Αναδημοσιεύω με χαρά απ’ το blog του φίλου Zalmoxis το παρακάτω ποστ, διότι ο κιτρινισμός, η τρομολαγνεία και η ασυνέπεια πρέπει να μας βρίσκουν όλους αντιμέτωπους. Είναι τουλάχιστον υποκριτικό μια τέτοια εκπομπή να προβάλλεται στο ίδιο κανάλι που ξερνά lifestyle  τερατουργήματα. Δε γίνεται απ’ τη μια να σιγοντάρεις τον καταναλωτισμό (που σου πληρώνει και τον τηλεοπτικό χρόνο μέσω διαφημίσεων, να ξηγούμαστε!) και απ΄την άλλη να τα παίρνεις και από εκπομπές που διδάσκουν στα πρόβατα πώς να γίνονται καλύτερα πρόβατα. Λίγη τσίπα πια, εν καιρώ σοσιαλισμού…

Caveatόπως έχω γράψει παλιότερα, πιστεύω στην έννοια του υπεύθυνου καταναλωτή. Απλά:

  • η εκπαίδευση του υπεύθυνου καταναλωτή προϋποθέτει και υπεύθυνο εκπαιδευτή. Και ο ALPHA δε με γεμίζει το μάτι.
  • η εκπαίδευση ΠΟΤΕ δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη νομική προστασία που το κράτος πρέπει να προσφέρει στους καταναλωτές, φύσει οικονομικά ασθενέστερους και λιγότερο ενημερωμένους από τους αντισυμβαλλομένους τους (τράπεζες, πολυεθνικές, μεγαλοεταιρείες κτλ.)

Without further adue:

Οκτωβρίου 16, 2009 από zalmoxis

ΝΑ ΕΠΕΜΒΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΕΣΡ “ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΟΥ”

Σε μια χώρα με ανύπαρκτη κοινωνική πολιτική,
Σε μια χώρα όπου οι πολύτεκνοι δεν προστατεύονται,
Σε μια χώρα όπου οι μητέρες δεν δικαιούνται καν επιδόματα για την ανατροφή των παιδιών τους,
Σε μια χώρα όπου οι μισθοί είναι οι χαμηλότεροι στην Ευρώπη,
Σε μια χώρα όπου η ακρίβεια ξεπερνά τους ευρωπαίους εταίρους της,
Σε μια χώρα πρωταθλήτρια της διαφθοράς,
Σε μια χώρα όπου ο ένας στους 5 νέους είναι άνεργος,
Σε μια χώρα όπου μία στις 7 γυναίκες είναι άνεργη
Σε μια χώρα όπου καθημερινά απολύονται μεσήλικες,
Σε μία χώρα όπου 78χρονοι σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα,
Σε μια χώρα όπου μισθωτοί και συνταξιούχοι καταβάλλουν το 80% των φόρων φυσικών προσώπων
Σε μία χώρα όπου η μέση δαπάνη για την υγεία και το σχολείο των παιδιών απαιτεί μισό βασικό μισθό,
Σε μια χώρα όπου “αν δεν καταναλώνεις, δεν υπάρχεις”,
Σε μα χώρα που στην πραγματικότητα δεν είναι χώρα,
Σε μια χώρα όπου για να ζεις με αξιοπρέπεια δεν έχεις άλλη επιλογή από το να χρεώνεσαι,

Σε αυτήν ακριβώς τη χώρα, έρχεται μια ΑΙΣΧΡΗ σειρά στον ALPHA, το «Για λογαριασμό σου», για να μας μαλώσει… για να μας πει σπάταλους και ανεύθυνους…
Μια σειρά η οποία φροντίζει να “εκπαιδεύσει” τους δανειολήπτες διδάσκοντάς τους… “φερεγγυότητα” μην τυχόν και μειωθούν τα υπερκέρδη των τραπεζών.
Μια σειρά η οποία εκμεταλλεύεται χωρίς ηθικές αναστολές το αίσθημα ανασφάλειας που πλήττει εκατομμύρια νοικοκυριά.

Ντροπή!

Θα πρέπει να επέμβει άμεσα το ΕΣΡ.

Έλεος πια…

Βγαίνω έξω απ’ το μετρό, τρέχοντας. Εϊχα (πάλι) αργήσει. Άχ, Marie-Françoise, γιατί πρέπει πάντα οι κρασοκατανύξεις (sangria, για να είμαστε πιο ακριβείς) που οργανώνεις να είναι ακριβώς στη μέση του πουθενά; Πώς διάλο βγαίνουν απ’ αυτόν το σταθμό;

Οοουπς, τι είναι αυτό;

Muß Toleranz auch Intoleranz tolerieren!? = οφείλει η ανεκτικότητα να ανέχεται την έλλειψη ανοχής;!

Muß Toleranz auch Intoleranz tolerieren!? = οφείλει η ανεκτικότητα να ανέχεται την έλλειψη ανοχής;!

