Gaetano Pesce Church of Solitude I

Gaetano Pesce Church of Solitude I

«Les liens entre un être et nous n’existent que dans notre pensée. La mémoire en s’affaiblissant les relâche, et, malgré l’illusion dont nous voudrions être dupes et dont, par amour, par amitié, par politesse, par respect humain, par devoir, nous dupons les autres, nous existons seuls. L’homme est l’être qui ne peut sortir de soi, qui ne connaît les autres qu’en soi, et, en disant le contraire, ment

«Τα δεσμά ανάμεσα σ’ένα συνάνθρωπό μας και σε μας τους ίδιους, μόνο στη σκέψη μας υφίστανται. Η μνήμη, εξασθενώντας, τα εγκαταλείπει, και παρά την ψευδαίσθηση απ’ την οποία θα θέλαμε να εξαπατηθούμε, και με την οποία – από έρωτα, φιλία, ευγένεια, σεβασμό προς τον πλησίον, καθήκον – εξαπατούμε τους άλλους, ζούμε μόνοι. Ο άνθρωπος είναι το όν που δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ τα όριά του, που δεν γνωρίζει τους συνανθρώπους του παρά μόνο διαμέσω του εαυτού του – και ισχυριζόμενος το αντίθετο, ψεύδεται.»

M. Proust, À la recherche du temps perdu.

Gaetano Pesce, Church of Solitude II

Gaetano Pesce, Church of Solitude II

«Jag behöver inte ha bråttom. Mitt gamla «jag» kan inte springa ifrån mig, i varje fall inte lika lätt som jag kunnat sprina ifrån det.

Jag börjar med andra ord från början, och det ställer till problem.

Vad är min början? Mina första minnen eller de andras första minnen av mig?»

Δεν χρειάζεται να βιάζομαι. Ο παλιός μου εαυτός δε μπορεί να τρέξει μακριά μου, σε κάθε περίπτωση όχι τόσο γρήγορα όσο θα μπορούσα εγώ να τρέξω μακριά απ’ αυτόν.

Ξαναρχίζω μ’άλλα λόγια και απ’ την αρχή, και αυτή η αρχή ακριβώς είναι που δημιουργεί το πρόβλημα.

Ποιά είναι η αρχή μου;  Η πρώτη μου ανάμνηση του εαυτού μου ή η πρώτη ανάμνηση που είχαν άλλοι για μένα;»

Theodor Kallifatides «Ett nytt land utanför mitt fönster»

Gaetano Pesce, Church of Solitude III

Gaetano Pesce, Church of Solitude III

 

Οι φωτογραφίες από το έργο του Pesce που εκτίθεται στη ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης που επισκέφθηκα πρόσφατα. Επισκεπτόμενος την Νέα Υόρκη του 1970 και τρομαγμένος από τους «ατάκτως ερριμένους» ανθρώπους συνέλαβε την ιδέα ενός υπόγειου ησυχαστηρίου σε ένα εγκαταλελειμμένο οικόπεδο στο κέντρο της πόλης, με μικρά ατομικά κελιά όπου ο καθένας θα μπορούσε να βρεθεί μόνος με τον εαυτό του, στη σιωπή.

Δυστυχώς, η ιδέα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, απ΄όσο ξέρω.

Ήταν μια απαίσια ημέρα η χτεσινή – απ’όλες τις απόψεις, μετά από ένα κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό πσκ με φίλους:

  • η μούχλα της μούχλας τη μούχλα την μούχλα Ω μουχλα,
  • το αγαπημένο μου project πάει χάλια,
  • τελείωσαν τα εισιτήρια για το Forsythe – λίγο πριν πάω εγώ στα εκδοτήρια,
  • θα ξαναγίνω ένα περιπλανώμενο τσίρκο με τα επαγγελματικά ταξίδια του Φεβρουαρίου/Μαρτίου – παναπεί, μόνο με αυτά που γνωρίζω ήδη, χώρια όσα προκύψουν στην πορεία,
  • διάφορα τρόλια λέν το μακρύ τους και το κοντό τους – η λογική είδος εν ανεπαρκεία θαρρείς…

