Όμως εσύ δεν μας ακούς


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Advertisements

Μπροστά στην κάλπι

(μουσική υπόκρουση, για όποιον δε σιχαίνεται, κάτωθι)

Και τό λεγα ο ρουφιάνος, δεν το λεγα;

όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, … , ένα τυχαίο γεγονός (…, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από … σημαίνον πρόσωπο, …) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

 Τι ήθελα και μίλησα, ο γκαντέμης; Δεν καθόμαν καλά, να δώ χτες (Halloween γαρ) στο ένα κανάλι το Δράκουλα στην τηλεόραση, στο άλλο την κοράκλα του Δράκουλα (και οσονούπω μαιτρέσσα του διαόλου), να ζητάν από τους βουλευτές σου να σε ρίξουν; Και να χειροκροτώ σύμπαν το Μητσοτακαίικο, για πρώτη φορά στην άμωμη ζωή μου;

What the hell were you thinking, if at all?

Όποιος ζητά δημοψήφισμα ή ψήφο εμπιστοσύνης για να λάβει λαϊκή και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, δεν το κάνει κατόπιν εορτής. Η θεία Άγγελα που πριν από κάθε Σύνοδο Κορυφής πηγαίνει στη Μπούντεσταγκ, ντιπ ηλίθια είναι; Βέβαια, σιγά μη πήγαινε και αυτή – αλλά υπάρχουν δικαστές στην Καρλσρούη, όχι σαν τους δικούς σου έχουν εξαντλήσει το κάμα σούτρα σε στάσεις εργασίας (αντισυνταγματικές απεργίες δηλαδή – μη χέσω).

Μη με παρεξηγείς, πολυχρονεμένε μου δημοκράτη, πιστεύω στον Κυρίαρχο Λαό, περισσότερο απόσο ο παππούς, ο πατέρας σου και εσύ μαζί (με την έννοια ότι οποιοσδήποτε θετικός αριθμός είναι μεγαλύτερος από το άθροισμα τριών μηδενικών). Αλλά, πως να το κάνουμε, για να κάνεις ένα δημοψήφισμα:

    • πρέπει ο λαός σου να έχει την κατάλληλη παιδεία. Όταν δημοψήφισμα έχει να συμβεί από το 74, και όταν όλα τα δημοψηφίσματα των ΕΛλήνων αφορούσαν την (πρόσκαιρη) έξωση των Γλυξβούργων, πως διάολο, μέσα σε δύο μήνες, τον καλείς, για πρώτη φορά, να λαβει το μέλλον του στα χέρια του; Ελιτίζω; Μπορεί. Αλλά το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Αν ο κυρίαρχος λαός αποτελείται από ένα συνονθύλευμα πρώην βολεμένων αγανακτιζμένων που θεωρούν τη μούντζα επαναστατική πράξη, ένα δημοψήφισμα με τρομάζει. Το δε αποτέλεσμά του, ακόμα περισσότερο. Όποιο και νά ναι.
    • πρέπει να υπάρχει ένα πραγματικό και ουσιαστικό ερώτημα. Όπως πολύ σωστά το έθεσαν στο BBC, «είναι σαν να ρωτάς τις γαλοπούλες αν θέλουν να ψηθούν τα χριστούγεννα«.  Ποιό είναι το ερώτημα; Ευρώ ή χρεοκοπία; Συμφωνώ (μπρρ) με τον αντιπρόεδρο, είναι ανεπίτρεπτο να εμφανίζονται γκάλλοπ που προτείνουν απόρριψη του μνημονίου με την Ελλάδα στο ευρώ (και αυτό δείχνει την πχιότητα του εκλογικού σώματος), αλλά ένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να είναι εκβιαστικό. Κάτι τέτοιο θα περιέγραφε (ξανά) το Σύνταγμα. (που’σαι: ούτε οι εκλογές μπορούν να είναι εκβιαστικές – οπότε, αν έχεις τη δεδηλωμένη, σκάσε και κυβέρνα, όπως μπορείς).
    • πρέπει να ενεργείς καλή τη πίστει και όχι να (εμ)παίζεις εν ου παικτοίς. Καλώς η κακώς, σ’αυτή την περιπέτεια (προπέτεια; ) που λέγεται Ευρώπη, είμαστε όλοι μαζί. Πώς θα φαινόταν στην κυβέρνηση και στους Έλληνες αν, μετά την Σύνοδο Κορυφής, η Μέρκελ έκανε δημοψήφισμα για την έγκριση του ποσοστού της Γερμανίας στην έκτη δόση του δανείου της Ελλάδας; Τώρα, μια τέτοια ενέργεια, νομιμοποιήθηκε για το μέλλον. Η «προσφυγή-στη-λαική-κυριαρχία-όταν-μας-βολεύει» είναι ένα παιχνίδι που μπορούν να το παίξουν όλοι – και πολύ καλύτερα.