Μα φυσικά – αρχικά και κατ’αρχήν. Μα όχι με την χριστιανική (μπρρρρ) έννοια. Εξηγούμε. Εκλογικεύουμε. Επιχειρηματολογούμε. Στρατευόμαστε. Αν ο κάφρος απέναντί μας δεν αλλάζει, αλλά δε γίνεται επιθετικός ή δε μπορεί να μας αγγίξει, τον αφήνουμε να πάει στην ευχή του θεού και της παναγίας (που, φυσικά, δεν υπάρχουν). Εξαιρετικά ή κατ’εξαίρεσιν, αν ο κάφρος απέναντί μας δεν αλλάζει, παρά προς το χειρότερο, τότε, πράττουμε τα νόμιμα.

A. Wiertz, Les Grecs et les Troyens se disputant le corps de Patrocle

A. Wiertz, Les Grecs et les Troyens se disputant le corps de Patrocle

Κανονικά σκόπευα αυτή τη βδομάδα να αναρτήσω μόνο χαρούμενες φωτογραφίες των διακοπών μου (πήρα τα βουνά). Λίγο όμως η Ευρωβύζιον, λίγο το παρακάτω περιστατικό που μ’ έβαλε σε σκέψεις, τα βουνά και τα λαγκάδια θα περιμένουν λίγο.

Κυριακή 17 Μαΐου, μεσημέρι.

Αγουροξυπνημένος και κουρασμένος απ’ το μακρύ ταξίδι της επιστροφής, πήγα κατευθείαν για μεσημεριανό με τη φίλη μου την Ε. Καλό (πολωνέζικο) φαγητό, καλή παρέα, γενεές δεκατέσσερις των οχτρών μας… πέρασε η ώρα.

Είχα 55 λεπτά να πάω σε ένα χωριουδάκι έξω απ’ το χωριό μου, όπου θα ελάμβανε χώρα ένα κοντσέρτο για το οποίο είχαμε (κλαψ, αδρά πληρωμένα) εισιτήρια. No worries, 35 λεπτά με το τραμ – άνετα, μέχρι και με το τοπικό Riesling θα είχαμε την ευκαιρία να μπεκρουλιάσουμε.

Και φτάνω στη στάση του τραμ. Και βλέπω ότι όλα τα δρομολόγια έξω απ’ την πόλη είχαν ακυρωθεί. «Λόγω διαδηλώσεων» έλεγε λακωνικά ο ηλεκτρονικός πίνακας.

Το δίλημμα:

  1. Σκίζω τα εισιτήρια και χάνω τα χρήματα – και το κοντσέρτο; Ή
  2. Παίρνω ταξί, και πληρώνω τα διπλά και παραπάνω;…

Προτίμησα το δεύτερο – μ@λ@κας, αλλά φιλότεχνος.

Καθώς έψαχνα (μαζί με καμιά εικοσαριά άλλους νοματαίους) για ταξί ελεύθερο στην υπό παράλυση πόλη, κατέβαζα τουλάχιστον μια διακοσαριά καντήλια ανά δευτερόλεπτο (η δική μου εκδοχή της νοεράς προσευχής):

«Επειδή μια διακοσαριά μαλακισμένοι άπλυτοι τραμπούκοι αποφάσισαν να διασκεδάσουν κυριακάτικα, πρέπει εγώ να την πληρώσω; Παράνομη πορεία διαμαρτυρίας; Τι κάνει η αστυνομία που βολτάρει συνεχώς με τα ολοκαίνουργια περιπολικά της στη δική μου – ασφαλέστατη – μικροαστική συνοικία όπου δεν ανοίγει μύτη; Γιατί δεν τους κόβει τον κώλο; Γιατί δεν τους στέλνει στην ψειρού; Γιατί δεν τους ρίχνει νερό υπό πίεση, DTT, κατσαριδοκτόνο, αέριο γέλιου και Zyklon B; )(#&%)*(#$ )*»

… και άλλα που δε δημοσιεύονται, ειδάλλως ακόμη και όσοι έχουν τη λιγότερο άσχημη γνώμη για τον γράφοντα θα την άλλαζαν ανεπιστρεπτί….

Με τα πολλά, ταξί βρέθηκε – στο τσακ. Καθώς λοιπόν το ταξί μας πετούσε στον αυτοκινητόδρομο, ο ευγενέστατος (ειδικά όταν άκουσε τον μακρινό προορισμό μας) οδηγός άνοιξε το ραδιόφωνο και μας ενημέρωσε ότι διαδηλωτές κατά της βίας στη Σρι Λάνκα μπλόκαραν χωρίς προειδοποίηση τις γραμμές του κεντρικού σταθμού της πόλης – αποκόπτοντας την απ’ τον κόσμο.