Ώσπου σύρθηκα σπίτι αργά το απόγευμα. Και βρήκα στο γραμματοκιβώτιό μου ένα χαρτάκι του Courrier, που με πληροφούσε ότι πέρασαν, δε με βρήκαν, και άφησαν το πακέτο σε ένα γείτονα. Ο συμπαθέστατος γείτονάς μου μου έτεινε το «βαρύ πακέτο» προσηνής και χαμογελαστός… Απ’το Παρίσι!! Η Manu μ’ευχαριστεί για την πρόσφατη φιλοξενία και με στέλνει, ανάμεσα σε άλλα καλούδια που δεν είναι της παρούσης, αυτό:

Το δερματόδετο αντικείμενο του πόθου

Το δερματόδετο αντικείμενο του πόθου

 

Φυσικά, το τέρας καταξοδεύτηκε, και δεν έπρεπε – αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ότι, μέσα στη μουντρουχίαση της μέρας, άξαφνα βρέθηκα ξανά πρόσωπο με πρόσωπο με τον Marcel Proust στην πιο:

  • φημισμένη, από την πατιναρισμένη βιβλιοθήκη της Pléiade
  • σημαντική, με τους σπουδαιότερους φιλολόγους-επιμελητές-ιστορικούς
  • καλαίσθητη, από καφέ μυρωδάτο χρυσόδετο δέρμα και σαμπανιζέ λεπτό χαρτί

έκδοση του πρώτου τόμου της «Αναζήτησης», μιας μεγάλης (της πρώτης…) φιλολογικής μου αγάπης στη γλώσσα του Βολταίρου.

Υπάρχουν τουλάχιστον άλλα τρία αντίτυπα σκόρπια στη βιβλιοθήκη μου – η ελληνική έκδοση του Ηριδανού σε μετάφραση Π. Α. Ζάνα και οι γαλλικές Folio και Gallimard – βιβλία που έπαιρνα μαζί μου στα ταξίδια μου, στοίβαζα σε βαλίτσες και sacs voyage, που λέρωσα με κρασί και αντηλιακό, που υπογράμμιζα και γέμιζα ακατάληπτες σημειώσεις μέσα στην έπαρση της εφηβείας που όλα τα ξέρει.

Αλλά φυσικά δεν συγκρίνονται με αυτό. Ένα βιβλίο που διαβάζεται μια κρύα φθινοπωρινή μέρα στο σαλόνι του σπιτιού με τσάι και – γιατί όχι, μέσα σ’όλους κρύβεται ένα ψώνιο, madeleines. Ένα βιβλίο φετίχ, που ξεφυλίζεται αργά, τελετουργικά, πριν ο σελιδοδείκτης μπει στην διαβασμένη σελίδα (ποτέ συνδετήρας, ποτέ τσάκιση του χαρτιού), πριν ξαναμπεί στο κάλυμμά του για να περάσει το υπόλοιπο της νύχτας.

Μέχρι τώρα υλιστής δεν ήμουν, τουλάχιστον όχι σε τέτοιο βαθμό. Αλλά να, είναι το πρώτο βιβλίο Pléiade που δε δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη του Institut επειδή μ’αγαπούσε η βιβλιοθηκάριος (με την εξαίρεση μιας σκοροφαγωμένης Mme de Sévigné που αγόρασα κοψοχρονιά Rue St. André des Arcs). Και σήμανε για μένα, ένα είδος ενηλικίωσης – όψιμης, έστω. Και μια άφατη χαρά.

Je trouve très raisonnable la croyance celtique que les âmes de ceux que nous avons perdus sont captives dans quelque être inférieur, dans une bête, un végétal, une chose inanimée, perdues en effet pour nous jusqu’au jour, qui pour beaucoup ne vient jamais, où nous nous trouvons passer près de l’arbre, entrer en possession de l’objet qui est leur prison. Alors elles tressaillent, nous appellent, et sitôt que nous les avons reconnues l’enchantement est brisé. Délivrées par nous, elles ont vaincu la mort et reviennent vivre avec nous.

Il est ainsi de notre passé. C’est peine perdue que nous cherchions à l’évoquer, tous les efforts de nore intelligence sont inutiles. Il est caché hors de son domain et de sa portée, en quelque objet matériel (en la sensation que nous donnerait cet objet matériel), que nous ne soupçonnons pas. Cet objet, il dépend du hasard que nous le rencontrions avant de mourir, ou que nous ne le rencontrions pas.