Η Μεγάλη Σούμα: Vae Victis. Nunc nobis est bibendum. (ουαι τοις ηττημένοις – θα τον πιούμε).

Χτυπάω αυτές τις λίγες γραμμές, μοναχικέ/μοναδικέ μου αναγνώστα, όχι για να πείσω εσένα, παρά για να πείσω εμένα. Ή, καλύτερα, για να βάλω σε τάξη, στο θολωμένο μου μυαλό, τη μεγάλη εικόνα, την αποτελούμενη αλλά διακριτή από τις μικροπαπαριές που έρχονται κάθε μέρα στο προσωπικό ή επαγγελματικό μου e-mail, στις εφημερίδες, στις συναντήσεις και ταξείδια εργασίας, στα τσιτάτα των «μεγάλων».

Έτσι, αυτό το ποστ δε θα ασχοληθεί με το αν θα μας κουρέψουνε και πόσο ή αν θα πάμε να κουρευόμαστε, ούτε με το αν θα μας πτωχεύσουνε ή θα φτωχύνουμε, ούτε καν με τα (πολλώ σοβαρότερα) θέματα τι θα πλέξει η Κατσέλη μετά τη διαγραφή της ή αν η Ντόρα θα πάει με τον ή στο διάολο.

Με τι θα ασχοληθεί; Δώσε τώρα βάση μοναδικέ/μοναχικέ μου αναγνώστα:

  • η ανάγκη του ψαλιδίσματος των εισοδημάτων των υπερπλουσίων εδώ και καιρό προβάλλεται από τις μάζες (όσες έχουν ξυπνήσει) και δειλά-δειλά από θεσμικά όργανα. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε και εκπροσώπους αυτής της εξωπραγματικής ελίτ να θέλουν να πληρώσουν περισσότερους φόρους (1), (2). Φυσικά, όχι ακόμα στην Ελλάδα – που ποτέ της δεν αξιώθηκε μια μεγαλοαστική ελίτ της προκοπής. Γιατί το κάνουν αυτό; Σαφώς και όχι επειδή μας αγαπήσαν έτσι ξαφνικά: γι’ αυτό υπάρχει η φιλανθρωπία βρε κουτά! Και όλοι οι Κροίσοι, είναι, κατά παραδοχή, φιλάνθρωποι – διότι ξέρουν ότι η φιλανθρωπία συντηρεί το σύστημα (ο πεινασμένος που θα χορτάσει την πείνα του στο συσσίτιο, δε θα επαναστατήσει). Άρα, ανταποκρινόμενοι στα αιτήματα για φορολογική δικαιοσύνη, απλά αναγνωρίζουν ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο στην παρούσα του μορφή – και ζητάν η επανάσταση του 99% να γίνει με την άδεια της αστυνομίας του 1%.

