πρόστυχε!

Έτσι είναι. Όταν αγοραίος ών/αγοραία ούσα στήνεσαι σε όλες τις στάσεις του καμασούτρα, έτσι και το διασκεδάζεις (ή θέλεις να δείξεις στον πελάτη ότι όντως το διασκεδάζεις), μέσα στην καύλα, θα πεις και κανα δυό βρωμόλογα.

Συνήθως, σχετικά με το μέγεθος, τη διάρκεια, το αποτέλεσμα. Το οποίο, ως γνωστόν, μετράει.

Τα βρωμόλογα είναι σωτήρια. Τα βρωμόλογα είναι σωτηρία. Δημιουργούν τη δέουσα (το μελιτζανάκι) οικειότητα μεταξύ όλων των συμμετεχόντων παρτεναίρ – έστω και αν πρόκειται για την πρώτη (ή/και την τελευταία) συνεύρεση. Σπάνε τον πάγο. Εξαφανίζουν την ντροπή. Ή, καλύτερα, τη διαμοιράζουν (όχι κατ’ανάγκην σε ίσα μερίδια) μεταξύ των συμμετεχόντων – όπως το εν ταυτώι λαμβάνον χώραν σέξ διαμοιράζει τα τυχόν αφροδίσια (αυτά πάλι σε ίσα μερίδια). Απ’ την άλλη πάλι, η ζωή έχει ρίσκο, δεν είναι υπερεθνική ένωση κυριάρχων κρατών…

Διότι τελικά, τι είναι το σεξ; Η ατμόσφαιρα είναι. Όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά. Ο 17ος κάνει την παρτούζα. Να οργανωθούμε βρε παιδιά, να οργανωθούμε.

ΥΓ: Μην ακούτε τι λένε οι άλλοι, οι ανοργασμικοί. Που δεν τους αρέσουν, λέει, τα βρωμόλογα. Δεν τους αρέσουν διότι δεν ένιωσαν ποτέ την καφτή ανάσα του σορτάκη στο λαιμό τους. Η αυτοικανοποίηση, δεν είναι μόνο αυτοικανοποίηση, είναι και λίγο οίηση. Τι βρωμόλογα να πεις μόνος κι έρημος όταν κάνεις ό,τι κάνεις στην ιδιωτικότητα της τουαλέτας σου ή, το πολύ, σε ένα βίδεο ρουμ, βλέποντας άλλους  να πηδιόσαντε; Το βρωμόλογο προϋποθέτει ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο, βαθιά δημοκρατική παιδεία και εμβριθή προετοιμασία. Προφυλάξεις. Περιεκτικότητα λόγου χωρίς αμετροέπεια. Προπαντός, υπευθυνότητα.

Άλλως, καταντά υπερεθνική ένωση κρατών.

Oskar Kokoschka, Τίγρη, 1969

Πόσες και πόσες ορθές μεταρρυθμίσεις δεν απέτυχαν μόνο και μόνο επειδή τις πρότεινε ένα μισητό καθεστώς! Και, αντιστρόφως, πόσες και πόσες άφρονες πράξεις δεν καταχειροκροτήθηκαν, μόνο και μόνο επειδή έφεραν τη σφραγίδα της μαχητικής νομιμοποίησης. Έτσι δε έχουν τα πράγματα, σε όλους τους τόπους, σε όλους τους καιρούς: αν ένα νομοσχέδιο υποβάλλεται σε ψηφοφορία, oι ψηφοφόροι αποφασίζουν λιγότερο με βάση το περιεχόμενό του και περισσότερο με βάση την εμπιστοσύνη που έχουν (ή δεν έχουν) στο πρόσωπο που το εισηγείται. Μετανοούμε και επανεξετάζουμε τα πράγματα μόνο κατόπιν εορτής.

Αμίν Μααλούφ, η Απορύθμιση του Κόσμου, Grasset, 2009, σελ. 116

[Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο και οι υπογραμμίσεις, του μαγαζιού]

 

Πάει καιρός πια που δε σου’γραψα, μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη. Λίγο η ευτυχία στην προσωπική μου ζωή, λίγο η δυστυχία στην επαγγελματική μου τοιαύτη (chicsic), λίγο τα ογκώδη γραπτά της δουλείας που θαρρείς στάζουν αίμα και που ρουφάνε το δικό μου, δεν πρόκαμα, και δεν μπόρεσα. Συμπάθα με.

