Quel siècle de mains


Σε προεκλογική κουβέντα με καλό βούλγαρο συνάδελφο που σκαμπάζει λιγάκι απ’ τα ελληνικά πράγματα, ενώ του εξηγούσα ότι (ξεκινώντας απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά) τα μεν χρυσαύγουλα είναι επικίνδυνοι φασίστες, ο δε ΛΑΟΣ λιγότερο επικίνδυνος κωλοτούμπας, οι δε Ανεξέλληνες, ντιπ για μπιτ καμένοι, οι δε φύρδην μίγδην φιλελεύθεροι μόνο κατ’ όνομα, οι δε ΠΑΣΟΚΝΔ κωλοπετσωμένοι, απέλπιδες και διεφθαρμένοι, η δε ΡΗΜΑΔ δεκανίκι με μια εσάνς αριστερισμού, οι δε ΣΥΡΙΖΑ άπειροι επαναστάτες του γλυκού νερού, μεθυσμένοι απ’ την προοπτική της εξουσίας, το δε ΚΚΕ ναρκωμένο μες τη Μ-Λ του ναφθαλίνη, η δε μη κοινοβουλευτική αριστερά ενδιαφέρουσα μα ανύπαρκτη, ερωτήθην υπέρ ποίων διάλο τάσσομαι. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο, Χ, παρακάλεσα. Μετά από πολύ πρόγκηγμα, και την τελευταία γουλιά από Μαβρούτ, αναγκάστηκα να του ομολογήσω ότι – αν ψήφιζα, και παρά την αηδία που θα ένιωθα – θα το’ριχνα στους κωλοπετσωμένους, απέλπιδες και διεφθαρμένους – ή στο αριστερό δεκανίκι.
– «Γιατί;»
– «Γιατί μόνο αυτοί έχουν ήδη κάνει την κωλοτούμπα τους και θα ακούσουν τη φωνή του αφέντη τους αμέσως. Όλοι οι άλλοι είναι είτε αμελητέοι, είτε τουλάχιστο μια κωλοτούμπα μακρυά, είτε και τα δυό – και καιρός για χάσιμο δεν υπάρχει.»
– фанариот …
– «Μπαρδόν;»
– фанариот = Φαναριώτης. Έτσι λέγαμε στη Βουλγαρία των πρώτων μεταρρυθμίσεων μετά το «σοσιαλισμό» (μόρφασε, και σούφρωσε τα φρύδια του τόσο που γίνανε ζευγάρι εισαγωγικά, και περιέκλεισαν τη λέξη τρυφερά, όπως τα βυζιά της Ντόλυ Πάρτον το κεφάλι του Μπαρτ Ρέινολντς), τους «πεφωτισμένους» (φρύδια σε υπερωρίες) εκείνους «πατριώτες» (όχι άλλο, θα κάνεις ρυτίδες!) που πίστευαν ότι η «εναρμόνιση» (too late…) με την «Ευρώπη» θα ήταν «πανάκεια». Κοντολογίς, τοποτηρητές ξένου καθεστώτος, σαν τους πουλημένους Έλληνες του Φαναρίου που η Πύλη έστελνε στη Μολδοβλαχία για να’χει το κεφάλι της ήσυχο με τους βαρβάρους. Καλλιεργημένοι μπάσταρδοι, ανήκοντες παντού και πουθενά.
Για άλλη μια φορά, θαύμασα την οξυδέρκεια της νεολαίας των προς βοράν γειτόνων μας – που, λόγω σοσιαλισμού θες, λόγω εξορθολογισμού θες, δεν είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου περί του «ένδοξού μας βυζαντινισμού» που συνεχιζόταν μέσω Φαναρίου.
– «Και εγώ; фанариот;»
– «Ε, εδώ που τα λέμε, και εσύ, λιγάκι фанариот …» Φρύδια στην ημιανάπαυση. Requiem: Et lux perpetua luceat eis.