  • Ανεξαρτήτως (ή μήπως, λόγω;) της μη βιωσιμότητας της φορολογικής αδικίας, η έννοια του «κοινωνικού κράτους» όπως το ξέραμε δε μοιάζει βιώσιμη. Ούτε εκεί όπου αυτό δεν υπάρχει (Αμέρικα), ούτε εκεί όπου (ακόμα) υπάρχει. Δε θα κουράσω με αναλύσεις υπογεννητικότητας, baby boomers που βγαίνουν στη σύνταξη κτλ. Ακόμη και αν όλα αυτά λύνονταν δια μαγείας, η κρίση απέδειξε ότι σίγουρες επενδύσεις που θα οδηγήσουν σε σίγουρες συντάξεις δεν υπάρχουν. Οικτρό παράδειγμα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία της Ελλάδας των οποίων το χαρτοφυλάκιο αποτελείται κατά βάσιν από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Με το παράδοξο, (οτ)αν συμβεί καμιά στραβή, το κράτος να καλείται ως imperium (φορέας δημόσιας εξουσίας) να χρηματοδοτήσει ταμεία που βρέθηκαν ακάλυπτα επειδή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του ως fiscus (συμμετέχων στην αγορά ομολόγων). Πρακτικά αδύνατο.
  • Μαλακία του όποιος δε διαφοροποίησε το χαρτοφυλάκιο του, θα μου πείτε. Δεκτό, αλλά ακόμη και αν είχαν κάνει, εξαιτίας της υψηλής αλληλεξάρτησης των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ιδρυμάτων παγκοσμίως, το μέσο αποτέλεσμα δε θα ήταν πολύ καλύτερο. Η αλληλεξάρτηση ως κατάρα.
  • Και ήταν πάντα έτσι μπαμπά; Όχι, μέχρι πριν λίγο καιρό, η αλληλεξάρτηση, σε συνδυασμό με ατελείς και τμηματικές λύσεις, ήταν βασικά συστατικά της επιτυχημένης π.χ. ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κοινοτική μέθοδος (méthode communautaire) δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο από τη συστηματική επίτευξη ατελών μα εφικτών συμφωνιών, γνωρίζοντας, πως μετά από λίγο, θα οδηγήσουν σε κρίση, που θα κάνει εφικτές περαιτέρω, πιο δραστικές (αλλά ατελείς) συμφωνίες, διότι είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα. Όποιος εδώ βλέπει τον κομμουνιστικό αφορισμό ότι ο καπιταλισμός πορεύεται από κρίση σε κρίση … έχει δίκιο. Á nos moutons, σύμφωνα με το ενωσιακό δόγμα (που τελικά δε διαφέρει σε πολύ απ’ το ορθόδοξο κοκ), η ενοποίηση μας περιμένει στο τέλος αυτής της πορείας ως Άγιο Δισκοπότηρο. Όταν η κρίση ήρθε σαν όρνιο περνώντας τον Ατλαντικό, για λίγες μέρες, πίστεψα πραγματικά ότι οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών θα τη σκαπούλαραν και πάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Μετά, κατάλαβα το σφάλμα μου. Οι προηγούμενες κρίσεις ήταν εσωτερικές – χρειαζόταν ένα ακόμη ανακάτωμα της τράπουλας. Τώρα, παίζουμε με τις Άγορες – που κρατάνε φύλλα. Για να μη σε πω ότι η τράπουλα είναι και λειψή και σημαδεμένη.

