Le sort du fils de famille


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Advertisements

E. Munch, Το χιονισμένο χωράφι

Ακόμη και αν όλα τριγύρω μου καταρρέουν αργά και μεθοδικά,

Ακόμη και αν όλοι οι μεγαλοσχήμονες καραγκιόζηδες δεν τα βρίσκουνε,

Ακόμη και αν ένας υπερατλαντικός καραγκιόζης φέρεται να είπε πως μπορεί η γειτονιά μου να γίνει ξανά χαράκωμα και να ξανανοίξουν τα μπούνκερ στο μετρό και τα υπόγεια των εκκλησιών,

Ακόμη και αν στερηθώ το χαλαρωτικό τσάι απ’τις Βρυξέλλες, τη σοκολάτα απ’τη Βιέννη, το άρωμα από πορτοκάλια της Καλαβρίας, τις αντίκες απ’το Νανσύ, και τις τόσες άλλες χαριτωμένες παπαριές που με φόρτωσε η πρόσκαιρη – και σχετική – χλιδή,

Έχω ακόμη το μυαλό και την καρδιά μου στη θέση τους, έχω τα (καλά) βιβλία που’χω διαβάσει αποθηκευμένα στο σκληρό της μνήμης μου, εκεί που ο καθημερινός κυνισμός δεν τἀχει αγγίξει,

Έχω – προπαντός – ένα κορμί μυρωδάτο και ζεστό, που με περιμένει το βράδυ όταν γυρνάω κουρασμένος απ’τη δουλειά,

Και που με αφήνει κουρασμένο με ένα φιλί, το επόμενο πρωἰ.

Γεννηθήκαμε και οι δυό κοντά στους αγρούς,

Ξέρουμε να κόβουμε ξύλα, να σκαλίζουμε πατάτες και να βάζουμε καλάμια για φασόλια,

Καταλαβαίνουμε πότε δένουν κεφάλι τα κρεμμύδια και τα λάχανα.

Θα επιβιώσουμε.

Αντέστε μου στο διάλο τοκογλύφοι.

E. Munch, Η βελανιδιά

Μπροστά στην κάλπι

(μουσική υπόκρουση, για όποιον δε σιχαίνεται, κάτωθι)

Και τό λεγα ο ρουφιάνος, δεν το λεγα;

όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, … , ένα τυχαίο γεγονός (…, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από … σημαίνον πρόσωπο, …) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

 Τι ήθελα και μίλησα, ο γκαντέμης; Δεν καθόμαν καλά, να δώ χτες (Halloween γαρ) στο ένα κανάλι το Δράκουλα στην τηλεόραση, στο άλλο την κοράκλα του Δράκουλα (και οσονούπω μαιτρέσσα του διαόλου), να ζητάν από τους βουλευτές σου να σε ρίξουν; Και να χειροκροτώ σύμπαν το Μητσοτακαίικο, για πρώτη φορά στην άμωμη ζωή μου;

What the hell were you thinking, if at all?

Όποιος ζητά δημοψήφισμα ή ψήφο εμπιστοσύνης για να λάβει λαϊκή και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση, δεν το κάνει κατόπιν εορτής. Η θεία Άγγελα που πριν από κάθε Σύνοδο Κορυφής πηγαίνει στη Μπούντεσταγκ, ντιπ ηλίθια είναι; Βέβαια, σιγά μη πήγαινε και αυτή – αλλά υπάρχουν δικαστές στην Καρλσρούη, όχι σαν τους δικούς σου έχουν εξαντλήσει το κάμα σούτρα σε στάσεις εργασίας (αντισυνταγματικές απεργίες δηλαδή – μη χέσω).