Βρίσκω πολύ λογική την κέλτικη δοξασία σύμφωνα με την οποία οι ψυχές των ανθρώπων που χάσαμε αιχμαλωτίσθηκαν σε κάποιο κατώτερο όν, ένα ζώο, ένα φυτό, ένα άψυχο αντικείμενο, χαμένες πράγματι για μας ώσπου, μια μέρα – που για πολλούς δε θα’ρθει ποτέ – περνάμε τυχαία κοντά στο δέντρο, αποκτούμε τυχαία το αντικείμενο-ειρκτή. Και τότε, οι ψυχές σκιρτούν, μας φωνάζουν, και, άπαξ και τις αναγνωρίσουμε, το ξόρκι λύνεται. Τις σώσαμε, νίκησαν το θάνατο και ξανάρχονται να ζήσουν μαζί μας.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με το παρελθόν μας. Μάταιος κόπος αν προσπαθήσουμε να το θυμηθούμε, όλες μας οι προσπάθειες, όλη μας η ευφυϊα, μάταιες. Κρύβεται εκεί που η ευφυϊα δεν μπορεί να φτάσει, σε ένα υλικό αντικείμενο (ή, καλύτερα, στην αίσθηση που θα μας δημιουργούσε το αντικείμενο αυτό), το οποίο ούτε κάν υποπτευόμαστε. Και το αν βρεθεί στο δρόμο μας το αντικείμενο αυτό πριν πεθάνουμε ή ποτέ, εξαρτάται πλήρως απ’την τύχη.

À la recherche du temps perdu, du côté de chez Swann, I, i, p. 43-4.

Marc Chagall, Daphnis et Chloé

Marc Chagall, Daphnis et Chloé

 Έχει -7 βαθμούς εξ’ απ’ το σπίτι. Το καλοριφέρ παλεύει να ζεστάνει ένα δωμάτιο – και εγώ αναπολώ τόν ήλιο της Αρκαδίας – ΌΧΙ αυτής στην οποία εκλέγονται ο Κρέπας και ο Κόκκινος Πάνος, να εξηγούμεθα.

Λόγγου, των κατά Δάφνιν και Χλόην, Ποιμενικός Λόγος Α

 Υπάρχει μια πόλη της Λέσβου που τη λεν Μυτιλήνη, μεγάλη και όμορφη’  αυλακώνεται από πορθμούς, με τη θάλασσα να εισχωρεί στην ξηρά γύρω τριγύρω, στολισμένη με γέφυρες λαξεμένης, λευκής πέτρας. Έχει κανείς την εντύπωση πως αντικρύζει όχι πόλη, μα νησιά παντού. Διακόσια στάδια μακρυά απ’την πόλη αυτή βρίσκονται τα χωράφια ενός πλουσίου, τσιφλίκι απ’ τα λίγα. Βουνά γεμάτα με κηνύγι, λιβάδια που ξεχειλίζουν στάρι, λόφοι κυρτοί φυτεμένοι μ’ αμπέλια, βοσκοτόπια για τα ζωντανά. Κι όλ’αυτά, πλάι σε μια θάλασσα που’σκαγε πάνω στην ψιλή άμμο του γιαλού.

 

 

François-Réné comte de Chateaubriand: Atala

La France possédait autrefois dans l’Amérique septentrionale un vaste empire, qui s’étendait depuis le Labrador jusqu’aux Florides, et depuis les rivages de l’Atlantique jusqu’aux lacs les plus reculés du haut Canada.

Quatre grands fleuves, ayant leurs sources dans les mêmes montagnes, divisaient ces régions immenses : le fleuve Saint-Laurent, qui se perd à l’est dans le golfe de son nom ; la rivière de l’Ouest, qui porte ses eaux à des mers inconnues ; le fleuve Bourbon, qui se précipite du midi au nord dans la baie d’Hudson, et le Meschacebé qui tombe du nord au midi dans le golfe du Mexique.

 Ce dernier fleuve, dans un cours de plus de mille lieues, arrose une délicieuse contrée, que les habitants des Etats-Unis appellent le nouvel Eden, et à laquelle les Français ont laissé le doux nom de Louisiane. Mille autres fleuves, tributaires du Meschacebé, le Missouri, l’Illinois, l’Akanza, l’Ohio, le Wabache, le Tenase, l’engraissent de leur limon et la fertilisent de leurs eaux. Quand tous ces fleuves se sont gonflés des déluges de l’hiver, quand les tempêtes ont abattu des pans entiers de forêts, les arbres déracinés s’assemblent sur les sources. Bientôt la vase les cimente, les lianes les enchaînent, et des plantes, y prenant racine de toutes parts, achèvent de consolider ces débris. Charriés par les vagues écumantes, ils descendent au Meschacebé : le fleuve s’en empare, les pousse au golfe Mexicain, les échoue sur des bancs de sable, et accroît ainsi le nombre de ses embouchures.

