη ζήλεια τους.

Μετά τη σύσκεψη στο Μαξίμου, το συμβούλιο πήγε για μπάνιο

 

Στα πέντε μέτρα...

 

Η μητέρα όλων των πελαργών

 

 

Τσάντα με πόδια

 

Ήλιος και θάλασσα: 30 βαθμοί υπό σκιάν, με περιοδικές βροχούλες τα απογεύματα. Ευχάριστο διάλειμα απ’τον βορειοευρωπαϊκό χειμώνα. Ο ινδικός ωκεανός, ζεστός, αλλά δεν προσφέρεται για κολύμπι. Τα κύματα σπάνε σε ακανόνιστα διαστήματα (ακανόνιστα για τη μικρή μου διάνοια, φυσικά), και τα ρεύματα τραβάνε τους κολυμβητές στα βαθιά.

Υπάρχει η θάλασσα, και ποιός θα την αδειάσει;

Θρησκείες: τρεις κατά βάση. Βουδισμός, ινδουισμός, ισλαμισμός. Οι βουδιστές (πλειοψηφία, ακόμα) θεωρούν εαυτούς γηγενείς, και τους υπόλοιπους επήλυδες. Οι μωαμεθανοί (τους οποίους έφεραν οι Βρεττανοί απ’τις Ινδίες και ξέχασαν να τους πάρουν πίσω όταν ξεκουμπίστηκαν) είναι κυρίως αγρότες στο κέντρο και στο βορά της χώρας, και πολλαπλασιάζονται σαν κουνέλια. Οι ινδουιστές δεν πειράζουν κανένα. Υπάρχουν και κάποιες καθολικές ιεραποστολές, οι οποίες προσαρμόστηκαν στο τοπικό couleur local, βάζοντας τους αγίους τους σε βιτρίνες και φορώντας τους πορτοκαλόχρωμα ρούχα. Μέτρησα τουλάχιστον μια εικοσαριά Άννες και Μαρίες και, άγνωστο γιατί, πολλούς Αγίους Σεβαστιανούς.

Ίντερνετ: αραιά και που. Περιοχές ολόκληρες δεν έχουν δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, για wifi θα μιλάμε τώρα; Άψογη έλλειψη!

Κεϋλάνη: μην τους το πείτε, τους θυμίζει την αποικιοκρατία… Φρονίμως ποιούντες όμως, το κράτησαν αποκλειστικά σαν ονομασία προέλευσης για το τσάϊ (βλ. λ.).

Λίθοι 1. Πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι. Όπου πέρασε ο πόλεμος (βλ. λ.) και το τσουνάμι. Η ανοικοδόμηση αργή – η ΕΕ έχει δύο τρία προγράμματα (σε νταμπέλες), το ίδιο και οι σκανδιναβικές χώρες. 2. Πολύτιμοι: το νησί παράγει πολλά και φημισμένα πετράδια. Το «άστρο της ινδίας» του αγγλικού στέματος είναι, στην πραγματικότητα «άστρο της Κευλάνης», αλλά οι αποικιοκράτες αρκούντουσαν να αρπάζουν και δεν είχαν χρόνο να μαθαίνουν την προέλευση του πλιάτσικου. Μετά πολλών δισταγμών απέκτησα ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα με λίγα καράτια royal blue topaz. Επιτέλους, θα μπορώ και εγώ να υπογραμίζω με τις κινήσεις των χεριών μου τα ανύπαρκτα επιχειρήματά μου, όπως εκείνος ο μπουχέσας ο partner που’χα γνωρίσει στη Νέα Υόρκη, που’βγαζε ένα εξωφρενικό ποσό την ώρα – κατά πολύ εξαιτίας των μανικετόκουμπών του.

Μπαχτσίσι ήτοι Πουρμπουάρ. Παντού. Πάντα. Προαιρετικό; Εις μάτην προσπάθησα να τους επιστήσω την προσοχή στον φαύλο πληθωρηστικό κύκλο που επιφέρουν τέτοιες πρακτικές.

Νερό: πολύ. Ελάχιστο απ’ αυτό πόσιμο.

Ξεναγοί: δε χρειάζεστε παντού έναν, αλλά είναι σκέτη μασονία. Απαγορεύεται δια νόμου ακόμη και η απλή περιγραφή εικόνων σε ναούς, αξιοθέατα κτλ από μη ξεναγούς. Και όλοι θέλουν μπαχτσίσι (βλ.λ.)

Οδηγός: χρειάζεστε παντού έναν. Ακόμη και αν έχετε οδηγήσει στην Νάπολι, την Κατάνια, το Ριο (με ή χωρίς Αντιρρίο) ή την Πάτρα. Οδηγούν σαν τρελλοί. Δρόμοι με δύο λωρίδες σχεδόν παντού. Χωρίς διπλές γραμμές. Πουθενά. Προσπέρασμα (από τα δεξιά, από τ’αριστερά, από πάνω, κάτω πλαγίως) επιτρέπεται παντού. Ακόμη και αν δεν υπάρχει ορατότητα. Αρκεί να κορνάρεις πριν προσπεράσεις, Ά, και μόλις δεις αυτοκίνητο στην άλλη γραμμή, να γυρίσεις στη λωρίδα σου. Τόσο απλά. Αν δε υποφέρετε απ’ την καρδιά σας, τα πράγματα μπορεί να γίνουν και απλούστερα.