Και ξαφνικά – μόλις η αδρεναλίνη και η πολωνέζικη Zubrówka αραίωσαν στο αίμα μου, η συνείδησή μου με άστραψε ένα γερό νοητικό χαστούκι:

«Πώς μπορείς να είσαι τόσο εγωιστής; Πώς μπορείς να καταδικάζεις μια πράξη διαμαρτυρίας χωρίς να ξέρεις το λόγο της, τα ελαττήριά της, τους ανθρώπους της;  Πώς είναι δυνατόν να εύχεσαι την καταστολή μιας εξέγερσης από τις ‘δυνάμεις της τάξης’, όταν ξέρεις καλά πως όσο δίνεις περιθώρια στις ‘δυνάμεις της τάξης’, τόσο αυτές θα αυθαιρετούν και τόσο θα καταπιέζουν τις ελευθερίες των συνανθρώπων σου – ώσπου κάποτε ν’ αγγίξουν τις δικές σου; Τι θα κάνεις τότε; Πόσο μικροαστός έγινες;»

Έτσι διατύπωσα το προσωπικό μου κριτήριο της ανεκτικότητας:

«Ανεκτικός είναι όποιος δέχεται να ζυγίσει με αντικειμενικότητα τους λόγους και τη μορφή διαμαρτυρίας μιας κοινωνικής ομάδας, ανεξάρτητα απ’ την πρόσκαιρη βλάβη που υφίστανται τα δικά του, στενά, προσωπικά, συμφέροντα – και όποιος δεν ουρλιάζει ‘καταστολήηηη!’ για ψύλλου πήδημα».

 Χτες (η κακιά η ώρα – ελπίζω) δεν το τήρησα το παραπάνω κριτήριο. Ελπίζω να τα καταφέρω καλύτερα στο μέλλον.

ΥΓ: ο ευγενέστατος οδηγός ταξί πήρε λεφτά, ψυχή δεν πήρε – και το κοντσέρτο άξιζε τον κόπο (πιο κάτω ένας άγνωστος μέχρι τώρα συνθέτης, που μου αποκάλυψε ένα από τα encores).

Έμεινα άνθρωπος.

Μέρος τέταρτο (εδώ , εδώ και εδώ τα προηγούμενα)

Η χορωδία σταμάτησε να μας ζαλίζει τ’ αυτιά, διάφορα άλλα μέρη του σώματος και τον έρωτα. It’s show time baby! Σύμφωνα με το τυπικό που μας επιβλήθηκε δια ροπάλου από τη Φ, σηκωθήκαμε ευλαβώς και προχωρήσαμε μπροστά απ’ την αγρία τράπεζα (ΣτΣ: στις καθολικές εκκλησίες, αυτή η τάβλα-φετίχ δεν είναι κρυμμένη πίσω από την υπερβολή του χρυσού και της ανιαρής, σκοτεινής, δισδιάστατης, ασύμμετρης, βυζαντινής ζωγραφικής του τέμπλου. Έτσι, απομυθοποιείται ευκολότερα).

Κοίταξα το θίασο εν παρατάξει: τέσσερις ταλαίπωροι νομάτοι, που, όπως οι Νεραϊδονονές στο παραμύθι «Η Ωραία Κοιμωμένη», είχαν αποστολή τους (should they choοse to accept it!) να «μοιράνουν» το βρέφος. Οι τρεις πρώτες νεράιδες περιορίσθηκαν στα τετριμμένα: υγεία, αγάπη, ευτυχία, καλοσύνη, μετοχές σε εταιρείες blue chips, μεγάλα βυζιά, ομόλογα του Γερμανικού δημοσίου, καλή λειτουργία του εντέρου, και τα συναφή. Το ακροατήριο βαυκαλιζόταν ευχαριστημένο και, τη υποδείξει του ιερέα, βέλαζε “Darum bitten wir Dich, ο Gott” μετά από κάθε προσευχή. Ο τέταρτος όμως (Νεράιδος; Τρίτων; Πωστοδιάλοτολένε;), είχε άλλα σχέδια στο νου του.

Με καλλιτεχνικό μούσι τριών ημερών (να ξυριστώ; Χα!), σαρδόνιο χαμόγελο και γραβάτα Mickey Mouse, πήρα βαθιά ανάσα και άρχισα, την «καλήν απολογίαν, την επί του φοβερού βήματος»:

Και μια γυναίκα που κρατούσε ένα μωρό στον κόρφο της, του είπε, Μίλησέ μας για τα Παιδιά.
Και κείνος είπε:
Δεν είναι δικά σας τα παιδιά.
Είναι οι γιοι κι οι θυγατέρες του πόθου της Ζωής που ζητά να υπάρχει.

Γεννιώνται από σας, όμως εσείς δεν τα δημιουργείτε,
Ζούνε μαζί σας, κι ωστόσο δεν ανήκουνε σε σας.
Μπορεί την αγάπη σας να τους δώσετε, μα τις σκέψεις σας, όχι,
Γιατί αυτά έχουνε σκέψεις δικές τους.
Μπορεί να φιλοξενείτε το κορμί τους μα το πνεύμα τους όχι.