Η Γαλλία κατείχε κάποτε μια απέραντη αυτοκρατορία στη Βόρειο Αμερική, απ’ το Λαμπραντόρ μέχρι τη Φλόριδα, απ’ τις όχθες του Ατλαντικού μέχρι τις πιο απόμερες λίμνες του Βόρειου Καναδά.

Τέσσερα μεγάλα ποτάμια, με τις πηγές τους στα ίδια βουνά, χώριζαν αυτές τις αχανείς εκτάσεις: ο ποταμός Saint-Laurent,  που καταλήγει στον ομώνυμο κόλπο’ ο δυτικός ποταμός, που κυλά τα νερά του σε άγνωστες θάλασσες, ο ποταμός Bourbon, που ρέει βιαστικός απ’ τον βορά ως τον κόλπο του Hudson και ο Meschacebé (Μισσισιπής) από βορά προς νότο ως τον κόλπο του Μεξικού.

Αυτό το τελευταίο ποτάμι, με ρου πάνω από χίλιες λεύγες, αρδεύει μια πανέμορφη εξοχή, που οι κάτοικοι των Ηνωμένων Πολιτειών ονομάζουν «Καινούρια Εδέμ»  και στην οποία οι Γάλλοι κληροδότησαν το γλυκύ όνομα Λουιζιάνα. Χίλιοι παραπόταμοι του Μισσισιπή, ο Μισούρι, ο Ιλλινόις, ο Ακάνσα, ο Όχαϊο, ο Γουαμπάσε, ο Τένεσι, μεταφέρουν εκεί τη λάσπη τους και τη γονιμοποιούν με τα νερά τους. Όταν όλ’αυτά τα ποτάμια ξεχειλίζουν μετά τους χειμωνιάτικους κατακλυσμούς, όταν οι καταιγίδες ξεριζώνουν δάση ολόκληρα, τα νεκρά δέντρα συγκεντρώνονται στις κοίτες τους. Γρήγορα ο βούρκος τα κολά το ένα με τάλλο, οι κληματίδες τ’αλυσοδένουν, και τα φυτά, ριζώνοντας παντού, ολοκληρώνουν το έργο.  Με όχημα τ’αφρισμένα κύματα, κατεβαίνουν τον Μισσισιπή: ο ποταμός σπρώχνει τους κορμούς ίσαμε τον κόλπο του Μεξικού, τους αφήνει πάνω στις αμμώδεις όχθες του, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των εκβολών του.

Καλημέρα σας.

Παύλος Μάτεσις, Αλδεβαράν – εκδ. Καστανιώτης, 2007

 

Ένας φάρος, ένας τάφος, και ένας άντρας μόνος.

 

Στον τάφο, κάτω απ’ την πρόσφατα φυτεμένη ελιά, το άκυρο πτώμα ενός άνθρωπου με μυρωμένη ανάσα και ενός σκύλου – φίλου.

 

Στον φάρο, ένας πίνακας «όπως θα ‘πρεπε να τον έχει ζωγραφίσει ο Uccello» και ένας αργαλειός – όρθιος, όπως στην αρχαιότητα – με ένα μισοτελειωμένο υφαντό αντιγραφή από τον Mirò. Όμως ο Οδυσσέας είναι που περιμένει.

 

Στο μυαλό του άντρα, σκόρπιες σκέψεις μιας ζωής που δεν έζησε – με τον νεκρό, σε διάλογο μαζί του. Γύρω-τριγύρω, άλλα όντα, γκρίζα, δευτερεύοντα – ίσως και λίγο μονοδιάστατα. Μα δεν πειράζει – το βιβλίο μιλά για έναν μεγάλο έρωτα, έναν «Ευαγγελισμό» – δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα!

 

Μετά την ασυγκράτητη ευθυμία του «Πάντα Καλά», η χαρμολύπη του τελευταίου βιβλίου του Μάτεσι είναι ευπρόσδεκτη σαν φθινοπωρινή βροχή σε τρυγημένα αμπέλια. Με τη μαγεία του Marquez, την εξύψωση της καθημερινότητας σε λογοτεχνία του Proust και τον αισθαντικότητα του Besson – διαβάζεται σε ένα απόγευμα – και ξαναδιαβάζεται, ως sors Virgiliana, ή και ολόκληρο, όταν η ψυχή το απαιτεί.