Δύο οδοντόβουρτσες στο χιόνι

Στο ποτήρι του νιπτήρα μια καινούργια οδοντόβουρτσα –

για ευαίσθητα δόντια, σχεδόν παιδική, παρέα στη δική μου

Δυο πετσέτες πλάι στο ντους

Στο ράφι του μπάνιου, ένα άρωμα που δεν είναι δικό μου

Άπλυτα ρούχα που δεν είναι δικά μου στο καλάθι του πλυντηρίου

Δεν είναι δικά μου, αλλά δεν είναι και ξένα

Αδειάζω ένα συρτάρι στη ντουλάπα,

Στριμώχνω ανήλεα τα κοστούμια μου,

Διπλώνω τα πουκάμισα, ελευθερώνω κρεμάστρες.

Στάχτη στο μοναδικό μου τασάκι;

Δυο είδη εμφιαλωμένου;

Που σταγδιάλα έχω βάλει τα δεύτερα κλειδιά;

Benvenuto Amore

Advertisements

Notte piovosa

Fa freddo canne

Ne fumi l’una dopo l’altra

Ed io – di solito –

bocche-portacenere

Non bacio

Questioni di principio.

 

Mano posta

Sulle mie spalle

Un’altra, ti sfiorava la schiena;

 

E poi,

Corsa frenetica

Per le strade di una città

Nemica, strana ed estranea;

 

E poi,

Un letto disordinato

Due occhi

D’azzurro, trasparenti;

 

Ed un sorriso

Da mille cherubini in coro

 

Marc Chagall, Daphnis et Chloé

Marc Chagall, Daphnis et Chloé

 Έχει -7 βαθμούς εξ’ απ’ το σπίτι. Το καλοριφέρ παλεύει να ζεστάνει ένα δωμάτιο – και εγώ αναπολώ τόν ήλιο της Αρκαδίας – ΌΧΙ αυτής στην οποία εκλέγονται ο Κρέπας και ο Κόκκινος Πάνος, να εξηγούμεθα.

Λόγγου, των κατά Δάφνιν και Χλόην, Ποιμενικός Λόγος Α

 Υπάρχει μια πόλη της Λέσβου που τη λεν Μυτιλήνη, μεγάλη και όμορφη’  αυλακώνεται από πορθμούς, με τη θάλασσα να εισχωρεί στην ξηρά γύρω τριγύρω, στολισμένη με γέφυρες λαξεμένης, λευκής πέτρας. Έχει κανείς την εντύπωση πως αντικρύζει όχι πόλη, μα νησιά παντού. Διακόσια στάδια μακρυά απ’την πόλη αυτή βρίσκονται τα χωράφια ενός πλουσίου, τσιφλίκι απ’ τα λίγα. Βουνά γεμάτα με κηνύγι, λιβάδια που ξεχειλίζουν στάρι, λόφοι κυρτοί φυτεμένοι μ’ αμπέλια, βοσκοτόπια για τα ζωντανά. Κι όλ’αυτά, πλάι σε μια θάλασσα που’σκαγε πάνω στην ψιλή άμμο του γιαλού.

 

 

François-Réné comte de Chateaubriand: Atala

La France possédait autrefois dans l’Amérique septentrionale un vaste empire, qui s’étendait depuis le Labrador jusqu’aux Florides, et depuis les rivages de l’Atlantique jusqu’aux lacs les plus reculés du haut Canada.

Quatre grands fleuves, ayant leurs sources dans les mêmes montagnes, divisaient ces régions immenses : le fleuve Saint-Laurent, qui se perd à l’est dans le golfe de son nom ; la rivière de l’Ouest, qui porte ses eaux à des mers inconnues ; le fleuve Bourbon, qui se précipite du midi au nord dans la baie d’Hudson, et le Meschacebé qui tombe du nord au midi dans le golfe du Mexique.

 Ce dernier fleuve, dans un cours de plus de mille lieues, arrose une délicieuse contrée, que les habitants des Etats-Unis appellent le nouvel Eden, et à laquelle les Français ont laissé le doux nom de Louisiane. Mille autres fleuves, tributaires du Meschacebé, le Missouri, l’Illinois, l’Akanza, l’Ohio, le Wabache, le Tenase, l’engraissent de leur limon et la fertilisent de leurs eaux. Quand tous ces fleuves se sont gonflés des déluges de l’hiver, quand les tempêtes ont abattu des pans entiers de forêts, les arbres déracinés s’assemblent sur les sources. Bientôt la vase les cimente, les lianes les enchaînent, et des plantes, y prenant racine de toutes parts, achèvent de consolider ces débris. Charriés par les vagues écumantes, ils descendent au Meschacebé : le fleuve s’en empare, les pousse au golfe Mexicain, les échoue sur des bancs de sable, et accroît ainsi le nombre de ses embouchures.

Η Γαλλία κατείχε κάποτε μια απέραντη αυτοκρατορία στη Βόρειο Αμερική, απ’ το Λαμπραντόρ μέχρι τη Φλόριδα, απ’ τις όχθες του Ατλαντικού μέχρι τις πιο απόμερες λίμνες του Βόρειου Καναδά.

Τέσσερα μεγάλα ποτάμια, με τις πηγές τους στα ίδια βουνά, χώριζαν αυτές τις αχανείς εκτάσεις: ο ποταμός Saint-Laurent,  που καταλήγει στον ομώνυμο κόλπο’ ο δυτικός ποταμός, που κυλά τα νερά του σε άγνωστες θάλασσες, ο ποταμός Bourbon, που ρέει βιαστικός απ’ τον βορά ως τον κόλπο του Hudson και ο Meschacebé (Μισσισιπής) από βορά προς νότο ως τον κόλπο του Μεξικού.