 

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα αργά. Και άσχημα. Ήμουν ένας фанариот. Και κολυμπούσα πλάι στη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ, σε μια φουρτουνιασμένη Μεσόγειο που, άγνωστο πώς – καιγόταν κιόλας. Μακριά απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Με απλωτές. Στομάχι κήτους, ή στομάχι «συμ-πατριώτου»; Καλύτερα φύκια. Και μεταξωτές κορδέλες επίσης. Κανίβαλοι. Χέρια απλωμένα, χέρια σφιχτά. Τι έμεινε να σφίγγουν; Χέρια που μουντζώνουν – το προφανές. Χέρια που δεν ξέρεις αν είναι ακόμη συνδεδεμένα με το υπόλοιπο σώμα ή ακρωτηριασμένα.
Μάτια. Αλλήθωρα. Απελπισμένα. Πεταγμένα έξω. Σχεδόν πάντοτε, μυωπικά.
Στο βάθος, το καράβι που αγωνιζόμουν να προφτάσω. Είχε άραγε foie gras και mombazillac στ’αμπάρια του, και μούτσους που γίναν καπεταναίοι στη γέφυρά του; Μα για στάσου, δεν ήταν ακριβώς αυτό το καράβι που βύθισε το δικό μας; Τότε γιατί του φωνάζουν να βοηθήσει; Ναι, αυτό ήταν, τα κανόνια του αχνίζουν ακόμα. Αλλάζει ρότα; Έρχεται να μας πάρει (να μας κάνει τί😉 ή παίρνει θέση για άλλον έναν κανονιοβολισμό; Αλλά πάλι, είναι δική μου ιδέα (τα κύματα με χτυπάν από παντού, δεν έχω πια την αίσθηση του ορίζοντα) ή βυθίζεται σιγά-σιγά και αυτό;
Από άλλο μύθο, ξεκρέμαστες εντελώς, σαν κάγκουρας που έρχεται σε πάρτυ χωρίς μια κάσα Martini, υπήρχαν και Σειρήνες που πετούσαν τριγύρω απ’ τη Σχεδία της Μέδουσας ΙΙ. Χωρίς Οδυσσέα – που λεφτά για κατάρτια, σχοινιά και σαπούνια: πωλητέλειες. Αλλά με πολλούς Θερσίτες. Που κάναν διάλογο με τις Σειρήνες. Και δεν ήξερες, μετά από λίγο, ποιος ήταν ποιος.

Δεν άλλαζα φαίνεται, και βούλιαζα. Περίμενα την Κριστίν-Λευκοθέα με το μαντήλι της, να ηρεμήσει τα κύματα, αλλ’ αντ’ αυτής μέσα στο νερό ξεπρόβαλε το πρόσωπο του Νηρέα. Ασπρομάλλης εκατόχρονος τώρα, μα κάποτε κολυμπούσε σαν σολoμός Νορβηγίας στα ήρεμα νάματα του Μάαστριχτ όταν ο κόσμος ήταν νέος. Κοιμόταν. Τον ύπνο του δικαιούχου. «Άκου να δεις νεαρέ» βρυχήθηκε. «Για να φτάσει το καρυδότσουφλο τη ναυ-αρχίδα χρειάζεται κοινή εποπτεία στις μηχανές, κοινή εγγύηση της καθαρότητας των καυσίμων και συλλογική αγγαρεία στο καθάρισμα του αμπαριού. Για να γίνουν ολ’αυτά, χρειάζονται πέντε τέρμινα. Έχεις μια βδομάδα.»

Ξύπνησα κάθιδρος. Φόρεσα τη στολή μου, έδεσα τις αρβύλες μου, μάζεψα την αιώρα και ετοιμάστηκα να ανεβώ από το μπαλαούρο στο κατάστρωμα, να προλάβω το συσσίτιο. Επιπλέαμε. Πλέαμε; Αλλάζαμε; Βουλιάζαμε; Αλαλάζαμε.

Σε πιο ευτυχισμένες μέρες, κάποιος γνωστός, καθηγητής στο Λούβρο, είχε αναφέρει πως το στερεωτικό βερνίκι (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που χρησιμοποίησε για τον πίνακα ο Géricault δεν έπιανε στο μαύρο χρώμα. Αποτέλεσμα: τα μέρη του πίνακα με μαύρη μπογιά εξαπλώνονται σιγά, αλλά σταθερά. Και αναπότρεπτα.

Είναι γνωστό πως η τέχνη μιμείται τη ζωή.

Advertisements

E. Munch, Το χιονισμένο χωράφι

Ακόμη και αν όλα τριγύρω μου καταρρέουν αργά και μεθοδικά,

Ακόμη και αν όλοι οι μεγαλοσχήμονες καραγκιόζηδες δεν τα βρίσκουνε,

Ακόμη και αν ένας υπερατλαντικός καραγκιόζης φέρεται να είπε πως μπορεί η γειτονιά μου να γίνει ξανά χαράκωμα και να ξανανοίξουν τα μπούνκερ στο μετρό και τα υπόγεια των εκκλησιών,

