Ο undantag ήταν καλεσμένος για brunch σε φίλους εις τας εξοχάς εχθές.

– «Τι να φέρω;»

– «Τίποτε μωρέ. Gute Laune (= καλή διάθεση)»

– («Ε πώς…»)

Και επειδή οι εν λόγω φίλοι έχουν αδυνατίσει πολύ τώρα τελευταία (και εγώ όχι!), ας κάνω κάτι να τους φέρω στα ίσα τους…

Που διάλο είναι αυτή η συνταγή που με άφησε ο φίλος μου ο Lars πριν την κάνει τελευταία φορά για Όσλο; Eureka!

Skillingboller στη Νορβηγία, Kanelbullar στα μεγαλύτερα αδερφάκια τους της Σουηδίας (ως και οι βάρβαροι Γερμανοί και Αυστριακοί έχουν κάτι αντίστοιχο: Zimtschnecken – Zuckerschnecken). Καμία σχέση με haute pâtisserie φυσικά. Απλά, καθημερινά υλικά, με μόνη πολυτέλεια παλαιότερα για τις χώρες του μακρινού βορρά, την κανέλα. Υπάρχουν βέβαια και πολυπλοκότερες παραλλαγές (με μήλο, με κρέμα ζαχαροπλαστικής, με σταφίδες), αλλά η απλότητα του κάρδαμμου και της κανέλας αφοπλίζει. Ο undantag έχει φάει τα καλύτερα kanelbullar της ζωής του σε ένα φούρνο στον σταθμό του μετρό Hornstull της Στοκχόλμης.

Από θερμιδικής απόψεως, πάφ … και τάλαρο – «απολαύστε υπεύθυνα» λοιπόν!

Έχουμε και λέμε: 24 ψωμάκια (στο περίπου – εμένα πάντα μου βγαίνουν 22, γιατί ενθουσιάζομαι και κόβω μεγάλα κομμάτια!)

– 125 γρ βούτυρο

– μισό λίτρο γάλα

– 40 γραμμάρια μαγιά (εγώ προτιμώ την «ζωντανή» μπυρομαγιά απ’ τον παραδοσιακό φούρνο της γωνίας – μικροπολυτέλειες της ζωής – αλλά και ένα φακελάκι ξερή μαγιά κάνει δουλειά, δε θα τα χαλάσουμε)

– 125 γρ ζάχαρη (καθ’ ότι λιχούδης, συνήθως «μου ξεφεύγει» λίγο παραπάνω – αλλά προσέξτε, οι ζύμες της σκανδιναβικής ζαχαροπλαστικής είναι πιο άγλυκες απ’ τις ελληνικές, κι έπειτα, πέφτει και ένα κοφτό κουταλάκι πάνω απ’ το ψωμάκι πριν το φούρνισμα)

– κάρδαμμο τριμένο (2 κουταλάκια του τσαγιού)

– κανέλα (κατα βούληση)

– 800-900 γρ αλεύρι. Εδώ αρχίζει η σφαγή των αρχαρίων! Καλό είναι να βρείτε αλεύρι «τύπου 405». Καλό είναι να το κοσκινίσετε (δε θέλω τεμπελιές) για να πάρει αέρα η ζύμη. Για τους άμαθους σε ζύμες με μαγιά, αρχίστε με 700 γρ. Θα χρειαστείτε το υπόλοιπο για να ξεκολήσετε τη ζύμη απ’ τη σανίδα! Πάντως, σε κάθε περίπτωση, πάνω από 900 γρ απαγορεύεται διά ροπάλου. Τα ψωμάκια θα βγουν τόσο σκληρά, που θα μπορέσετε να τα χρησιμοποιήσετε μόνο ως πυρομαχικά, όπως τα μπισκότα της Calamity Jane, που ούτε ο Ραν Ταν Πλαν δεν έτρωγε. Κανονίστε!

Λιώστε το βούτυρο, προσθέστε το γάλα και κρατήστε στους 37° – είναι σημαντικό! Αν έχετε φρέσκια μαγιά, διαλύστε τη στο γάλα. Αν ξερή, στο μίγμα αλεύρι – ζάχαρη – κάρδαμμο.

Ανακατέψτε τα υλικά και ζυμώστε ένα πεντάλεπτο, να διαλυθεί το αλεύρι (εντελώς – μη βρουν οι καλεσμένοι σβώλους και σας κακοχαρακτηρίσουν).

PICT0441

 Σκεπάστε τη ζύμη και αφήστε την κάπου ζεστά, να «ξεκουραστεί». Άν είστε επιμελείς και τυχεροί, ο όγκος της θα διπλασιαστεί σε 40 περίπου λεπτά.

PICT0443

Ενόσω οι μύκητες της μαγιάς κάνουν τη δουλειά τους, σιδερώστε κανά πουκάμισο, να’χετε για την επόμενη βδομάδα για το γραφείο.

