A. Wiertz, Les Grecs et les Troyens se disputant le corps de Patrocle

A. Wiertz, Les Grecs et les Troyens se disputant le corps de Patrocle

Κανονικά σκόπευα αυτή τη βδομάδα να αναρτήσω μόνο χαρούμενες φωτογραφίες των διακοπών μου (πήρα τα βουνά). Λίγο όμως η Ευρωβύζιον, λίγο το παρακάτω περιστατικό που μ’ έβαλε σε σκέψεις, τα βουνά και τα λαγκάδια θα περιμένουν λίγο.

Κυριακή 17 Μαΐου, μεσημέρι.

Αγουροξυπνημένος και κουρασμένος απ’ το μακρύ ταξίδι της επιστροφής, πήγα κατευθείαν για μεσημεριανό με τη φίλη μου την Ε. Καλό (πολωνέζικο) φαγητό, καλή παρέα, γενεές δεκατέσσερις των οχτρών μας… πέρασε η ώρα.

Είχα 55 λεπτά να πάω σε ένα χωριουδάκι έξω απ’ το χωριό μου, όπου θα ελάμβανε χώρα ένα κοντσέρτο για το οποίο είχαμε (κλαψ, αδρά πληρωμένα) εισιτήρια. No worries, 35 λεπτά με το τραμ – άνετα, μέχρι και με το τοπικό Riesling θα είχαμε την ευκαιρία να μπεκρουλιάσουμε.

Και φτάνω στη στάση του τραμ. Και βλέπω ότι όλα τα δρομολόγια έξω απ’ την πόλη είχαν ακυρωθεί. «Λόγω διαδηλώσεων» έλεγε λακωνικά ο ηλεκτρονικός πίνακας.

Το δίλημμα:

  1. Σκίζω τα εισιτήρια και χάνω τα χρήματα – και το κοντσέρτο; Ή
  2. Παίρνω ταξί, και πληρώνω τα διπλά και παραπάνω;…

Προτίμησα το δεύτερο – μ@λ@κας, αλλά φιλότεχνος.

Καθώς έψαχνα (μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους νοματαίους) για ταξί ελεύθερο στην υπό παράλυση πόλη, κατέβαζα τουλάχιστον μια διακοσαριά καντήλια ανά δευτερόλεπτο (η δική μου εκδοχή της νοεράς προσευχής):

«Επειδή μια διακοσαριά μαλακισμένοι άπλυτοι τραμπούκοι αποφάσισαν να διασκεδάσουν κυριακάτικα, πρέπει εγώ να την πληρώσω; Παράνομη πορεία διαμαρτυρίας; Τι κάνει η αστυνομία που βολτάρει συνεχώς με τα ολοκαίνουργια περιπολικά της στη δική μου – ασφαλέστατη – μικροαστική συνοικία όπου δεν ανοίγει μύτη; Γιατί δεν τους κόβει τον κώλο; Γιατί δεν τους στέλνει στην ψειρού; Γιατί δεν τους ρίχνει νερό υπό πίεση, DTT, κατσαριδοκτόνο, αέριο γέλιου και Zyklon B; )(#&%)*(#$ )*»

… και άλλα που δε δημοσιεύονται, ειδάλλως ακόμη και όσοι έχουν τη λιγότερο άσχημη γνώμη για τον γράφοντα θα την άλλαζαν ανεπιστρεπτί….

Με τα πολλά, ταξί βρέθηκε – στο τσακ. Καθώς λοιπόν το ταξί μας πετούσε στον αυτοκινητόδρομο, ο ευγενέστατος (ειδικά όταν άκουσε τον μακρινό προορισμό μας) οδηγός άνοιξε το ραδιόφωνο και μας ενημέρωσε ότι διαδηλωτές κατά της βίας στη Σρι Λάνκα μπλόκαραν χωρίς προειδοποίηση τις γραμμές του κεντρικού σταθμού της πόλης – αποκόπτοντας την απ’ τον κόσμο.

Και ξαφνικά – μόλις η αδρεναλίνη και η πολωνέζικη Zubrówka αραίωσαν στο αίμα μου, η συνείδησή μου με άστραψε ένα γερό νοητικό χαστούκι:

«Πώς μπορείς να είσαι τόσο εγωιστής; Πώς μπορείς να καταδικάζεις μια πράξη διαμαρτυρίας χωρίς να ξέρεις το λόγο της, τα ελαττήριά της, τους ανθρώπους της;  Πώς είναι δυνατόν να εύχεσαι την καταστολή μιας εξέγερσης από τις ‘δυνάμεις της τάξης’, όταν ξέρεις καλά πως όσο δίνεις περιθώρια στις ‘δυνάμεις της τάξης’, τόσο αυτές θα αυθαιρετούν και τόσο θα καταπιέζουν τις ελευθερίες των συνανθρώπων σου – ώσπου κάποτε ν’ αγγίξουν τις δικές σου; Τι θα κάνεις τότε; Πόσο μικροαστός έγινες;»

Έτσι διατύπωσα το προσωπικό μου κριτήριο της ανεκτικότητας:

«Ανεκτικός είναι όποιος δέχεται να ζυγίσει με αντικειμενικότητα τους λόγους και τη μορφή διαμαρτυρίας μιας κοινωνικής ομάδας, ανεξάρτητα απ’ την πρόσκαιρη βλάβη που υφίστανται τα δικά του, στενά, προσωπικά, συμφέροντα – και όποιος δεν ουρλιάζει ‘καταστολήηηη!’ για ψύλλου πήδημα».