Λίγες μέρες νωρίτερα διάβασα αυτό. Και σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές στο αργοπορημένο τραίνο της επιστροφής στο χωριό μετά από ταξείδιον εργασίας ευσυνειδήτου υπαλληλίσκου, διάβασα το κείμενο της εισαγωγής.

Και πήρα την άξαφνη απόφαση να γράψω γιατί σήμερις το βράδυ, μεσάνυχτα ώρα Νοτίου Δανιμαρκίας, μέσα στο Ναό της Δημοκρατίας, περί τα διακόσια ενενήκοντα εννέα (εξόν απ’ όσα έφαγαν οι λύκοι ή οι αρρώστιες) πρόβατα εκλήθησαν να βελάσουν τη εμπιστοσύνη τους σε μία νέα (οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες) κυβέρνηση. Η εμπιστοσύνη αυτή κανονικά βελάζεται κάθε φορά που σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, κάθε φορά που το ζητά ο Πρωθυπουργός ή (αντιστρόφως) κάθε φορά που η αντιπολίτευση καταθέτει πρόταση μομφής. Επί του παρόντος, η βελασθείσα εμπιστοσύνη είναι μονέδα χρειαζούμενη προκειμένου αυτή η νέα κυβέρνηση να εφαρμόσει τα μέτρα που απορρέουν από ένα κιτάπι που όλοι – είτε το έχουν διαβάσει είτε όχι, ονομάζουν «μνημόνιο» (αυτό είναι το χαϊδευτικό του, αναγνώστα, το πλήρες βαπτιστικό του είναι: μνημόνιο (αλληλο-)κατανόησης, memorandum of understanding – η κατανόηση όμως πήγε περίπατο).

Μιλώντας για κατανόηση, έξω απ’ το Ναό της Δημοκρατίας, περί τις κάμποσες χιλιάδες πρόβατα τε και ερίφια (εκ δεξιών και εξ αριστερών του Πατρός και της Πατρίδως ακατασχέτως), αυτοκλήτως εβέλασαν ότι δε δίνουν την εμπιστοσύνη τους στη νέα κυβέρνηση.

Υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, δε χρειάζεται ψήφος εμπιστοσύνης για την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου, στο βαθμό τουλάχιστον που αυτά περιλαμβάνονται στο αρχικό μνημόνιο – που αποτελεί νόμο του Κράτους. Ξαναμανά υπόψη, σύντροφε της αγρύπνιας μου, σ’ἐνα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι Ἐλληνες μπορούν να συνέρχονται «ησύχως και χωρίς όπλα» αλλά – πέραν της ψήφου των στις εκλογές – άλλη ψήφο εμπιστοσύνης δε δίνουν. Όσο μια κυβέρνηση έχει τη δεδηλωμένη, οφείλει να κυβερνά. Μέχρι τη λήξη της θητείας της. Κουκιά μετρημένα.

Αυτά για εισαγωγή. Μακροσκελή, το ξέρω. Ίσως γιατί φοβάμαι, αναγνώστα, να σε γράψω αυτά που θέλω να σε γράψω. Καλά αν είσαι της κάτω πλατείας: θα με αποκαλέσεις όργανο του διεθνούς καπιταλισμού, θα υποβάλεις ψήφισμα καταδίκης των απόψεών μου στη λαϊκή συνέλευση και το πράγμα θα τελειώσει εκεί. Αν όμως είσαι της πάνω πλατείας; Θα με τυφλώσεις με λέιζερ; Θα με πεις να πάω σπίτι μου (μακάρι να’ξερα που είναι το σπίτι μου…); Θα με προπηλακίσεις; Θα με κουρέψεις και θα με σύρεις στο λαϊκό δικαστήριο δοσιλόγων; Ακόμη χειρότερα, αν δεν είσαι καμίας πλατείας, αν σου’χουν μόλις ξανα-περικόψει το μισθό σου, τη σύνταξή σου, την εκπαίδευση των παιδιών σου, τα φάρμακά σου, και με κοιτάξεις απλώς λυπημένα, εγώ τι θα κάνω;

Άλλα όποιος και να ’σαι (όοοοπου και να’σαι…) μοναδικέ-μοναχικέ μου αναγνώστη, αν άντεξες ως εδώ, θα τ’ ακούσεις και η μισή ντροπή δική μου, η μισή δική σου. Δώσε τώρα βάση.