Ακόμη και αν στερηθώ το χαλαρωτικό τσάι απ’τις Βρυξέλλες, τη σοκολάτα απ’τη Βιέννη, το άρωμα από πορτοκάλια της Καλαβρίας, τις αντίκες απ’το Νανσύ, και τις τόσες άλλες χαριτωμένες παπαριές που με φόρτωσε η πρόσκαιρη – και σχετική – χλιδή,

Έχω ακόμη το μυαλό και την καρδιά μου στη θέση τους, έχω τα (καλά) βιβλία που’χω διαβάσει αποθηκευμένα στο σκληρό της μνήμης μου, εκεί που ο καθημερινός κυνισμός δεν τἀχει αγγίξει,

Έχω – προπαντός – ένα κορμί μυρωδάτο και ζεστό, που με περιμένει το βράδυ όταν γυρνάω κουρασμένος απ’τη δουλειά,

Και που με αφήνει κουρασμένο με ένα φιλί, το επόμενο πρωἰ.

Γεννηθήκαμε και οι δυό κοντά στους αγρούς,

Ξέρουμε να κόβουμε ξύλα, να σκαλίζουμε πατάτες και να βάζουμε καλάμια για φασόλια,

Καταλαβαίνουμε πότε δένουν κεφάλι τα κρεμμύδια και τα λάχανα.

Θα επιβιώσουμε.

Αντέστε μου στο διάλο τοκογλύφοι.

E. Munch, Η βελανιδιά

Ο πόνος στο στομάχι μου με σκότωνε – ακόμη και πριν οι μπράβοι της συνοδείας μας μας αρχίσουν στις γρήγορες, όταν οι πόρτες της δεξίωσης των μεγαλοπαραγόντων του φεστιβάλ έκλεισαν για το κοινό. Εκείνος πάλι, δεν πτοήθηκε – ίσως η γυμναστική προστατεύει το στομάχι απ’τα χτυπήματα με σιδηρογροθιά καλύτερα από το κητώδες λίπος. Ίσως πάλι η αναισθησία, από επάγγελμα, έγινε χόμπυ.

Ήταν όλοι τους εκεί. Ο νέγρος με το χαμόγελο του οραματιστή, που έπαιζε σε κουλτουριάρικα μεταμοντέρνα γουέστερν, ο βαψομαλιάς νταβαντζής με τα εμφυτευμένα πίπουλα (ταινίες σοφτ πορνό – ναπολιτάνικες καντζονέτες), ο μπασμένος που’χε γυρίσει μια σειρά σαν χωροφύλακας στο Σαιν Τροπέ παραδίπλα, η ανοργασμική άφυλη ηθοποιός δίχως ηλικία, που πρωταγωνιστούσε σε κοινωνικές ταινίες του Γούντι Άλλεν (μυστήριο μέγα – το στούντιο με το οποίο είχε υπογράψει, μέχρι πρότινος γύριζε μόνο πορνό). Ά, και εκείνος ο γεράκος, με τα μαγουλάκια τα κόκκινα από το αλκοόλ , που κανείς δε θυμόταν σε τι έπαιζε.

Είκοσι και βάλε, με τους παρατρεχάμενους.

Και προπάντων, ήταν εκεί αυτή. Ο μεγάλος ρόλος της: γκουβερνάντα της Κλάρας και της Χάιντι. Άτεγκτη, μέσα στο μωβ συνολάκι της μακαρίτισσας, καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. Ξέχασα να αναφέρω πως τα τραπέζια είχαν τοποθετηθεί σε σχήμα πι, στη μέση του οποίου στεκόμασταν εμείς, μπροστά από δύο κοντοπόδαρα σκαμνάκια.

«Καθήστε»

Οι ευμεγέθεις μηροί μου συμπλήρωσαν τη διαφορά ύψους, και κατάφερα να καθίσω άνετα. Εκείνος πάλι, έδειχνε να υποφέρει, καθισμένος ανακούρκουδα. Εμ βέβαια. Κάνουμε σπορ, αλλά χωρίς stretching. Σε όλα του ερασιτέχνης.

«Κατηγορούμενε, απολογήσου. Γιατί χάλασες την πιάτσα; Μόνο οι κριτικοί αποφασίζουν για την αξία μιας ταινίας, το ξέρεις. Το κοινό έχει λόγο μετά τη βράβευση, και μόνο αν έχει πληρώσει εισιτήριο».

Ατάραχος, σηκώθηκε απ’ το σκαμνί. Τώρα τελευταία το παράκανε με τους μπάφους, και κυκλοφορούσαν φήμες ότι η μάνα και
ατζέντισσά του του ριχνε βαρβιτουρικά στα ντολμαδάκια. Ασυγχώρητα πολλά ναρκωτικά, ακόμη και για τον κόσμο του θεάματος.