Γιατί το πνεύμα τους ζει μες στο αύριο, το αύριο αυτό που εσείς δε θα δείτε ούτε και μέσα στ’ όνειρό σας.
Μπορεί ν’ αγωνιστείτε να τους μοιάσετε, όμως μην αξιώσετε να σας μοιάσουν.
Γιατί η ζωή δεν επιστρέφει κι ούτε βυθίζετε στο χτες.
Είστε τα τόξα που θα τινάξουν προς τα εμπρός τα τέκνα σας σα βέλη.
Ο Τοξότης βλέπει το στόχο του πάνω στο μονοπάτι του απείρου, και σας λυγίζει με τη δύναμή Του, ώσπου τα βέλη Του να τιναχτούν μακριά σαν αστραπή.
Χαρήτε το λύγισμά σας στο χέρι του Τοξότη.
Γιατί όπως αγαπά τα βέλη που πετούν, έτσι αγαπά και το ακίνητό Του τόξο.

Kahlil Gibran, Ο Προφήτης (The prophet) Εκδόσεις Στεφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1969, σελ. 28
Μετάφραση Φώντα Κονδύλη – Κωστή Νικάκη

Τελείωσα το απόσπασμα, σχεδόν χωρίς πνοή – αναλογιζόμενος τις συνέπειες τόσων κανταριών ανοχής στον οίκο της δογματικής, αμετακίνητης βεβαιότητας. Κοίταξα γύρω μου: αμηχανία μαύρη, όμως οι ιθαγενείς της φυλής των δεισιδαιμόνων δε φαίνονταν να έχουν διάθεση να με παλουκώσουν με το όργανο του μαρτυρίου του γκουρού τους. Μια σπίθα – ή τουλάχιστον έτσι με φάνηκε – άναψε στο βλέμμα του παπά ενόσω έλεγε “Preghiamoci, o Signore”, ενθυμούμενος, πιθανώς τα χρόνια του στο παπαδίστικο ΙΕΚ του Βατικανού, σε απόσταση τσιρίδας από την ημιθεϊκή παρουσία του (τρικέρατου, τρισκατάρατου κτλ) Πάπα.

Ένα χαμόγελο – ή τουλάχιστον έτσι με φάνηκε – άστραψε στα χείλη της Φ. Ποιος είπε ότι οι Χριστιανοί δε μπορούν έχουν χιούμορ;

Στρογγυλοκάθισα (τρόπος του κλαίγειν) στο στασίδι μου. Είχα νικήσει – έστω, στα πέναλτυ, αλλά παιχνίδι δύσκολο! Ο ομπρελοφόρος apparachnik βάτραχος πλατσούριζε ανέμελος στη λεκάνη με τον αγιασμό – ενίοτε διαμαρτυρόμενος για την αλμύρα του νερού και τα «κωλλοβακτηρίδια» (sic) που συμπλατσούριζαν μέσα του.

Μπορούσα να φάω διπλή μερίδα γλυκό μετά τη βάπτιση – με τη συνείδησή μου ήσυχη. Κάποια μέρα θα διηγηθώ αυτή την ιστορία στη μικρή – που δε θα ναι πια καθόλου μικρή…

Εύχομαι να καταλάβει.

Επίσης, αν όντως καταλάβει, εύχομαι να έχω ακόμη την πνευματική διαύγεια να το θεωρήσω θρίαμβο του ορθολογισμού και όχι απόδειξη ύπαρξης του θεού, που τάχα μου εισάκουσε την προ ετών «προσευχή» μου.

The proof of the pudding is in the eating, my dear undantag. Και μ’ αυτή τη γλυκιά σκέψη στο νου σηκώθηκα να πάρω άλλο ένα (το τρίτο) κομμάτι γλυκό. Kirsch-Mohnstrudel mit Sahne, Marzipantorte, Sachertorte. Η δική μου, προσωπική, ανυπέρβλητη Αγία Τριάς, εν μέσω πλήθους ροδαλών, στρουμπουλών Σεραφείμ, Χειρουβίμ, Αρλουμπίμ, Περαβρεχίμ και Καραπιπερίμ, που έψελναν άσματα της Έφης Θώδη, εν χορώι.

THE END?

Μέρος τρίτο (εδώ και εδώ τα προηγούμενα)