Μη με παρεξηγείς, πολυχρονεμένε μου δημοκράτη, πιστεύω στον Κυρίαρχο Λαό, περισσότερο απόσο ο παππούς, ο πατέρας σου και εσύ μαζί (με την έννοια ότι οποιοσδήποτε θετικός αριθμός είναι μεγαλύτερος από το άθροισμα τριών μηδενικών). Αλλά, πως να το κάνουμε, για να κάνεις ένα δημοψήφισμα:

    • πρέπει ο λαός σου να έχει την κατάλληλη παιδεία. Όταν δημοψήφισμα έχει να συμβεί από το 74, και όταν όλα τα δημοψηφίσματα των ΕΛλήνων αφορούσαν την (πρόσκαιρη) έξωση των Γλυξβούργων, πως διάολο, μέσα σε δύο μήνες, τον καλείς, για πρώτη φορά, να λαβει το μέλλον του στα χέρια του; Ελιτίζω; Μπορεί. Αλλά το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Αν ο κυρίαρχος λαός αποτελείται από ένα συνονθύλευμα πρώην βολεμένων αγανακτιζμένων που θεωρούν τη μούντζα επαναστατική πράξη, ένα δημοψήφισμα με τρομάζει. Το δε αποτέλεσμά του, ακόμα περισσότερο. Όποιο και νά ναι.
    • πρέπει να υπάρχει ένα πραγματικό και ουσιαστικό ερώτημα. Όπως πολύ σωστά το έθεσαν στο BBC, «είναι σαν να ρωτάς τις γαλοπούλες αν θέλουν να ψηθούν τα χριστούγεννα«.  Ποιό είναι το ερώτημα; Ευρώ ή χρεοκοπία; Συμφωνώ (μπρρ) με τον αντιπρόεδρο, είναι ανεπίτρεπτο να εμφανίζονται γκάλλοπ που προτείνουν απόρριψη του μνημονίου με την Ελλάδα στο ευρώ (και αυτό δείχνει την πχιότητα του εκλογικού σώματος), αλλά ένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να είναι εκβιαστικό. Κάτι τέτοιο θα περιέγραφε (ξανά) το Σύνταγμα. (που’σαι: ούτε οι εκλογές μπορούν να είναι εκβιαστικές – οπότε, αν έχεις τη δεδηλωμένη, σκάσε και κυβέρνα, όπως μπορείς).
    • πρέπει να ενεργείς καλή τη πίστει και όχι να (εμ)παίζεις εν ου παικτοίς. Καλώς η κακώς, σ’αυτή την περιπέτεια (προπέτεια; ) που λέγεται Ευρώπη, είμαστε όλοι μαζί. Πώς θα φαινόταν στην κυβέρνηση και στους Έλληνες αν, μετά την Σύνοδο Κορυφής, η Μέρκελ έκανε δημοψήφισμα για την έγκριση του ποσοστού της Γερμανίας στην έκτη δόση του δανείου της Ελλάδας; Τώρα, μια τέτοια ενέργεια, νομιμοποιήθηκε για το μέλλον. Η «προσφυγή-στη-λαική-κυριαρχία-όταν-μας-βολεύει» είναι ένα παιχνίδι που μπορούν να το παίξουν όλοι – και πολύ καλύτερα.

Η Μεγάλη Σούμα: Vae Victis. Nunc nobis est bibendum. (ουαι τοις ηττημένοις – θα τον πιούμε).

πρόστυχε!

Έτσι είναι. Όταν αγοραίος ών/αγοραία ούσα στήνεσαι σε όλες τις στάσεις του καμασούτρα, έτσι και το διασκεδάζεις (ή θέλεις να δείξεις στον πελάτη ότι όντως το διασκεδάζεις), μέσα στην καύλα, θα πεις και κανα δυό βρωμόλογα.

Συνήθως, σχετικά με το μέγεθος, τη διάρκεια, το αποτέλεσμα. Το οποίο, ως γνωστόν, μετράει.

Τα βρωμόλογα είναι σωτήρια. Τα βρωμόλογα είναι σωτηρία. Δημιουργούν τη δέουσα (το μελιτζανάκι) οικειότητα μεταξύ όλων των συμμετεχόντων παρτεναίρ – έστω και αν πρόκειται για την πρώτη (ή/και την τελευταία) συνεύρεση. Σπάνε τον πάγο. Εξαφανίζουν την ντροπή. Ή, καλύτερα, τη διαμοιράζουν (όχι κατ’ανάγκην σε ίσα μερίδια) μεταξύ των συμμετεχόντων – όπως το εν ταυτώι λαμβάνον χώραν σέξ διαμοιράζει τα τυχόν αφροδίσια (αυτά πάλι σε ίσα μερίδια). Απ’ την άλλη πάλι, η ζωή έχει ρίσκο, δεν είναι υπερεθνική ένωση κυριάρχων κρατών…

Διότι τελικά, τι είναι το σεξ; Η ατμόσφαιρα είναι. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά. Ο 17ος κάνει την παρτούζα. Να οργανωθούμε βρε παιδιά, να οργανωθούμε.