  • Για μια στιγμή μάστορα! Ακόμη και τώρα όμως ισχύει το άλλο κομμάτι της κοινοτικής μεθόδου, έτσι δεν είναι; Ήτοι, ακόμη είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ. πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι σίγουρος. Για δύο λόγους.
    • Πρώτον, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κατάσταση είναι ρευστή και ευμετάβλητη. Διότι εξαρτάται από τις Αγορές. Σε αυτό το βλογ δε θα ακούσετε μαλακίες περί αοράτων κωλόχερων, αυτορρύθμισης κτλ. Μετά τη Bear Sterns, oύτε ρεπουμπλικάνοι βολευτές δεν τα χάφτουν πλέον αυτά. Ούτε θα ακούσετε την Μέγιστη Παπάρα, ότι δηλαδή οι Αγορές είναι λογικές (markets are rational). Αν πιάσω στα χέρια μου τον οικονομολαμόγιο που πέταξε αυτή την ανεπίτρεπτη γενίκευση … Όλοι οι συμμετέχοντες στις αγορές είναι λογικοί, ή μάλλον συμφεροντολογικοί, με την έννοια ότι κοιτάζουν το συμφέρον τους, ανεξάρτητα, ή και σε βάρος, των άλλων. Όμως το συμφέρον του κάθε συμμετέχοντα χωριστά, αθροιζόμενο, δεν φτιάχνει κανένα «κοινό συμφέρον» το οποίο, λογικά, οι αγορές πρέπει να υπερασπιστούν. Επίσης, οι αγορές δεν είναι ζώα να έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το να ζητάς από τις «Αγορές» να κάνουν κράτει διότι, τυχόν πιστωτικό γεγονός, χρεωκοπία κράτους κοκ θα καταστρέψει και τις ίδιες, είναι σαν να θέτεις αναρίθμητα “prisoner’s dilemmas” σε όλους τους συμμετέχοντες, καθιστώντας την καταστροφή ακόμη πιο πιθανή.
    • Δεύτερον, όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, ακόμη και αν όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά τρώνε όλα τους τα κορν-φλέηκς και δεν πειράζουν τα άλλα παιδάκια, ένα τυχαίο γεγονός (μια παραίτηση σημαίνοντος προσώπου, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από άλλο σημαίνον πρόσωπο, ένα παιδάκι που θέλει πίσω τη δεκαρίτσα του όπως στη Μαίρη Πόππινς) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

Η Μεγάλη Σούμα; Την ανάγκην κοινοτυπίαν ποιούμενος, ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Ραντεβού στα Γουναράδικα…

πρόστυχε!

Έτσι είναι. Όταν αγοραίος ών/αγοραία ούσα στήνεσαι σε όλες τις στάσεις του καμασούτρα, έτσι και το διασκεδάζεις (ή θέλεις να δείξεις στον πελάτη ότι όντως το διασκεδάζεις), μέσα στην καύλα, θα πεις και κανα δυό βρωμόλογα.

Συνήθως, σχετικά με το μέγεθος, τη διάρκεια, το αποτέλεσμα. Το οποίο, ως γνωστόν, μετράει.

Τα βρωμόλογα είναι σωτήρια. Τα βρωμόλογα είναι σωτηρία. Δημιουργούν τη δέουσα (το μελιτζανάκι) οικειότητα μεταξύ όλων των συμμετεχόντων παρτεναίρ – έστω και αν πρόκειται για την πρώτη (ή/και την τελευταία) συνεύρεση. Σπάνε τον πάγο. Εξαφανίζουν την ντροπή. Ή, καλύτερα, τη διαμοιράζουν (όχι κατ’ανάγκην σε ίσα μερίδια) μεταξύ των συμμετεχόντων – όπως το εν ταυτώι λαμβάνον χώραν σέξ διαμοιράζει τα τυχόν αφροδίσια (αυτά πάλι σε ίσα μερίδια). Απ’ την άλλη πάλι, η ζωή έχει ρίσκο, δεν είναι υπερεθνική ένωση κυριάρχων κρατών…

Διότι τελικά, τι είναι το σεξ; Η ατμόσφαιρα είναι. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά. Ο 17ος κάνει την παρτούζα. Να οργανωθούμε βρε παιδιά, να οργανωθούμε.

ΥΓ: Μην ακούτε τι λένε οι άλλοι, οι ανοργασμικοί. Που δεν τους αρέσουν, λέει, τα βρωμόλογα. Δεν τους αρέσουν διότι δεν ένιωσαν ποτέ την καφτή ανάσα του σορτάκη στο λαιμό τους. Η αυτοικανοποίηση, δεν είναι μόνο αυτοικανοποίηση, είναι και λίγο οίηση. Τι βρωμόλογα να πεις μόνος κι έρημος όταν κάνεις ό,τι κάνεις στην ιδιωτικότητα της τουαλέτας σου ή, το πολύ, σε ένα βίδεο ρουμ, βλέποντας άλλους  να πηδιόσαντε; Το βρωμόλογο προϋποθέτει ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο, βαθιά δημοκρατική παιδεία και εμβριθή προετοιμασία. Προφυλάξεις. Περιεκτικότητα λόγου χωρίς αμετροέπεια. Προπαντός, υπευθυνότητα.