Το μήνα που προηγήθηκε της βαπτίσεως, η φίλη μου η Φ είχε πολλά στο κεφάλι της: προσκλήσεις, χορωδία, ρούχα, ζαχαροπλαστείο για το παραδοσιακό “”Kaffee und Kuchen” (καφέ και γλυκό) μετά την τελετή – και άλλα τέτοια ουσιώδη. Εγώ πάλι στο κεφάλι μου είχα μόνο σημάδια από ομπρελιές…. Αν υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω – εκτός φυσικά απ’ τον προλεταροαμφίβιο ινστρούχτορά μου – αυτό είναι γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης:
– Φ …!
– «Βρε καλώς τον undantag! Για πες μας κι εσύ τη γνώμη σου, δαντέλες ή ναυτικά;»
– [δαντέλες φυσικά, δε θα με την κάνεις την ανιψιά αγοροκόριτσο!] Ξέρεις Φ ήθελα να σε ζητήσω μήπως μπορείς να με βγάλεις απ’ εκείνη την ομάδα, αυτούς μωρέ που θα μιλάνε ο καθένας τη γλώσσα του…
– Τη Fürbitte εννοείς; Μα, γιατί; Έστειλα ήδη τα προσκλητήρια, κανόνισα το πρόγραμμα…
– [γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζεις, είμαι άθεος;] Να μωρέ, δεν αισθάνομαι άνετα να μιλήσω μπροστά σε τόσο άγνωστο κόσμο…
– Ανοησίες! Δές το σαν αγόρευση σε δικαστήριο ή σε παρουσίαση στο πανεπιστήμιο. Για ρίξε μια ματιά στο φυλλάδιο με τους ύμνους και πες με αν νομίζεις ότι είναι αρκετά εύκολοι για να ακολουθήσουν όλοι οι καλεσμένοι.
– [οι άλλοι δεν ξέρω, εγώ πάντως τα @@ μου δεν τα κόβω για να μπορέσω ν’ ανεβώ τόσο ψηλά…]. ΟΚ μου φαίνεται. Παρεμπιπτόντως, η αγόρευση στο δικαστήριο ή η παρουσίαση σε φοιτητές είναι εύκολες όταν πιστεύεις στη δύναμη των επιχειρημάτων γι’ αυτό που θες να περάσεις …
– Μα η Fürbitte δεν είναι πυρηνική φυσική! Και, όπως σε είπα, θα σε βοηθήσω στη μετάφραση!
[#$(*&$()*&#($*&] Πρέπει να φύγω τώρα, έχω μια επείγουσα προθεσμία.Μαύρα μεσάνυχτα, ξάγρυπνος. Στο κομοδίνο μου, εδώ και καιρό, φιγουράρει το προσκλητήριο. Με τη φατσούλα της μικρής στην έξω σελίδα. Με το χάρτη της περιοχής – η εκκλησία και το ζαχαροπλαστείο μαρκαρισμένα με κόκκινους σταυρούς – στο οπισθόφυλλο. Και με χειρόγραφη την υπενθύμιση “Fürbitte!” εντός.

Πώς να τετραγωνίσω τον κύκλο; Πώς να συμβιβάσω τα (δεν!) πιστεύω μου με τις απαιτήσεις του κοινωνικού μου περίγυρου, τα ειλικρινή αισθήματα φιλίας για τη Φ και την ανείπωτή μου χαρά για τον ερχομό αυτού του χαμογελαστού μωρού στον δεισιδαίμονα τούτο κόσμο; Και, ταυτόχρονα, πώς να δώσω ένα θετικό, χαμογελαστό μήνυμα γι’ αυτό που πραγματικά είμαι προς τα έξω – ξεφεύγοντας απ’ τη συνήθη ρετσινιά του αντιδραστικού, μαύρου προβάτου; Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Και, φυσικά, η εισαγωγή στο νοσοκομείο με μαγουλάδες ή ένα επείγον επαγγελματικό ταξίδι στο Τιμπουκτού ή τους Γαργαλιάνους δεν πιάνονται για λύσεις.

Ξύνω το μούσι μου με φανατισμό, μπας και πατήσω το ON του εγκεφάλου μου. Αφού δούλεψε με τόσους μουσάτους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους, γιατί να μη δουλέψει και με μένα:

– Φυσικά, να προσευχηθώ ως αμνοερίφιο, ούτε λόγος. Άντε, το πολύ να παραινέσω – αλλά υπαρκτά πρόσωπα και μόνο. Και, φυσικά, όχι τη μικρούλα – που δεν καταλαβαίνει τίποτε! Αρκετά θα υποφέρει την ημέρα εκείνη…
– Οι θεϊστές λατρεύουν τις παραινέσεις, τις εντολές, τις παραβολές! Ναι, μια συμβολική παραίνεση σερβιρισμένη με άφθονο μεταφυσικό μπλαμπλα θα μπορούσε να τους ρίξει πρόσκαιρα στάχτη στα μάτια, να τους κάνει να ξεχάσουν ότι δεν προσεύχομαι! Δε θα ήταν αριστουργηματικό στ’ αλήθεια, να μετέλθω τα δικά τους μέσα, στο δικό τους χώρο, για τους δικούς μου σκοπούς;
– Να διαλέξω έναν αθεϊστικό αφορισμό ή ένα απόσπασμα αθεϊστή συγγραφέα μέσα σε μια εκκλησία; Όχι, υπερβολικά άκομψο. Θα μ’ εξομοίωνε με τρολ που προβάλλει τους λήρους των καμηλιέρηδων της ιουδαϊκής ερήμου ως πανανθρώπινη αποδεδειγμένη αλήθεια σε αθεϊστικά blogs. Όχι, η προέλευση της παραίνεσης έπρεπε να είναι θεϊστική. Αλλά όχι «δική τους», καθολική. Ή τουλάχιστο, όχι αποκλειστικά δική τους – για να τους προδιαθέσει να ισορροπήσουν πάνω στη λεπτή γραμμή μεταξύ της αποδοχής και της καχυποψίας.
– Ο δημιουργός της θα έπρεπε να έχει ταξιδέψει, να έχει δεχθεί πολλές επιρροές, και, κυρίως, να διδάσκει την ελευθερία και την ανοχή. Ανοχή, ειδικά σε ό,τι αφορά τα παιδιά – γιατί, μην ξεχνάμε, η βάπτιση είναι – πρωτίστως – μια σημαντική απόφαση που λαμβάνεται από προκατειλημμένους ανθρώπους (θρησκευόμενους γονείς) εκ μέρους ενός αδύναμου ανθρώπινου όντος. Πολύ πριν αυτό αποκτήσει τη διανοητική ικανότητα να τη λάβει το ίδιο. Amica mihi F, sed magis amica veritas (ναι ξέρω, ξέρω, άσε τις λατινικούρες και κάντο τάλαρα: την αγαπάω τη Φ, αλλά δε μπορώ να παραβλέψω την – κατ’ εμέ – εσφαλμένη της απόφαση να βαφτίσει βρέφος το παιδί της).