ΥΓ: Μην ακούτε τι λένε οι άλλοι, οι ανοργασμικοί. Που δεν τους αρέσουν, λέει, τα βρωμόλογα. Δεν τους αρέσουν διότι δεν ένιωσαν ποτέ την καφτή ανάσα του σορτάκη στο λαιμό τους. Η αυτοικανοποίηση, δεν είναι μόνο αυτοικανοποίηση, είναι και λίγο οίηση. Τι βρωμόλογα να πεις μόνος κι έρημος όταν κάνεις ό,τι κάνεις στην ιδιωτικότητα της τουαλέτας σου ή, το πολύ, σε ένα βίδεο ρουμ, βλέποντας άλλους  να πηδιόσαντε; Το βρωμόλογο προϋποθέτει ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο, βαθιά δημοκρατική παιδεία και εμβριθή προετοιμασία. Προφυλάξεις. Περιεκτικότητα λόγου χωρίς αμετροέπεια. Προπαντός, υπευθυνότητα.

Άλλως, καταντά υπερεθνική ένωση κρατών.

Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

Με την ευκαιρία της πρόσφατης υποβάθμισης του χρέους της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και (φευ) της προεδρεύουσας την ΕΕ μέχρι τέλη Ιουνίου Ισπανίας.

 

Ο πολύς νομπελίστας Paul Krugman, με προχτεσινό άρθρο τους στους NY Times, αναφέρεται στην ακροαματική διαδικασία που άρχισε στην Αμερικανική Γερουσία σε σχέση με το σορτάρισμα της αγοράς ακινήτων απ’ την Goldman Sachs (η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ στοιχημάτιζε εναντίον των πελατών της!). Στα ηλεκτρονικά μηνύματα που διαβάστηκαν, οι υπάλληλοι της Goldman καυχούνταν για το κατόρθωμα τους (να έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα).

Αλλά, το πρόβλημα (και το θέμα) δεν ήταν αυτά τα μηνύματα. Ήταν, όπως σωστά επισημαίνει ο Krugman εκείνα που έστειλαν οι υπάλληλοι των οίκων αξιολογήσεων, δίνοντας ΑΑΑ σε τίτλους που λίγο καιρό μετά ονομάζονταν «τοξικοί».

Ποιοι είναι οι οίκοι αυτοί; Κατά βάσιν Fitch, S&P, Moody’s, DBRS. Η αγορά είναι (ειδικά τα τελευταία χρόνια) ολιγοπωλιακή.

Τι υποτίθεται ότι κάνουν; Έρευνα αγοράς: είναι πωλητές εκτιμήσεων για την ποιότητα των τίτλων που εκδίδει μια εταιρεία (ένα κράτος, ένας φορέας τοπικής αυτοδιοίκησης, κτλ). Με αυτόν τον τρόπο, επενδυτές (ειδικά «θεσμικοί επενδυτές», αλλά όχι μόνο) αποφασίζουν αν θα αγοράσουν ή θα σορτάρουν τους τίτλους αυτούς (δηλαδή αν θα επενδύσουν στην ευημερία του εκδότη ή στη χρεοκοπία του).

Τι πραγματικά κάνουν: εκμεταλλεύονται την ολιγοπωλιακή τους θέση και το ρόλο τους στην αγορά για να πλασάρουν στην αγορά σκουπίδια ή επιδεινώσουν τις πιθανότητες αδυναμίας δανεισμού (και άρα, τα κέρδη των αγοραστών naked credit default swaps) εκδοτών σε κακή οικονομική κατάσταση.