Άλλως, καταντά υπερεθνική ένωση κρατών.

Oskar Kokoschka, Τίγρη, 1969

Πόσες και πόσες ορθές μεταρρυθμίσεις δεν απέτυχαν μόνο και μόνο επειδή τις πρότεινε ένα μισητό καθεστώς! Και, αντιστρόφως, πόσες και πόσες άφρονες πράξεις δεν καταχειροκροτήθηκαν, μόνο και μόνο επειδή έφεραν τη σφραγίδα της μαχητικής νομιμοποίησης. Έτσι δε έχουν τα πράγματα, σε όλους τους τόπους, σε όλους τους καιρούς: αν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται σε ψηφοφορία, oι ψηφοφόροι αποφασίζουν λιγότερο με βάση το περιεχόμενό του και περισσότερο με βάση την εμπιστοσύνη που έχουν (ή δεν έχουν) στο πρόσωπο που το εισηγείται. Μετανοούμε και επανεξετάζουμε τα πράγματα μόνο κατόπιν εορτής.

Αμίν Μααλούφ, η Απορύθμιση του Κόσμου, Grasset, 2009, σελ. 116

[Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο και οι υπογραμμίσεις, του μαγαζιού]

 

Πάει καιρός πια που δε σου’γραψα, μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη. Λίγο η ευτυχία στην προσωπική μου ζωή, λίγο η δυστυχία στην επαγγελματική μου τοιαύτη (chicsic), λίγο τα ογκώδη γραπτά της δουλείας που θαρρείς στάζουν αίμα και που ρουφάνε το δικό μου, δεν πρόκαμα, και δεν μπόρεσα. Συμπάθα με.

Λίγες μέρες νωρίτερα διάβασα αυτό. Και σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές στο αργοπορημένο τραίνο της επιστροφής στο χωριό μετά από ταξείδιον εργασίας ευσυνειδήτου υπαλληλίσκου, διάβασα το κείμενο της εισαγωγής.

Και πήρα την άξαφνη απόφαση να γράψω γιατί σήμερις το βράδυ, μεσάνυχτα ώρα Νοτίου Δανιμαρκίας, μέσα στο Ναό της Δημοκρατίας, περί τα διακόσια ενενήκοντα εννέα (εξόν απ’ όσα έφαγαν οι λύκοι ή οι αρρώστιες) πρόβατα εκλήθησαν να βελάσουν τη εμπιστοσύνη τους σε μία νέα (οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες) κυβέρνηση. Η εμπιστοσύνη αυτή κανονικά βελάζεται κάθε φορά που σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, κάθε φορά που το ζητά ο Πρωθυπουργός ή (αντιστρόφως) κάθε φορά που η αντιπολίτευση καταθέτει πρόταση μομφής. Επί του παρόντος, η βελασθείσα εμπιστοσύνη είναι μονέδα χρειαζούμενη προκειμένου αυτή η νέα κυβέρνηση να εφαρμόσει τα μέτρα που απορρέουν από ένα κιτάπι που όλοι – είτε το έχουν διαβάσει είτε όχι, ονομάζουν «μνημόνιο» (αυτό είναι το χαϊδευτικό του, αναγνώστα, το πλήρες βαπτιστικό του είναι: μνημόνιο (αλληλο-)κατανόησης, memorandum of understanding – η κατανόηση όμως πήγε περίπατο).

Μιλώντας για κατανόηση, έξω απ’ το Ναό της Δημοκρατίας, περί τις κάμποσες χιλιάδες πρόβατα τε και ερίφια (εκ δεξιών και εξ αριστερών του Πατρός και της Πατρίδως ακατασχέτως), αυτοκλήτως εβέλασαν ότι δε δίνουν την εμπιστοσύνη τους στη νέα κυβέρνηση.

Υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, δε χρειάζεται ψήφος εμπιστοσύνης για την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτά περιλαμβάνονται στο αρχικό μνημόνιο – που αποτελεί νόμο του Κράτους. Ξαναμανά υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, σ’ἐνα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι Ἐλληνες μπορούν να συνέρχονται «ησύχως και χωρίς όπλα» αλλά – πέραν της ψήφου των στις εκλογές – άλλη ψήφο εμπιστοσύνης δε δίνουν. Όσο μια κυβέρνηση έχει τη δεδηλωμένη, οφείλει να κυβερνά. Μέχρι τη λήξη της θητείας της. Κουκιά μετρημένα.

Αυτά για εισαγωγή. Μακροσκελή, το ξέρω. Ίσως γιατί φοβάμαι, αναγνώστα, να σε γράψω αυτά που θέλω να σε γράψω. Καλά αν είσαι της κάτω πλατείας: θα με αποκαλέσεις όργανο του διεθνούς καπιταλισμού, θα υποβάλεις ψήφισμα καταδίκης των απόψεών μου στη λαϊκή συνέλευση και το πράγμα θα τελειώσει εκεί. Αν όμως είσαι της πάνω πλατείας; Θα με τυφλώσεις με λέιζερ; Θα με πεις να πάω σπίτι μου (μακάρι να’ξερα που είναι το σπίτι μου…); Θα με προπηλακίσεις; Θα με κουρέψεις και θα με σύρεις στο λαϊκό δικαστήριο δοσιλόγων; Ακόμη χειρότερα, αν δεν είσαι καμίας πλατείας, αν σου’χουν μόλις ξανα-περικόψει το μισθό σου, τη σύνταξή σου, την εκπαίδευση των παιδιών σου, τα φάρμακά σου, και με κοιτάξεις απλώς λυπημένα, εγώ τι θα κάνω;

Άλλα όποιος και να ’σαι (όοοοπου και να’σαι…) μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη, αν άντεξες ως εδώ, θα τ’ ακούσεις και η μισή ντροπή δική μου, η μισή δική σου. Δώσε τώρα βάση.

Μπορεί ο Γιωργάκης να είναι, κατά το ρηθέν υπό της Μαλβίνας «μπουχέσας γιός ενδόξου πατέρα». Μπορεί να μην είναι ικανός να αρθρώσει μια κύρια πρόταση στα νέα ελληνικά με υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο/κατηγορούμενο (τους επιθετικούς-επιρρηματικούς προσδιορισμούς και τις δευτερεύουσες προτάσεις του τις χαρίζω) Μπορεί να τον θεωρείς αμερικανάκι, σουηδάκι, εβραιομασώνο, όργανο του διεθνούς σιωνισμού που μας ψεκάζει για να εγκαταστήσει τη νέα παγκόσμια διακυβέρνηση, πουλημένο, ηλίθιο. Δεν αποκλείω επίσης καθόλου να είναι ορισμένα απ’ τα ανωτέρω.

Μπορεί να θεωρείς το Βενιζέλο έναν αμετροεπή επηρμένο αριβίστα εξουσιομανή διανοούμενο. Μπορεί να θεωρείς το Σαμαρά έναν πατριδοκάπηλο πολιτικάντη της επαρχίας καταχραστή μυστικών κονδυλίων του υπουργείου εξωτερικών. Μπορεί να θεωρείς τον Πάγκαλο _______[αυτολογοκρισία]. Το cut a long story short, μπορεί να έχεις τη χείριστη γνώμη για τα εντός βουλής ερίφια. Και δεν αποκλείω καθόλου – μα καθόλου – να έχεις δίκαιο.