Πλονκ! Όπως στα κόμικς του Ντίσνεϋ, μια λάμπα άναψε πάνω απ’ το – καταταλαιπωρημένο απ’ τις ομπρελιές του κομμουνιστοσυμμοριτοβάτραχου Τζίμινι Κρίκετ – κρανίο μου. Φυσικά, όχι μια οποιαδήποτε λάμπα, όχι ένας κοινός γλόμπος, όχι ένα χριστιανικό χρυσοποίκιλτο καντήλι-τάμα, όχι ένα θιβετιανό λυχνάρι με βούτυρο γιάκ, όχι μια επτάφωτος λυχνία. Μια αντίκα του Gallé, από δίχρωμο γυαλί διαβρωμένο καλλιτεχνικά με οξύ και τροχισμένο στις λεπτομέρειες. Με αργά βήματα – τσαλαπατώντας βιβλία, περιοδικά, ρούχα, εσώρουχα, πιάτα, CD και βλαστημώντας τη μοίρα μου την ξελογιάστρα που δε μ’ έκανε κι εμένα αμνοερίφιο να κοιμάμαι σαν τούβλο το βράδυ – κατευθύνθηκα προς τη βιβλιοθήκη μου. Στα ράφια με τα αγγλόφωνα. Θυμόμουν δυο-τρεις σκόρπιες λέξεις του επίμαχου αποσπάσματος, το γενικό νόημα, και ότι είχα το βιβλίο. Δε θυμόμουν τον τίτλο, το συγγραφέα, το εξώφυλλο. Γερνάω, μαμά… Soit: είχα δυό βδομάδες να το βρω.



Bingo! (υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες)