Αυτό το τελευταίο ποτάμι, με ρου πάνω από χίλιες λεύγες, αρδεύει μια πανέμορφη εξοχή, που οι κάτοικοι των Ηνωμένων Πολιτειών ονομάζουν «Καινούρια Εδέμ»  και στην οποία οι Γάλλοι κληροδότησαν το γλυκύ όνομα Λουιζιάνα. Χίλιοι παραπόταμοι του Μισσισιπή, ο Μισούρι, ο Ιλλινόις, ο Ακάνσα, ο Όχαϊο, ο Γουαμπάσε, ο Τένεσι, μεταφέρουν εκεί τη λάσπη τους και τη γονιμοποιούν με τα νερά τους. Όταν όλ’αυτά τα ποτάμια ξεχειλίζουν μετά τους χειμωνιάτικους κατακλυσμούς, όταν οι καταιγίδες ξεριζώνουν δάση ολόκληρα, τα νεκρά δέντρα συγκεντρώνονται στις κοίτες τους. Γρήγορα ο βούρκος τα κολά το ένα με τάλλο, οι κληματίδες τ’αλυσοδένουν, και τα φυτά, ριζώνοντας παντού, ολοκληρώνουν το έργο.  Με όχημα τ’αφρισμένα κύματα, κατεβαίνουν τον Μισσισιπή: ο ποταμός σπρώχνει τους κορμούς ίσαμε τον κόλπο του Μεξικού, τους αφήνει πάνω στις αμμώδεις όχθες του, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των εκβολών του.

Καλημέρα σας.

Θέλω να (αντι-)γράψω πάλι για όμορφα πράγματα σήμερα, μέσα στη γενική μαυρίλα.

Beowulf 

867       …. Hwilum cyninges þegn,       

868       guma gilphlæden, gidda gemyndig,                      

869       se ðe ealfela ealdgesegena

870       worn gemunde, word oþer fand

871       soðe gebunden; secg eft ongan  

872       sið Beowulfes snyttrum styrian  

873       ond on sped wrecan spel gerade,           

874       wordum wrixlan. Welhwylc gecwæð     

875       þæt he fram Sigemundes/ secgan hyrde 

876       ellendædum, uncuþes fela,         


From time to time, a thane of the king,

who had made many vaunts, and was mindful of verses,

stored with sagas and songs of old,

bound word to word in well-knit rime,

welded his lay; this warrior soon

of Beowulf’s quest right cleverly sang,

and artfully added an excellent tale,

in well-ranged words, of the warlike deeds

he had heard in saga of Sigemund.

 

Strange the story: he said it all, —

 

Που και που, ένας απ’ τους υπασπιστές του βασιλιά,

Στα λόγια πολύπειρος, στους στίχους διαβασμένος,

Με νου γεμάτο από έπη και τραγούδια αρχαία

Έπλεκε λέξη-λέξη ένα καλοταίριαστο ποίημα

Σύντομα, με δεξιοσύνη θαυμαστή, ο πολέμαρχος αυτός

Έψαλε το κατόρθωμα του Μπέοβουλφ,

Και με πονηριά του πρόσθεσε ένα έξοχο μύθο,

Με καλοταιριασμένες λέξεις, απ’ τους πολεμικούς άθλους

Που’χε ακούσει στο έπος του Σιγιμούνδου

Παράξενη η ιστορία: και όλη την είπε, —

 

μήρου δύσσεια 

 Ραψωδία θ
δυσσως σστασις πρς Φαικας.

Μετφραση ργρη φταλιτη

 62         κρυξ δ γγθεν λθεν γων ρηρον οιδν,

63         τν πρι μοσ φλησε, δδου δ γαθν τε κακν τε·

64         φθαλμν μν μερσε, δδου δ δεαν οιδν.

65         τ δ ρα Ποντνοος θκε θρνον ργυρηλον

66         μσσ δαιτυμνων, πρς κονα μακρν ρεσας·

67         κδ δ κ πασσαλφι κρμασεν φρμιγγα λγειαν

68         ατο πρ κεφαλς κα πφραδε χερσν λσθαι

69         κρυξ· πρ δ τθει κνεον καλν τε τρπεζαν,

70         πρ δ δπας ονοιο, πιεν τε θυμς νγοι.

71         ο δ π νεαθ τομα προκεμενα χερας αλλον.

72         ατρ πε πσιος κα δητος ξ ρον ντο,

73         μοσ ρ οιδν νκεν ειδμεναι κλα νδρν,

74         ομης τς ττ ρα κλος ορανν ερν κανε,

 

Φρνει κι κρχτης τν καλ τραγουδιστ μαζ του,

πο Μοσα τν γπησε, κα το ‘δωσε σμιγμνο

καλ μαζ μ τ κακ. Τ φς του ατ το πρε,

μ το ‘φερε γλυκει φων. Θρον ργυροδεμνο

στος καλεστος νμεσα το στνει κρχτης, δπλα

στλου ψηλο, κα σ καρφ τ λρα του κρεμντας

ποπνωθ του, το ‘δειξε πρς πο ν’ πλοχερση.

Κα το ‘βαλε τραπζι μπρς μ’ πνω του πανρι,

Τ χρια ττε λοι πλωναν στ καλοφγια μπρς τους.

Κι π πιοτ κι π φα σ φρνθηκε καρδι τους,

τν ψλτη Μοσα κνησε ν ψλη ντρνε δξες,

π τραγοδι πο φτανε φμη του στ ορνια…