Επίσης, εγώ μπορεί να θεωρώ πως οι κάφροι της άνω πλατείας είναι γραφικοί τύποι που επειδή έπιασαν ένα λέηζερ στο χέρι αισθάνονται σαν τον Όμπι Ουάν Κενόμπι στον Πόλεμο τον Άστρων και σημαδεύουν ό,τι κινείται. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν αρκετά (διότι, θυμηθείτε, μαζί τα φάγαμε, το κατά δύναμιν ο καθένας) – στο ότι είναι απλά small time crooks που δεν πρόλαβαν να πιάσουν την καλή. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

Μπορεί πάλι να θεωρώ πως οι αιθεροβάμονες της κάτω πλατείας είναι γραφικοί τύπου που σήμερα ανακαλύπτουν την άμεση δημοκρατία, αύριο τον εξοστρακισμό – ίνα μη τι χείρον είπω. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν διότι – λόγω ιδεολογίας ή αφέλειας – δεν ήθελαν να προσπαθήσουν καν. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

 

Δεν είναι όμως τα ανωτέρω το ζητούμενο. Το ζητούμενο δεν είναι καν Μνημόνιο ή Αναθεωρημένο Μνημόνιο. Το ζητούμενο είναι: Μνημόνιο ή όχι Μνημόνιο;

Και αυτό το ερώτημα είναι θεμιτό να επιδέχεται διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τις ιδεολογικές θέσεις, την προσωπική κατάσταση και τις προσδοκίες του καθενός. Αλλά όχι με βάση την αγανάκτηση του καθενός – και όχι με κριτήριο του ποιός προτείνει τί. Μ’άλλα λόγια:

  • πιστεύεις στη χρεοκοπία της χώρας και την επιστροφή στη δραχμή, έχοντας επίγνωση των συνεπειών για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Ευρωζώνη (την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια!); Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δεν μπορείς διότι ετοιμάζεσαι να πάρεις τα χειμερινά ανάκτορα. Αν τα πάρεις, χαλάλι σου. Και στείλε με στη Σιβηρία. Μακάρι να μη σε πιάσει ο πασίγνωστος αφορισμός του γέρο Μαρξ και να τη βρεις την Ιθάκη της κομουνιστικής κοινωνίας.
  • πιστεύεις ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης, υποτασσόμενη (ναι, εκεί που φτάσαμε, αυτή είναι η λέξη αναγνώστα) στις προθέσεις των διεθνών δανειστών της; Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δε προφταίνεις γιατί κοιτάς που θα σφίξεις το ζωνάρι παραπάνω και πως θα διασφαλίσεις το μέλλον των παιδιών σου. Καλό κουράγιο.

 

  • πιστεύεις ότι το μνημόνιο είναι κακό επειδή στο πλασάρει ο Γιωργάκης; πιστεύεις ότι η διαπραγμάτευση του μνημονίου είναι καλό επειδή στην πλασάρει ο Σαμαράς; Πιστεύεις ότι το χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι απεχθές επειδή στο είπε το Debtocracy και ο Τσίπρας; πιστεύεις ότι η αγανάκτησή σου (μου του όλων) μπορεί να αλλάξει θετικά την κοινωνία στην οποία ζεις;

Πάρτο αλλιώς.

Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

Ναι, τo ξέρω, εδώ γα(*#(*αι τα πάντα, οι Ευρωπέοι εταίροι μας μας «σώζουνε»αθώοι δολοφονούνται, Βγενόπουλοι δε συλλαμβάνονται και εγώ ο αφελής γιορτάζω γραφικές επετείους αντί να εξακολουθώ να ασχολούμαι με γραφικές επαιτείους.

Χρειάζομαι όμως έναν αέρα αισιοδοξίας. Το spread μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται, η Άγγελα μπορεί να συνεχίσει να καθυστερεί και ο ΓΑΠ μπορεί να συνεχίσει να παίρνει έντρομος νέα μέτρα για να κατευνάσει τις αγορές αύριο, όχι σήμερα. Όσων σας τη δίνει, προσπεράστε με ελαφρά πηδηματάκια.