10 πουκάμισα μετά, αρπάξτε τη φουσκωμένη ζύμη και ζουλήχτε την καλά, να φύγει ο αέρας. Με έναν κλώστη (τι θα πει δεν έχετε; να βρείτε) απλώστε τη ζύμη (χρησιμοποιήστε λίγο αλεύρι, αν κολλάει) σε ένα τετράγωνο με πλευρά περί τα 30 εκ. Λιώστε βούτυρο και περιχύστε το τετράγωνο εκτός από ένα μικρό κομμάτι 4-5 εκ κατά μήκος μιας πλευράς, το οποίο θα περιχύσετε με νερό. Ρίξτε ζάχαρη και τρίψτε κανέλα κατά βούληση πάνω στο βουτυρωμένο τμήμα.

PICT0446

Ξεκινώντας από την αντίθετη πλευρά εκείνης με το νερό, αρχίστε να τυλίγετε το τετράγωνο. Αν είστε τυχεροί θα βρεθείτε ενώπιοι ενωπίον με ένα φιδάκι μήκους 30 εκ (με το συμπάθειο), το οποίο σαλαμοποιείτε με ένα κοφτερό μαχαίρι σε ροδέλες.

PICT0447

Τοποθετήστε τις ροδέλες σε λαμαρίνα με λαδόχαρτο (όχι κολητά, κρατήστε αποστάσεις, θα φουσκώσουν!) και στολίστε τις με ένα κοφτό κουταλάκι ζάχαρη.

PICT0450

Αφήστε να σταθούν για άλλα 40 λεπτά. Στα 30 λεπτά, προθερμάνετε το φούρνο στους 250° και φουρνίστε για 8-10 λεπτά. Τρώγονται ζεστά ή κρύα, συνοδεύοντας κατά προτίμηση δυνατό καφέ.

 
Μόνο αυτά απόμειναν...

Μόνο αυτά απόμειναν...

Σε σπάνια φωτογράφιση...

Ο undantag σε σπάνια φωτογράφιση...

Πίνουμε και μετράμε προγούλια και ρυτίδες. Δικά μας, μα, με μεγαλύτερη ευχαρίστηση, των άλλων. Καλά είμαστε, δόξα σοι κύριε. Ίδιοι με τη φωτογραφία της αποφοίτησής μας, προ 9 ετών, με όνειρα και ελπίδες και μια κακόγουστη bordeaux τήβεννο. Νοικιασμένη. Άρα τίποτε δε μας έμεινε.

Ποιός πήρε περισσότερα κιλά, ποιός βγάζει περισσότερα λεφτά, ποιός έχει τον ομορφότερο/νεώτερο/ γκόμενο/α. Ποιανού ο κώλος έγινε ένα με το χώμα; Ποιόν θα φάει το μαύρο χώμα; Ποιός έκανε ψυχανάλυση; Ποιός έκανε botox; Ποιός την έκανε αλα γαλλικά; Ποιόν κάναν του αλατιού; Ποιος παντρεύτηκε και ποιός χώρισε; Ποιός πρόλαβε να τα κάνει και τα δύο; (μπράβο)  Ποιόν ψάχνουν; Ποιός ψάχνεται; Ποιός πηδιέται με ποιόν; Ποιός δεν πηδιέται καθόλου;

Ποιός πήγε κι άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα;

Η Πόλη, υπέροχη όπως πάντα – μαγική. Ακοίμητη. Η πράσινη απεραντωσύνη του πάρκου στα πόδια μας. Έστω και για τέσσερεις ώρες, νοιώθουμε ισχυροί. Αδιαμφισβήτητοι. Νέοι. Ωραίοι. Μετά, θα δούμε. Θα δανειστούμε. Θα δομήσουμε. Θα οικονομήσουμε. Θα ξεχωρίσουμε. Θα ζήσουμε;

Ως αιδώ λοιπόν. Το τελευταίο ποτό. Μη με ρωτήσεις αριθμό. Μη με ρωτήσεις ώρα. Άσε με.

Κι αν με ρωτήσεις δηλαδή…

Για να ξορκίσω το χρόνο που περνάει, και που δε μ’ αφήνει απαράλλαχτο, όπως παλιά παραπονιόμουνα. Όπως τώρα θα θελά.

Για να ξορκίσουμε τους φίλους που περνάν. Τι ζωή που περνάει. Την κηδεία μου που οσονούπω περνάει.

Nulla dies sine lineam. Nulla dies sine coitum. Sive, την πουτσίσαμε, σύντροφε.

Δεν είναι καν πανσέληνος.  Ούτε κάν Αύγουστος. Οψώμεθα.

[γράφτηκε υπό τους ατμούς του αλκοόλ πριν από μια βδομάδα – δημοσιεύτηκε, σχεδόν εν πλήρει ψυχική ηρεμία.]