Είχαμε προβάρει την απολογία δεκάδες φορές στο αεροπλάνο. Μακάρι να θυμόταν τες λέξεις και την προφορά. Σαν υπνωτισμένος, άρχισε την απαγγελία:

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία

δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,

και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,

ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός

 να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία

 είναι που κάμνουνε μια ιστορία

μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί  αυτοί.
(Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ δεν
τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,  για το
παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,

 κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,

με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

 Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·

 η κατοχή σας είν’ επισφαλής:

 η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.

 Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,

 κι από την άλληνα την συναφή,

 κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·

 είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;

 σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,

 βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·

 πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,

 κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,

 απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,

 να δούμε τι απομένει πια, μετά

 τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.

 Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.

 Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

 Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.

 Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

 Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Μα τι διάολο. Δεν ήξερα τι από τα δύο με εξέπληξε περισσότερο. Απ’τη μια, δεν ήταν το κείμενο που συμφωνήσαμε. Απ’την
άλλη, το απήγγειλε τέλεια, σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος. Αυτός, που πάντα του ήταν πιότερο εικόνα, παρά ήχος.

Ένα παγερό γέλιο απλώθηκε στην αίθουσα – λες και ήμουν σε ντοκυμανταίρ του National Geographic για τις ύαινες. Ο αλκοολικός γέρος μου πέταξε ένα εκλαίρ, που έπιασα στον αέρα και άρχισα να μασουλάω, όταν η γκουβερνάντα άνοιξε τα κουμπιά του μωβ ταγιέρ της και του έδειξε τα μαραμένα στήθη της. Θα φτυνα, αλλά η ευγένεια και ο φόβος με σταμάτησαν. Κι έπειτα, σε εποχές ισχνών αγελάδων δεν είναι να χαραμίζει κανείς φαί.

«Έλα, μη φοβάσαι, τελείωσε. Καταλαβαίνουμε»

Σαν υπνωτισμένος προχώρησε μπροστά, γονάτισε και άρχισε να βυζαίνει.

Μετά από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, έπεσε στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες.

Εκείνη τη στιγμή, μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου άνοιξε και ένας μειλίχιος γέρων με λευκά μαλιά και ρούχα βγήκε από μέσα. Σοφία καθόταν στο πρόσωπό του και δύναμη στο χέρι του. Κρατούσε ένα φιαλίδιο με ένα λασπώδες υγρό, απ΄το οποίο έβγαιναν, αραιά και που, μπουμπουλήθρες.

«Γιαν Κλώντ, είσαι σίγουρος;»

«Ναι, Αντζέλικα – δε μπορεί να του χει κανείς καμία εμπιστοσύνη πιά. Τώρα που βγήκα στη σύνταξη, θα πάρω τη θέση του, και όσο κρατήσει.»

Ο λατίνος νταβατζής σήκωσε το σακί με πατάτες απ’τις φαβορίτες και τα μουστάκια, φέρνοντας τη γελοία μοσχαροκεφαλή στο επίπεδο των ματιών του. Άφοβα, ο υπερκόσμιος γέρων έκοψε μια τούφα τρίχες απ’το ποντικομαμίστικο μουστάκι και τις έριξε μέσα στο φιαλίδιο, το οποίο στη συνέχεια εκένωσε μέχρι τελευταίας ρανίδος. Το σακί ξανάπεσε με δύναμη στο πάτωμα, με τον ιταλό να σκουπίζει όλο σιχασιά τα χέρια του πάνω στο Brioni κουστούμι του.

Ο σεβάσμιος γέρων έπεσε στα τέσσερα, ασθμαίνοντας. Το δέρμα του κόχλαζε σαν αναβράζον κερί, και, μπροστά στα μάτια μας τα χέρια του άλλαξαν, το ανάστημά του ορθώθηκε και τα μαλλιά του έπεσαν. Το ευγενές του πρόσωπο άλλαξε στη μοσχαροκεφαλή που χα μπροστά μου τα τελευταία δύο χρόνια –μόνο τα μάτια του διατηρούσαν το παλιό, ποιητικό τους βάθος.

«Έτοιμος να επιστρέψω».

Και εγώ; Με είχαν άραγε ξεχάσει;

«Και τί θα κάνουμε με το χοντρό;» Ρώτησε η ανοργασμική άφυλλη ματρώνα, που με είχε πάντα άχτι, άγνωστο γιατί.