Μια θετική αξιολόγηση είναι συνήθως αρκετή για το πλασάρισμα στην αγορά ενός τίτλου. Η επενδυτική τράπεζα λοιπόν έχει τη δυνατότητα να «δώσει κάτι παραπάνω» στον οίκο αξιολόγησης που θα της κάνει τη δουλειά ή να «δώσει κάτι λιγότερο» στον οίκο αξιολόγησης που θα στριντζώσει. Εναλλακτικά, μπορεί να δηλώσει ότι θα τους προτιμήσει για μελλοντικές αρπαχτές εεεε εκδόσεις ήθελα να πω.

Γιατί είναι σημαντικοί για την Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία; 

Η πιστοληπτική διαβάθμιση (credit rating) ενός τίτλου ή ενός εκδότη χρησιμοποιείται ως κριτήριο για τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου πιστοληπτικής διαβάθμισης από το Ευρωσύστημα στα πλαίσια της άσκησης εργασιών νομισματικής πολιτικής [1, 2]  ή πράξεων συναλλάγματος με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ΕΚΤ και των λοιπών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης.

Χονδρικά, αν ένας εκδότης ομολόγων έχει κακή πιστοληπτική διαβάθμιση, τα ομόλογά του δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν ενέχυρο για την άντληση ρευστότητας (ρευστού ντε!) απ’ το ευρωσύστημα. Αν έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί, επιδείνωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης κάτω από ένα όριο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης (ως εδώ, φέρτε πίσω τα λεφτά μας και πάρτε τα σκουπίδια σας!) ή το αίτημα αύξηση/υποκατάστασης του ενεχύρου (margin call/substitution of collateral: δώστε κάτι παραπάνω/δώστε κάτι καλύτερο αν θέλετε να κρατήσετε τα λεφτά).

Και φυσικά οι τράπεζες που έχουν στα χέρια τους τίτλους που γίνονται σκουπίδια (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές) αποκτούν αυξημένο πρόβλημα εξεύρεσης ρευστότητας – με αποτέλεσμα η δική τους πιστοληπτική διαβάθμιση να υποβαθμίζεται – και ούτω καθεξής.

 

CAVEAT: ο undantag δεν παραγνωρίζει ότι η κατάσταση των οικονομικών της Ελλάδας, θύμα του κρατισμού και της λαμογιάς χρόνων, δεν είναι η καλύτερη.

ΑΛΛΑ, ο αξιολογητής δεν πρέπει να είναι άμεμπτος;

Επίσης, το να εξαρτάται το μέλλον μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας από έναν ιδιωτικό οίκο αξιολόγησης, το καταλαβαίνω. Ένας λαός όμως (εν προκειμένω, πολλοί λαοί); Είναι δυνατόν;

(άντε καλά, ο κανόνας της φθίνουσας χρησιμότητας του εισοδήματος – όταν εγώ πήγαινα πανεπιστήμιο το σύγγραμα της Δημοσίας Οικονομικής δεν είχε ακόμη μεταφραστεί).

Με αφορμές:

1. δημοσίευμα του Βήματος για τα νέα μέτρα – ιδέα μου, ή η λέξη «κλίμακα» δεν υπήρχε στο άρθρο αυτό;

2. την καταπλητική αφίσα που βρήκα εδώ.

 

Ο κανόνας λοιπόν αυτός – σα να βλέπω τον υπέργηρο καθηγητή μου να τον ξαναεξηγεί μπροστά στα έκθαμβα μετεφηβικά μάτια μου, λέει τα εξής άκρως επιστημονικά:

 

– Αν ο Χ έχει μηνιαίο εισόδημα 1000 ευρώπουλων (ΣΣ: εμφανώς, μεγιστάνας του πλούτου), χρειάζεται 500 για το ενοίκιο (ΣΣ: γκαρσονιέρα στα Ταμπούρια – με συγκάτοικο), 300 για να φάει (ΣΣ: Happy Meals, κουλούρια, αδέσποτες γάτες και νεράτζια από τις νεραντζιές του κέντρου, αν υπάρχουν ακόμα) 150 άλλες πάγιες ανάγκες (ΣΣ: ο αγαθός καθηγητής εν έτει …., φώς νερό τηλέφωνο, ένα ρούχο και ένα σινεμά είχε υπόψιν, σήμερα προσθέστε κινητό και ίντερνετ…) και τα υπόλοιπα 50 στην άκρη για μια κακιά στιγμή (ΣΣ: δεν είχαν βγει ακόμη τότε τα δάνεια κακιάς στιγμής με προνομιακό επιτόκιο) .