 Χτες (η κακιά η ώρα – ελπίζω) δεν το τήρησα το παραπάνω κριτήριο. Ελπίζω να τα καταφέρω καλύτερα στο μέλλον.

ΥΓ: ο ευγενέστατος οδηγός ταξί πήρε λεφτά, ψυχή δεν πήρε – και το κοντσέρτο άξιζε τον κόπο (πιο κάτω ένας άγνωστος μέχρι τώρα συνθέτης, που μου αποκάλυψε ένα από τα encores).

Έμεινα άνθρωπος.

ΠΟΛΛΑ εγράφησαν όλη μέρα σήμερα γι’ αυτό το παληκάρι...– από πολλούς που δεν το γνωρίσανε (σε τελική, μόνο η μανούλα του το θυμάται, ναι, ποιητή: ας είναι η θλίψη της ήρεμη και διηνεκής, απ’ αυτές που μπορούν να μεταμορφωθούν σε αγώνα).

Ων εις εγώ. Άξαφνα, σκεπτόμενος την κλειστή κάσα αισθάνομαι άκαπνος χρόνια, άτεχνος, και γερασμένος πριν της ώρας μου – όχι όμως πια ανάλγητος και κυνικός ως συνήθως.

Γιατί τέτοια απτή θλίψη; Τι κηδεύεται στο ίδιο φέρετρο με τον Αλέξ-ανδρο – όπως τα κόκαλα προγόνου που, μη ξέροντας τι να τα κάνουμε, τα ξαναχώνουμε στη γη με κάθε νέα ταφή οι μη έχοντες ιδιόκτητο τάφο;

  • Μήπως η αθωότητα της Ελλάδας; (ποιος ήρθε;)

  • Η μικρο/μεσοαστική ψευδαίσθηση ότι «θα τα κουτσοβολέψουμε!;» (μάλλον όχι…)

  • Η χαύνωση πριν το ψητό και τα μελομακάρονα των Χριστουγέννων; (όχι μόνο)

  • Η ελπίδα μιας κουρασμένης κοινωνίας για αλλαγή; (κοντεύεις)

  • Η δυνατότητα ενατένισης στον καθρέπτη το πρωί χωρίς να φτύνουμε το γυαλί; (α γειά σου, αυτό θα’ναι…)!

Πολλοί θα (ξαν-)ασελγήσουν επί του φυτεμένου στο χώμα εφήβου: αναρχικοί, δημοκράτες, ουτοπιστές θα τον κάνουν σύμβολο τους (ακόμη και αν αποδειχθεί ότι περαστικός ήταν από τα Εξάρχεια, όπως και απ’ τη ζωή) … γουρούνια και ακροδεξιοί φασίστες θα φτύνουν  στον φρέσκο τάφο του μόνο για να φουρκίσουν τους ανωτέρω. Κυβερνητικοί θα κρύψουν κάτω από την ταφόπλακά του τις Αγιορείτικες αμαρτίες τους – η μπόχα τους υπερβαίνουσα τη σήψη του νεκρού. Πολιτικοί, πολιτικάντηδες, θα συλλέξουν εύκολους ψήφους. Δικηγόροι (υπεράσπισης, πολιτικής αγωγής, αυτεπάγγελτοι, ανεπάγγελτοι) θα βγουν στα κανάλια. Δικαστές, εισαγγελείς, ένορκοι θα εξαντλήσουν την αυστηρότητά τους… Παπαδαριό θα προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί την όποια πίστη γονιών και συγγενών. Δημοσιογράφοι θα χύσουν ποταμούς σιέλου (ΤV) ή μελάνης (έντυπη δημοσιογραφία). Προς τί; Α, ναι… Το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο. Θα χυθεί άπλετο φως.

Και μετά;

Τέλος προγράμματος – υποστολή σημαίας – βουκολικό φλάουτο σε νανουρίζει. Κλεισ’ την τηλεόραση, γρήγορα για ύπνο, αύριο πρέπει να’ σαι νωρίς στο σταθμό. 

Εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το σπίτι σου– και απ’ τη μανούλα σου, που θα σ’ είχε είσαι σίγουρος, ξανασυνοδέψει και ξαναπροστατέψει αν αποφάσιζες να βγεις στους δρόμους – αστείος έφηβος με λευκές τρίχες στη γενειάδα και κροτάφους που αδειάζουν.

 Οι αιτίες της θλίψης;

 

Αλλ’ αρκετά γαβγίσαμε στο φεγγάρι. Ας μιλήσουν αυτοί που τα ξέρουνε καλύτερα, τα θεϊκά και τ’ ανθρώπινα: 

μήρου δύσσεια

Ραψωδία λ
Νέ
κυια

Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη (από τον μικρό απόπλου) 

 «ς φμην, δ μ ατκ μειβμενος προσειπε·
μ δ μοι θνατν γε παραδα, φαδιμ δυσσε.
βουλο
μην κ προυρος ἐὼν θητευμεν λλ,

νδρ παρ κλρ, μ βοτος πολς εη,
πσιν νεκεσσι καταφθιμνοισιν νσσειν.


Κι αυτός μου απολογήθηκε· “Περίλαμπρε Οδυσσέα,
το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνεις
.
Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου μικρού,

με δίχως βιος πολύ, παρά στον Άδη να ‘μαι,
και βασιλέας να λέγομαι των πεθαμένων όλων.

 

~*~  

… Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους,  άλλοι  ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;…

Σεφέρης, Ο τελευταίος σταθμός

Ζωή ;;; σε μάς ;;;