«Είναι ακίνδυνος. Θα τον μυήσουμε όμως, για παν ενδεχόμενο.»

Άξαφνα, ο γέρος με τα κόκκινα μάγουλα και ο νταβατζής με έστησαν στα τέσσερα. Και ο εφιάλτης άρχισε. Ο ένας μετά τον άλλο, με πρώτο το μαύρο, με σοδόμισαν σκληρά. Ακόμη και οι γυναίκες, άγνωστο πως.

Τρείς ώρες μετά, με άφησαν, έτοιμο να λιποθυμήσω, στο γρασίδι του εσωτερικού κήπου του ανακτόρου. Η τελευταία εικόνα που αντίκρυσα, ένα νεκρό τζιτζίκι, απ’αυτά που τόσο ευδοκιμούν στην Προβηγκία, να σύρεται από μια αρμαθιά μυρμήγκια.

«Χειμωνιάζει.» Σκέφτηκα. Και μετά τίποτε.

Έκλεισα τα μάτια. Μυστηριωδώς πώς, το στομάχι μου δεν με πονούσε πια.

Χτυπάω αυτές τις λίγες γραμμές, μοναχικέ/μοναδικέ μου αναγνώστα, όχι για να πείσω εσένα, παρά για να πείσω εμένα. Ή, καλύτερα, για να βάλω σε τάξη, στο θολωμένο μου μυαλό, τη μεγάλη εικόνα, την αποτελούμενη αλλά διακριτή από τις μικροπαπαριές που έρχονται κάθε μέρα στο προσωπικό ή επαγγελματικό μου e-mail, στις εφημερίδες, στις συναντήσεις και ταξείδια εργασίας, στα τσιτάτα των «μεγάλων».

Έτσι, αυτό το ποστ δε θα ασχοληθεί με το αν θα μας κουρέψουνε και πόσο ή αν θα πάμε να κουρευόμαστε, ούτε με το αν θα μας πτωχεύσουνε ή θα φτωχύνουμε, ούτε καν με τα (πολλώ σοβαρότερα) θέματα τι θα πλέξει η Κατσέλη μετά τη διαγραφή της ή αν η Ντόρα θα πάει με τον ή στο διάολο.

Με τι θα ασχοληθεί; Δώσε τώρα βάση μοναδικέ/μοναχικέ μου αναγνώστα:

  • η ανάγκη του ψαλιδίσματος των εισοδημάτων των υπερπλουσίων εδώ και καιρό προβάλλεται από τις μάζες (όσες έχουν ξυπνήσει) και δειλά-δειλά από θεσμικά όργανα. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε και εκπροσώπους αυτής της εξωπραγματικής ελίτ να θέλουν να πληρώσουν περισσότερους φόρους (1), (2). Φυσικά, όχι ακόμα στην Ελλάδα – που ποτέ της δεν αξιώθηκε μια μεγαλοαστική ελίτ της προκοπής. Γιατί το κάνουν αυτό; Σαφώς και όχι επειδή μας αγαπήσαν έτσι ξαφνικά: γι’ αυτό υπάρχει η φιλανθρωπία βρε κουτά! Και όλοι οι Κροίσοι, είναι, κατά παραδοχή, φιλάνθρωποι – διότι ξέρουν ότι η φιλανθρωπία συντηρεί το σύστημα (ο πεινασμένος που θα χορτάσει την πείνα του στο συσσίτιο, δε θα επαναστατήσει). Άρα, ανταποκρινόμενοι στα αιτήματα για φορολογική δικαιοσύνη, απλά αναγνωρίζουν ότι το σύστημα δεν είναι βιώσιμο στην παρούσα του μορφή – και ζητάν η επανάσταση του 99% να γίνει με την άδεια της αστυνομίας του 1%.