Αλλά, ακόμη και τώρα που τα πάντα μοιάζουν τόσο μαύρα για τη χώρα και την Ευρώπη μας, ίσως θα’πρεπε να αυτοσφαλιαριστούμε όλοι και να αναλογιστούμε ότι:

καλώς ή κακώς, ένα μεγάλο κομμάτι της (όποιας) ευημερίας μας των τελευταίων 60 χρόνων

με μια ήπειρο κατεστραμμένη απ’τον πόλεμο

R. Schuman, Luxembourg, 29.06.1886 - Scy-Chazelles 04.09.1963

οφείλεται κατά πολύ σε έναν Γερμανογαλλολουξεμβούργιο δικηγόρο με τη φαεινή ιδέα να σταματήσει τις ένοπλες διαμάχες ελέγχοντας τα μέσα τους – και εμπλέκοντας τις άλλοτε αντιμαχόμενες πλευρές σε έναν «πόλεμο» εμπορίου, κανονιστικών ρυθμίσεων και διπλωματίας. Και να περιπλέξει τις ζωές και την ευημερία των πρώην αντιμαχομένων πλευρών τόσο πολύ τη μια με την άλλη, που ακόμη και αν θέλαν να πολεμήσουν στο μέλλον, θα τους ήταν ασύμφορο.

Τι ακριβώς γιορτάζουμε σήμερα λοιπόν;

Κλικ

 Σταχυολογώ από τη Διακήρυξη ενός απ΄τους Πατέρες της Ευρώπης (πλήρες κείμενο) – οι υπογραμμίσεις δικές μου.

Η παγκόσμια ειρήνη δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς δημιουργικές προσπάθειες ανάλογες των κινδύνων που την απειλούν. 
Η συμβολή της οργανωμένης και ζωντανής Ευρώπης στον πολιτισμό είναι απαραίτητη για τη διατήρηση των ειρηνικών σχέσεων.
Η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί δια μιας, θα διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που θα δημιουργήσουν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη.
Η συγκέντρωση των παραγωγών άνθρακα και χάλυβα θα εξασφαλίσει αμέσως την εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης, πρώτο στάδιο της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, και θα αλλάξει το πεπρωμένο αυτών των περιοχών που από πολύ καιρό ασχολούνται με την κατασκευή πολεμικών όπλων, των οποίων υπήρξαν τα πιο συνεχή θύματα. 
Η αλληλεγγύη της παραγωγής που θα διαμορφωθεί με αυτόν τον τρόπο θα αποδείξει ότι κάθε πόλεμος μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας όχι μόνον γίνεται αδιανόητος αλλά και υλικά αδύνατος
Αυτή η παραγωγή θα προσφερθεί σε όλον τον κόσμο χωρίς διακρίσεις ούτε εξαιρέσεις, ώστε να συμμετάσχουμε στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου και στην ανάπτυξη των ειρηνικών έργων.
Στον αντίποδα διεθνούς καρτέλ που τείνει να κατανέμει και να εκμεταλλεύεται τις εθνικές αγορές με περιοριστικές πρακτικές και με τη διατήρηση υψηλού κέρδους, η προβλεπόμενη οργάνωση θα εξασφαλίσει τη συγχώνευση των αγορών και την επέκταση της παραγωγής.

Επετεύχθησαν τα ανωτέρω; Ακόμη και σήμερα, αν κανείς είναι τίμιος πρέπει να παραδεχθεί πως ναι, σε ἐνα βαθμό.

Σύνδεσμοι:

Ίδρυμα Robert Schuman

Maison Robert Schuman

* Απόπειρα με το έτσι θέλω αγιοποίησης του Robert Schuman: η αλήθεια είναι ότι υπήρξε θρήσκος, όπως οι περισσότεροι ευημερούντες αστοί της εποχής του. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το παπαδαριό θα πρέπει να μας πάρει και τα σώβρακα καπηλευόμενο τη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης! Βάλτε το καλά στα λίγα εγκεφαλικά κύτταρα που δε σκότωσε η κατήχηση, η Ευρώπη δεν είναι χριστιανική – (δεν) το λέει και το Ευρωσύνταγμα! Μετά απ’όλ’αυτά, εννοείται πως ο τίτλος του ποστ, είναι απλά εμπνευσμένος από την αργκό των υπαλλήλων της Ένωσης, που έχουν επίσημη αργία την 9η Μαϊου…

Επόμενη σελίδα: »