Πόλεμος: Οι θρησκευτικές διαφορές ήταν αυτές που αιματοκύλησαν το νησί για πάνω από είκοσι χρόνια, με τους μωαμεθανούς να θέλουν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος στο βορά. Σήμερα η κατάσταση έχει ηρεμήσει κατά πολύ (μετά από επιδιαιτησία της Νορβηγίας), με ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες να αποθαρρύνουν ταξίδια στα βόρεια της χώρας. Παρόλ’αυτά, ο στρατός είναι παντού.

Ρούπια: 1€ = 145 περίπου ρούπιες (θυμίζω, αν μας διαβάζουν παιδιά, ότι 1€ = 340.7500 δρχ.). 1€ είναι ένα μέτριο ως καλό φιλοδώρημα για έναν ανειδίκευτο εργάτη, του οποίου η οικογένεια μπορεί να εξασφαλίσει ένα γεύμα. Οι ξένοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα γεύμα με 1€ για δυό ετερόκλητους λόγους. Διάρροια (με το συμπάθειο) και διαφορετικά τιμολόγια γι’ αυτούς. Το βρήκα σωστό.

Σοσιαλησμός: με υπερηφάνεια αναφέρω ότι και η Σρι-Λάνκα, ως η αιωνία Ελλάς, είναι χώρα σοσιαληστική. Τόσο σοσιαληστική, που το πορτραίτο του σοσιαληστού μυστακοφόρου ηγέτου είναι αναρτημένο παντού: σε σταθμούς, ξενοδοχεία, αεροδρόμια,  εστιατόρια, χέστρες κοκ. Με τοπική ενδυμασία. Με στρατιωτικά. Με φωτοστέφανο…. Η Σρι Λάνκα έχει – και αυτή – επωφεληθεί της τεχνογνωσίας του ΔΝΤ – με καλύτερα αποτελέσματα απ΄την Ελλάδα: οι Σριλανκέζικοι μισθοί κυμαίνονται ήδη σε ανεκτά γι’αυτό επίπεδα. Ίσως πρέπει η Ελλάδα να γίνει λίγο πιο σοσιαληστική. Πάντως, η σοσιαληστική κυβέρνησις διαθέτει και δικό της Πάγκαλο (σε κιλά, όχι σε μπριο). Η Σρι Λάνκα θα έχει καλλικρατικές εκλογές σε ένα μήνα. Ο θρίαμβος των σοσιαληστών ποθούμενος και βέβαιος.

Για ακόμη καλύτερες ημέρες

[Σοβαρή παρένθεσις: η παρούσα κυβέρνηση κατάφερε να σταματήσει τον πόλεμο. Έχει επίσης κάποια προβληματάκια με την ελευθερία του τύπου – που και πού εξαφανίζεται και κανάς δημοσιογράφος. Ευτυχώς, τέτοια προβλήματα δεν τα έχει η εν Ελλάδι σοσιαλιστική κυβέρνησις, που τα παπαγαλάκια της τα έχει μη στάξει και μη βρέξει]

Τσάϊ: εκλεκτό. Πάμφθηνο. Όριο εισαγωγής στην ΕΕ: τρία κιλά ανά άτομο. BOPC

Ύπνος: ελαφρύς. Αχουρβεδικός. Δωδεκάωρος. Με μια παύση στις τέσσερεις το πρωϊ όπου οι καλόγεροι άρχιζαν τις ψαλμωδίες και εγώ περνούσα γενεές δεκατέσσερεις το Βούδα (βλ.λ.) τους, τους ίδιους, και όλους τους θηλυκούς συγγενείς τους μέχρι τρίτου βαθμού.

Φαί: κάρυ. Ρύζι. Όχι κόκκινο κρέας. Όχι καφέ. Όχι λευκή ζάχαρη. Όχι τσάι. Συνοδευόμενο από ζεστό νερό. Αποτοξινώνει…. αλλά θυμάμαι ακόμη το πρώτο χάμπουργκερ και την πρώτη μαργκαρίτα που απόλαυσα όταν επέστρεψα στη βάση μου!

Χαϊμαλιά: αναρίθμητα. Κάθε ναός και φυλαχτό. Ένα με έδωσε η αχουρβεδική γιατρός μου στο τέλος της θεραπείας, μουρμουρίζοντας «γιάμα γιάμα γιάμα γιάμα» μπροστά σε έναν δυσκοίλιο Βούδα. Με προφύλαξε από τα φίδια, τη χολέρα και τη μουχρίτσα. Όχι από το κρυολόγημα και τα κουνούπια. Δεν επαρκούσε η πίστη μου φαίνεται…

Κουνουποφαγωμένη χαϊμαλοφορούσα εύθυμη χειρ undantag

Ψυχαγωγία: η Σρι Λάνκα δεν είναι Ibiza. Οι τουρίστες κοιμούνται νωρίς. Ελάχιστα κλαμπ στο Κολόμπο. Οι ντόπιοι δε βλέπουν το αλκοόλ με ιδιαίτερα καλό μάτι.

Ω! Ξέχασα να σας πω τι επισκέφθηκα!

Επόμενη σελίδα: »