  • Ανεξαρτήτως (ή μήπως, λόγω;) της μη βιωσιμότητας της φορολογικής αδικίας, η έννοια του «κοινωνικού κράτους» όπως το ξέραμε δε μοιάζει βιώσιμη. Ούτε εκεί όπου αυτό δεν υπάρχει (Αμέρικα), ούτε εκεί όπου (ακόμα) υπάρχει. Δε θα κουράσω με αναλύσεις υπογεννητικότητας, baby boomers που βγαίνουν στη σύνταξη κτλ. Ακόμη και αν όλα αυτά λύνονταν δια μαγείας, η κρίση απέδειξε ότι σίγουρες επενδύσεις που θα οδηγήσουν σε σίγουρες συντάξεις δεν υπάρχουν. Οικτρό παράδειγμα, τα συνταξιοδοτικά ταμεία της Ελλάδας των οποίων το χαρτοφυλάκιο αποτελείται κατά βάσιν από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Με το παράδοξο, (οτ)αν συμβεί καμιά στραβή, το κράτος να καλείται ως imperium (φορέας δημόσιας εξουσίας) να χρηματοδοτήσει ταμεία που βρέθηκαν ακάλυπτα επειδή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του ως fiscus (συμμετέχων στην αγορά ομολόγων). Πρακτικά αδύνατο.
  • Μαλακία του όποιος δε διαφοροποίησε το χαρτοφυλάκιο του, θα μου πείτε. Δεκτό, αλλά ακόμη και αν είχαν κάνει, εξαιτίας της υψηλής αλληλεξάρτησης των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ιδρυμάτων παγκοσμίως, το μέσο αποτέλεσμα δε θα ήταν πολύ καλύτερο. Η αλληλεξάρτηση ως κατάρα.
  • Και ήταν πάντα έτσι μπαμπά; Όχι, μέχρι πριν λίγο καιρό, η αλληλεξάρτηση, σε συνδυασμό με ατελείς και τμηματικές λύσεις, ήταν βασικά συστατικά της επιτυχημένης π.χ. ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η κοινοτική μέθοδος (méthode communautaire) δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο από τη συστηματική επίτευξη ατελών μα εφικτών συμφωνιών, γνωρίζοντας, πως μετά από λίγο, θα οδηγήσουν σε κρίση, που θα κάνει εφικτές περαιτέρω, πιο δραστικές (αλλά ατελείς) συμφωνίες, διότι είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα. Όποιος εδώ βλέπει τον κομμουνιστικό αφορισμό ότι ο καπιταλισμός πορεύεται από κρίση σε κρίση … έχει δίκιο. Á nos moutons, σύμφωνα με το ενωσιακό δόγμα (που τελικά δε διαφέρει σε πολύ απ’ το ορθόδοξο κοκ), η ενοποίηση μας περιμένει στο τέλος αυτής της πορείας ως Άγιο Δισκοπότηρο. Όταν η κρίση ήρθε σαν όρνιο περνώντας τον Ατλαντικό, για λίγες μέρες, πίστεψα πραγματικά ότι οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών θα τη σκαπούλαραν και πάλι, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Μετά, κατάλαβα το σφάλμα μου. Οι προηγούμενες κρίσεις ήταν εσωτερικές – χρειαζόταν ένα ακόμη ανακάτωμα της τράπουλας. Τώρα, παίζουμε με τις Άγορες – που κρατάνε φύλλα. Για να μη σε πω ότι η τράπουλα είναι και λειψή και σημαδεμένη.

  • Για μια στιγμή μάστορα! Ακόμη και τώρα όμως ισχύει το άλλο κομμάτι της κοινοτικής μεθόδου, έτσι δεν είναι; Ήτοι, ακόμη είναι οικονομικά, πολιτικά κτλ. πιο συμφέρον να προχωρήσει κανείς μπροστά παρά να τα καταστρέψει όλα, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι σίγουρος. Για δύο λόγους.
    • Πρώτον, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κατάσταση είναι ρευστή και ευμετάβλητη. Διότι εξαρτάται από τις Αγορές. Σε αυτό το βλογ δε θα ακούσετε μαλακίες περί αοράτων κωλόχερων, αυτορρύθμισης κτλ. Μετά τη Bear Sterns, oύτε ρεπουμπλικάνοι βολευτές δεν τα χάφτουν πλέον αυτά. Ούτε θα ακούσετε την Μέγιστη Παπάρα, ότι δηλαδή οι Αγορές είναι λογικές (markets are rational). Αν πιάσω στα χέρια μου τον οικονομολαμόγιο που πέταξε αυτή την ανεπίτρεπτη γενίκευση … Όλοι οι συμμετέχοντες στις αγορές είναι λογικοί, ή μάλλον συμφεροντολογικοί, με την έννοια ότι κοιτάζουν το συμφέρον τους, ανεξάρτητα, ή και σε βάρος, των άλλων. Όμως το συμφέρον του κάθε συμμετέχοντα χωριστά, αθροιζόμενο, δεν φτιάχνει κανένα «κοινό συμφέρον» το οποίο, λογικά, οι αγορές πρέπει να υπερασπιστούν. Επίσης, οι αγορές δεν είναι ζώα να έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το να ζητάς από τις «Αγορές» να κάνουν κράτει διότι, τυχόν πιστωτικό γεγονός, χρεωκοπία κράτους κοκ θα καταστρέψει και τις ίδιες, είναι σαν να θέτεις αναρίθμητα “prisoner’s dilemmas” σε όλους τους συμμετέχοντες, καθιστώντας την καταστροφή ακόμη πιο πιθανή.
    • Δεύτερον, όταν ένα σύστημα είναι σε ένταση, ρευστό και ευμετάβλητο, η πιθανότητα της αποσταθεροποίησής του λόγω τυχαίων γεγονότων αυξάνεται ραγδαία. Έτσι, ακόμη και αν όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά τρώνε όλα τους τα κορν-φλέηκς και δεν πειράζουν τα άλλα παιδάκια, ένα τυχαίο γεγονός (μια παραίτηση σημαίνοντος προσώπου, μια μαλακία για να περνάει η ώρα από άλλο σημαίνον πρόσωπο, ένα παιδάκι που θέλει πίσω τη δεκαρίτσα του όπως στη Μαίρη Πόππινς) μπορεί να κάνουν τα πάντα στάχτη και Burberry’s.