– Αν πάλι ο Ψ έχει μηνιαίο εισόδημα 10.000 ευρώπουλων (ΣΣ: ήτοι το 1/3 ενός δικηγόρου της Πλ. Κωλωνακίου = ακριβώς ένας Κούγιας, από άποψη ύψους), χρειάζεται 1500 ευρώ για το ενοίκιο (ΣΣ: τριάρι στην Κηφισσίας), 1500 για να φάει (ΣΣ:  Μπαιρακτάρης, Καράμπαμπας) 1500 άλλες πάγιες ανάγκες (ΣΣ:  φώς νερό τηλέφωνο, δυό ρούχα, δύο σινεμά, 700 ευρώ στην παραδουλεύτρα, κινητά και ίντερνετ έχει στο γραφείο), και τα υπόλοιπα 5.500 … στην άκρη για μια κακιά στιγμή (ΣΣ: αν η κακιά στιγμή είναι το τελευταίο σκυλοτράγουδο της Βίσση, στην άκρη θα μαζευτούν πέντε δίσκοι εκείνης της τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρας λουλουδούς) .

– Αν πάλι ο Ω έχει μηνιαίο εισόδημα 100.000 ευρώπουλων (ΣΣ: ήτοι τριών δικηγόρων της Πλ. Κωλωνακίου μαζί = 1 ολόκληρος Κούγιας από άποψη ύψους = περί τα 1.5 @ρχιδι@ συνολικά), χρειάζεται 7000 ευρώ για το ενοίκιο (ΣΣ: διαμέρισμα στην Εκάλη -αν δεν το’χει αγοράσει ακόμη), 4000 για να φάει (ΣΣ:  υπάρχει ακόμη το Boschetto;) 4000 άλλες πάγιες ανάγκες (ΣΣ:  φώς Εβιάν τηλέφωνο, τρία ρούχα, τρία σινεμά μια παράσταση της Ντενίσης, 700 ευρώ στην παραδουλεύτρα, 700 στον μπάτλερ και 700 στη μαγείρισα, κινητά και ίντερνετ έχει στο γραφείο), και τα υπόλοιπα 85.000 … στην άκρη για μια κακιά στιγμή (ΣΣ: και οι νήσοι Κάυμαν, στην άκρη του χάρτη βρίσκονται) .

Ελπίζω έγινα αντιληπτός. Πιο λιανά, ο κανόνας αυτός λέει ότι:

– οι πάγιες ανάγκες είναι πάγιες ανάγκες, ένα μίνιμουμ το οποίο πρέπει να παραμένει αφορολόγητο διότι, αν φορολογηθεί, στην επόμενη φορολογική χρήση το κράτος θα έρθει ενώπιον ενωπίωι μ’ένα μάτσο άχρηστα κόκκαλα.

– όσο απομακρύνεται κανείς από τις πάγιες ανάγκες, τόσο τείνει ή να αποταμιεύει ή (ανάλογα με τη νοοτροπία) να ξοδεύει σε πράγματα χωρίς τα οποία θα μπορούσε να ζήσει…  δηλαδή, όσο αυξάνεται το εισόδημα, τόσο μειώνεται η χρησιμότητά του.

Πρακτική εφαρμογή του κανόνα είναι η κλίμακα φορολογικού συντελεστή στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων…

Εννοείται πως, ο κανόνας της φθίνουσας χρησιμότητας του εισοδήματος δε βρίσκει εφαρμογή επί εταιρειών, όπου η χρησιμότητα του κατακρατούμενου εταιρικού κέρδους (μετά την αφαίρεση των δαπανών και την πληρωμή μερίσματος) είναι μηδενική. Οι εταιρείες – δυστυχώς – δεν μπορούν να μείνουν ένα μάτσο κόκκαλα. Κατά συνέπεια, η κλίμακα φορολογικού συντελεστή δεν (πρέπει να) εφαρμόζεται επί εταιρειών.

Τ’άκουσες, Γιωργάκη, τα νέα;

(και γράμματα γνωρίζω…)

Επόμενη σελίδα: »