Μέρος δεύτερο

Υπό οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες, ο ανωτέρω διάλογος θα με είχε κάνει παπόρι – απ’ αυτά τα επικίνδυνα που οι φιλοπάτριδες έλληνες εφοπλιστές δρομολογούν το καλοκαίρι σε νησιά της άγονης γραμμής. Αλλά η Φ είναι λατρεμένη φίλη, και με βοήθησε πολύ όταν πρωτοήρθα ωσάν γκασταρμπάιτερ στις φάμπρικες της Γερμανίας. Κι έπειτα, τι μου ζητάει πια; Να μοιραστώ τη χαρά της – και ένας θεός ξέρει (sic) πόσο τη χάρηκα τη γέννηση της μικρής ανιψούλας μου επί τιμή, και πόσο περιμένω τις βόλτες με το καρότσι την άνοιξη, τις πρώτες μουτζουροζωγραφιές, τις συζητήσεις περί του Προυστ, του Δαρβίνου και του Ντώκινς στην εφηβεία της (χεχεχε, το κρυφό σχολειό ξαναχτυπά!). Υπάρχει διαφορά μεταξύ της ήσυχης συνείδησης και της πνευματικής αρτηριοσκλήρωσης, έτσι δεν είναι;- «Ξεφτίλλα!»
Η μικροσκοπική πλην τσουχτερή ομπρέλα του προσωπικού μου Τζίμινι Κρίκετ (για να ’μαι ειλικρινής, φέρνει περισσότερο στον Εσταυρωμένο Βάτραχο του Martin Kippenberger – με μια γενειάδα αλά Μαρξ και τη φωνή του Σωτήρη Καλυβάτση!) εξοστρακίστηκε στο ανυποψίαστο κρανίο μου.
Come again?
– «ΞΕΦΤΙΛΛΑ είπα! Τι θα κερδίσει ο άνθρωπος, αν τα ’χει καλλά με τον κόσμο όλλο, χάσει όμως τη συνείδησή του;»
Wow, wow, wow hold it right there frog! Δεν έχεις εσύ το κόπυραϊτ σ’αυτή τη φράση, από πού την ξεπατίκωσες;
– «Άσ’ τα ψόφια! Είσαι ή δεν είσαι ά-θεος; Δεν έχεις το θεό σου – ή μήπως πάλλι τον έχεις; Κι αν όντως δεν τον έχεις, πώς μπορείς να προσευχηθείς σ’ αυτόν; Ουαί Γραμματεύ και Φαρισαίε Υποκριτά.»
– Μα, είναι για καλό σκοπό …
– «Βαστάτε με για θα τον λλοβοτομήσω με το κουταλλάκι του τσαγιού! ‘Exitus acta probat?’ Από πότε βρε χαϊβάνι η πρόθεση καθαγιάζει την πράξη; Ιερό Αυγουστίνο θα σε κάνω; Δε με γίνεσαι καλλύτερα Αυγουστίνος Καντιώτης να γελλάσει και λλίγο το πικραμένο μας αχείλλι;»
– Μα ο Dawkins λέει…
– «Τσου ρε Λλάκη που θα με πεις εμένα τι λλέει ο Dawkins» (Ο μαρξιστικός μου βάτραχος-καθοδηγητής ήταν προφανώς γυρίνος στις χαβούζες της Θέρμης) «Έλλα παππού μου να σε δείξω τ’ αμπελλοχώραφά σου!». «Ορίστε το σχετικό χωρίο, ξεστραβώσου!»»Και, φυσικά, μπορούμε να διατηρήσουμε τη συναισθηματική αφοσίωσή μας στην πολιτισμική και λογοτεχνική παράδοση του ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού ή του ισλάμ, λόγου χάριν ,και να παίρνουμε ακόμη και μέρος σε θρησκευτικές τελετές όπως σε γάμους και κηδείες, χωρίς να πιστεύουμε στις υπερφυσικές πεποιθήσεις που ιστορικά συνοδεύουν τις εν λόγω παραδόσεις. Μπορούμε να εγκαταλείψουμε την πίστη στον Θεό χωρίς να χάσουμε την επαφή μας με μια πολύτιμη κληρονομιά.»
Richard Dawkins, Η περί θεού αυταπάτη, εκδόσεις Κάτοπτρο 2007, κεφάλαιο 9 τελευταία παράγραφος, σελ.379- «Τι λλέει λλοιπόν ο Dawkins; Ότι μπορείς να παραστείς σε μια θρησκευτική τελετή αντί να βομβαρδίσεις το ναό με βρωμούσες δε λλέει; Λλέει πουθενά ότι πρέπει να συμμετάσχεις ενεργά ως υποκριτής, έστω κομπάρσος, στο όλλο θέατρο του παραλλόγου; Εεε; Για κοίτα με στα μάτια λλοιπόν κι εξηγήσου!»
– …
– «Δε μιλλάας ε; Καλλώς. Άσ’ την για σήμερα. Αλλλά πρωί-πρωί αύριο θα πας να της εξηγήσεις πως έχουν τα πράγματα.»

Εκείνο το βράδυ, δεν έκλεισα μάτι. Ο συνειδησιακός μου αριστεροβάτραχος είχε δίκιο – φως φανάρι. Άλλο μια εθιμοτυπική επίσκεψη στην εκκλησία (ως φιλότεχνος-φιλόμουσος, ποτέ δεν είχα τέτοιο κόλλημα-κώλυμα) – και άλλο η προσευχή, που απευθύνεται στο ον εκείνο που ισχυρίζομαι πως δεν πιστεύω. Κατά το τυπικό της, η Fürbitte δεν είναι μια απλή ευχή – έκφραση επιθυμίας (εύχομαι να μη βρέχει αύριο, εύχομαι να πέσει επιτέλους το τεκνό στο γυμναστήριο, εύχομαι να ανεβεί ο CAC40). Αρχίζει με τα λόγια: “Für [όνομα], ich bitte um [πράγμα-κατάσταση-ιδιότητα]” [Υπέρ του/της -, παρακαλώ για -]. Και ο παπάς απαντά: “Darum bitten wir Dich, ο Gott” [Γι’ αυτό σε παρακαλούμε, Θεέ] μην αφήνοντας καμία αμφιβολία ποιος είναι ο αποδέκτης αυτού του αιτήματος και από ποιον υποτίθεται ότι εξαρτάται η πραγματοποίησή του.

(Σας μιλάει ο αυτόματος τηλεφωνητής του Θεού: αν και πανταχού παρών, αυτή τη στιγμή λείπω. Αν και παντογνώστης, αφήστε τη Fürbitte σας μετά το χαρακτηριστικό πλάγιο ήχο και – αν και παντοδύναμος και τα πάντα πληρών – θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σας, εν ευθέτωι.)