Η Μεγάλη Σούμα; Την ανάγκην κοινοτυπίαν ποιούμενος, ζούμε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Ραντεβού στα Γουναράδικα…

πρόστυχε!

Έτσι είναι. Όταν αγοραίος ών/αγοραία ούσα στήνεσαι σε όλες τις στάσεις του καμασούτρα, έτσι και το διασκεδάζεις (ή θέλεις να δείξεις στον πελάτη ότι όντως το διασκεδάζεις), μέσα στην καύλα, θα πεις και κανα δυό βρωμόλογα.

Συνήθως, σχετικά με το μέγεθος, τη διάρκεια, το αποτέλεσμα. Το οποίο, ως γνωστόν, μετράει.

Τα βρωμόλογα είναι σωτήρια. Τα βρωμόλογα είναι σωτηρία. Δημιουργούν τη δέουσα (το μελιτζανάκι) οικειότητα μεταξύ όλων των συμμετεχόντων παρτεναίρ – έστω και αν πρόκειται για την πρώτη (ή/και την τελευταία) συνεύρεση. Σπάνε τον πάγο. Εξαφανίζουν την ντροπή. Ή, καλύτερα, τη διαμοιράζουν (όχι κατ’ανάγκην σε ίσα μερίδια) μεταξύ των συμμετεχόντων – όπως το εν ταυτώι λαμβάνον χώραν σέξ διαμοιράζει τα τυχόν αφροδίσια (αυτά πάλι σε ίσα μερίδια). Απ’ την άλλη πάλι, η ζωή έχει ρίσκο, δεν είναι υπερεθνική ένωση κυριάρχων κρατών…

Διότι τελικά, τι είναι το σεξ; Η ατμόσφαιρα είναι. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά. Ο 17ος κάνει την παρτούζα. Να οργανωθούμε βρε παιδιά, να οργανωθούμε.

ΥΓ: Μην ακούτε τι λένε οι άλλοι, οι ανοργασμικοί. Που δεν τους αρέσουν, λέει, τα βρωμόλογα. Δεν τους αρέσουν διότι δεν ένιωσαν ποτέ την καφτή ανάσα του σορτάκη στο λαιμό τους. Η αυτοικανοποίηση, δεν είναι μόνο αυτοικανοποίηση, είναι και λίγο οίηση. Τι βρωμόλογα να πεις μόνος κι έρημος όταν κάνεις ό,τι κάνεις στην ιδιωτικότητα της τουαλέτας σου ή, το πολύ, σε ένα βίδεο ρουμ, βλέποντας άλλους  να πηδιόσαντε; Το βρωμόλογο προϋποθέτει ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο, βαθιά δημοκρατική παιδεία και εμβριθή προετοιμασία. Προφυλάξεις. Περιεκτικότητα λόγου χωρίς αμετροέπεια. Προπαντός, υπευθυνότητα.

Άλλως, καταντά υπερεθνική ένωση κρατών.

Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

 

(κλικ!)

Ο

 ξανθός μεσόκοπος κύριος με το σοβαρό ριγέ κουστούμι και την φανταιζί παράταιρη γραβάτα, μετά το ντους εγκατέλειψε το Καπρίτσιο των Θεών περί τις 12.00 εκείνο το σαββατιάτικο πρωί. Ο φρουρός, μόλις που σήκωσε το βλέμμα από την ταμπλόιντ εφημερίδα που μετά μανίας διάβαζε. Σε όσους προσπαθούσαν να μπουν σαββατιάτικα, εξαντλούσε το απόθεμα της αυστηρότητάς του. Όσοι βγαίναν, δεν τον πολυενδιέφεραν. Εξαιτίας μιας μυστήριας γραφειοκρατικής αντίληψης πως, ό,τι έχει ήδη γίνει απ’ την υπηρεσία, είναι καλά καμωμένο (οπότε τι τα σκαλίζεις) ή έχει τις ντουλάπες του γεμάτες σκελετούς (οπότε τι τα σκαλίζεις).

«Ούτως η άλλως, διαβρώνεται το σύστημα απ’ τα μέσα; Όχι.» σκέφτηκε πριν διασχίσει το δρόμο που’κοβε το ανάκτορο στα δυο. Γύρισε το βλέμμα του πρώτα προς στα αριστερά, προς τη βουή της Rue Beliard. Μετά προς τα δεξιά. Αχρείαστη προφύλαξη, τέτοια ώρα και μέρα απ’ εκεί δεν περνούσε κανένας.

Το ξερό νεαρό δέντρο στη μικρή πλατεία στη μέση του δρόμου. Τι τραγική ειρωνεία, το είχε φυτέψει η Επίτροπος επί του Περιβάλλοντος (πριν προχωρήσει στα μεγαλεία της Αντιπροεδρίας της Επιτροπής), μια επέτειο ημέρας του περιβάλλοντος. Δεν το σήκωσε το Βρυξελιώτικο κλίμα. Δεν είχε αγκάθια. Να θυμηθεί να τηλεφωνήσει στο φίλο του στο Cabinet (ΣτU: προφέρεται «καμπινέ»), να αλλάξουν το δέντρο. Ή να βγάλουν την πλακέτα, τουλάχιστο. Δεν είμεθα δια τέτοια συμβολικά ρεζιλίκια μέρες που’ ναι. Αλλά ξέχασε, θα τον δει αύριο το απόγευμα στο thé dansant. Αλλά ξέχασε, δε δουλεύει πια για τη θεία Μάργκοτ.

Διέσχισε το δρομάκι στρίβοντας ελαφρώς προς τα δεξιά. Το νεαρό δέντρο μπορεί να πέθανε, τα αγριόχορτα γύρω του όμως όχι. Θυμήθηκε τη γερμανική παροιμία «Unkraut stirbt nicht». Τράβηξε την ανηφόρα. Αριστερά του, ένα χάος από κρύσταλλο και ατσάλι με μιαν αρμαθιά κουρελιασμένες σημαίες που χόρευαν στον κρύο νοεμβριάτικο αέρα. Δεξιά του (καθρεφτιζόμενο όμως και αριστερά), ένας περίκλειστος κήπος με ψηλά δέντρα. Τυχαίο; Μάλλον τυχαίο.

Τα όμορφα σπίτια της Rue Vautier. Μπήκε σε ένα από τα πρώτα. Και εκεί, ο φύλακας, παρόλο μου έμπαινε, μόλις που σήκωσε το βλέμμα του από το περιοδικό με τα sudoku που έλυνε. Ίσως γιατί το μουσείο ήταν τζάμπα. Ίσως γιατί, μετά από τόσα Σάββατα και Κυριακές, τον είχε συνηθίσει, και του ήταν αόρατος. Ίσως γιατί γενικά δεν έδινε δεκάρα; Ποιος δίνει δεκάρα άλλωστε, μέρες που είναι;

Με γρήγορο βήμα, προσπέρασε την κεντρική αίθουσα του μουσείου με τους τεράστιους πίνακες (μια περιπέτεια της μιάμισης νύχτας του’ χε πει πως οι πίνακες αυτοί για το ζωγράφο ήταν ό,τι η ολοκαίνουργια Porsche για έναν νεάζοντα πρώην γιάπη: επιμήκυνση πέους). Ένας άλλος συνήθης θαμώνας, μπροστά απ’ τον πίνακα των Ελλήνων και των Τρώων που παλεύουν για το σώμα του Πατρόκλου, του ’ριξε μια φευγαλέα ερωτηματική ματιά. Τον αγνόησε, ούτε κατά διάνοια δε μπορούσε να εμπιστευθεί έναν άνθρωπο που περνούσε το πρωινό του Σαββάτου μπροστά σε ένα σύμπλεμα ματωμένων γυμνών μυών με τόσο αφύσικες συσπάσεις.

Υπνωτισμένος, έφτασε στο δωμάτιο με τους μικρού μεγέθους πίνακες. Ήταν εκεί, πιστή στο ραντεβού.

Του μπι κοντίνιουντ

Επόμενη σελίδα: »