Μίνι-διήγημα σε συνέχειες – βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα

Μέρος πρώτο

«Γμτμ, έχω αργήσει».
Φουριόζος σαν άλλος Λευκός Κούνελος από την Άλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, ανέβαινα δύο-δύο τα σκαλιά της προαστιακής καθολικής εκκλησίας, ένα παγωμένο πρωινό του περασμένου Φλεβάρη. Τα σκαλιά γλιστρούσαν άσχημα – αλλά μάλλον η Παρθένος Μαρία, στην οποία είναι αφιερωμένη η εκκλησία, με πήρε υπό την σκέπην της. Ξεσκεπάστηκα γρήγορα-γρήγορα και άνοιξα τη βαριά πόρτα, που υποχώρησε μουγκρίζοντας αιρετικά παπιστικά τεριρέμ. Μέσα, η – μέτρια – χορωδία έφτυνε τα καταληκτικά ακόρντα ενός γλυκανάλατου ύμνου – δυστυχώς, όχι του τελευταίου. Και αυτοί είχαν αργήσει! Αδρεναλίνη, στοπ. Ανάσα. Δε φτύνουμε κάτω, ακόμη κι αν είμαστε κρυωμένοι. Κοιτώντας με κατάνυξη τα πλακάκια, κατευθυνόμαστε, όλο συστολή, προς το στασίδι των υπολοίπων αθεοκαθαρμάτων (ρεζερβέ, πίσω αριστερά να μη μας βλέπει ο συνοδός καθηγητής, εεεε ο παπάς ήθελα να πω), που μας κοιτούν σκασμένοι στα γέλια. Παντού υπάρχουν οάσεις για τον ορθολογιστή ταξιδευτή στας ερήμους της δεισιδαιμονίας.Σπάνια παρίσταμαι σε γάμους και βαφτίσια (κηδείες, δόξα να’ χει ο Βούδας, δεν αξιωθήκαμε πολλές στο σόι – και λίγοι είναι οι ξένοι που θα θελα να πάω για να καρατσεκάρω αν όντως τα ’χουν τινάξει). Όταν παρίσταμαι στην Ελλάδα, συνήθως κάνω παρέα στους αρειμάνιους καπνιστές του προαυλίου – που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν καπνίζουν μέσα: έτσι και αλλιώς, μέσα στα σύννεφα του λιβανιού, ποιος θα τους πάρει χαμπάρι; Τώρα όμως, ένεκα η ρουφιάνα η περίστασις, έπρεπε να παραστώ στα ενδότερα. Ντούρος. Κουστουμαρισμένος. Ξυρισμένος (χά!). Χαμογελαστός. Εν κατανύξει.Ο λόγος: η καλή μου φίλη, συνάδελφος, γειτόνισσα (κακούργα, δολοφόνισσα) confidente, Φ βάφτιζε την πρωτότοκη, πεντάκιλη, ξανθομαλλούσα κοράκλα της. Με όνομα μισό ελληνικό. Κατά το καθολικό τυπικό. Χοροπηδούντος ενός παπά ογδοήκοντα φθινοπώρων – στενού συγγενή – άσχετο αν το Alzheimer δεν τον άφηνε να το θυμηθεί. Με χορωδία. Εν δόξηι και τιμήι. Με λίαν πρωτότυπες ιδέες για την διοργάνωση του πολύ μυστήριου αυτού Μυστηρίου:

– Αν ήσουνα καθολικός, θα τη βάφτιζες μαζί με την αδελφή μου, ήθελες δεν ήθελες!
– [Σ’ ευχαριστώ, ω ανύπαρκτε Θεέ των Ορθοδόξων, τουλάχιστον απ’ αυτό το ρεζιλίκι, με γλίτωσες!] Ως αναρχοκομμουνιστής περιστασιακός οπαδός του Ιπτάμενου Μακαρονοτέρατος, τι κερδίζω;
– Μην ανησυχείς, κάτι θα βρεθεί και στο νουμεράκι σου! Έχεις υπ’όψιν σου τι είναι η Fürbitte;
– [Bite? Bite? Ναι, κάτι έχω ακουστά…] Ποιος Θανάσης;
– Μη με διακόπτεις, τέρας! Fürbitte κατά την καθολική παράδοση είναι μια προσευχή, κατά την οποία ο προσευχόμενος εκθέτει και απαριθμεί ό,τι εύχεται στο νεογνό. Κατά την καθολική παράδοση, ετερόδοξοι δύνανται να προσεύχονται μαζί μας κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό θα κάνεις – μαζί με τους Χ, Ψ, Ω – καθένας σας στη μητρική του γλώσσα πρώτα. Και μετά στα Γερμανικά. Θα σε βοηθήσω στη μετάφραση.
– [($^@#*$^ ] Μα εγώ είμαι αθ…
– Λεπτομέρειες! Σου είπα, ο καθένας επιτρέπεται να το κάνει. Κάτι θα βρεις. Και κοίτα μην αργήσεις!
– [($^@#*$^ ] ….