Μπορεί ο Γιωργάκης να είναι, κατά το ρηθέν υπό της Μαλβίνας «μπουχέσας γιός ενδόξου πατέρα». Μπορεί να μην είναι ικανός να αρθρώσει μια κύρια πρόταση στα νέα ελληνικά με υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο/κατηγορούμενο (τους επιθετικούς-επιρρηματικούς προσδιορισμούς και τις δευτερεύουσες προτάσεις του τις χαρίζω) Μπορεί να τον θεωρείς αμερικανάκι, σουηδάκι, εβραιομασώνο, όργανο του διεθνούς σιωνισμού που μας ψεκάζει για να εγκαταστήσει τη νέα παγκόσμια διακυβέρνηση, πουλημένο, ηλίθιο. Δεν αποκλείω επίσης καθόλου να είναι ορισμένα απ’ τα ανωτέρω.

Μπορεί να θεωρείς το Βενιζέλο έναν αμετροεπή επηρμένο αριβίστα εξουσιομανή διανοούμενο. Μπορεί να θεωρείς το Σαμαρά έναν πατριδοκάπηλο πολιτικάντη της επαρχίας καταχραστή μυστικών κονδυλίων του υπουργείου εξωτερικών. Μπορεί να θεωρείς τον Πάγκαλο _______[αυτολογοκρισία]. Το cut a long story short, μπορεί να έχεις τη χείριστη γνώμη για τα εντός βουλής ερίφια. Και δεν αποκλείω καθόλου – μα καθόλου – να έχεις δίκαιο.

Επίσης, εγώ μπορεί να θεωρώ πως οι κάφροι της άνω πλατείας είναι γραφικοί τύποι που επειδή έπιασαν ένα λέηζερ στο χέρι αισθάνονται σαν τον Όμπι Ουάν Κενόμπι στον Πόλεμο τον Άστρων και σημαδεύουν ό,τι κινείται. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν αρκετά (διότι, θυμηθείτε, μαζί τα φάγαμε, το κατά δύναμιν ο καθένας) – στο ότι είναι απλά small time crooks που δεν πρόλαβαν να πιάσουν την καλή. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

Μπορεί πάλι να θεωρώ πως οι αιθεροβάμονες της κάτω πλατείας είναι γραφικοί τύπου που σήμερα ανακαλύπτουν την άμεση δημοκρατία, αύριο τον εξοστρακισμό – ίνα μη τι χείρον είπω. Μπορεί να θεωρώ επίσης ότι η αγανάκτησή τους οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έφαγαν διότι – λόγω ιδεολογίας ή αφέλειας – δεν ήθελαν να προσπαθήσουν καν. Και μη μου το χαλάς, μην αποκλείεις να έχω δίκιο.

 

Δεν είναι όμως τα ανωτέρω το ζητούμενο. Το ζητούμενο δεν είναι καν Μνημόνιο ή Αναθεωρημένο Μνημόνιο. Το ζητούμενο είναι: Μνημόνιο ή όχι Μνημόνιο;

Και αυτό το ερώτημα είναι θεμιτό να επιδέχεται διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με τις ιδεολογικές θέσεις, την προσωπική κατάσταση και τις προσδοκίες του καθενός. Αλλά όχι με βάση την αγανάκτηση του καθενός – και όχι με κριτήριο του ποιός προτείνει τί. Μ’άλλα λόγια:

  • πιστεύεις στη χρεοκοπία της χώρας και την επιστροφή στη δραχμή, έχοντας επίγνωση των συνεπειών για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Ευρωζώνη (την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια!); Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δεν μπορείς διότι ετοιμάζεσαι να πάρεις τα χειμερινά ανάκτορα. Αν τα πάρεις, χαλάλι σου. Και στείλε με στη Σιβηρία. Μακάρι να μη σε πιάσει ο πασίγνωστος αφορισμός του γέρο Μαρξ και να τη βρεις την Ιθάκη της κομουνιστικής κοινωνίας.
  • πιστεύεις ότι η Ελλάδα πρέπει να μείνει μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης, υποτασσόμενη (ναι, εκεί που φτάσαμε, αυτή είναι η λέξη αναγνώστα) στις προθέσεις των διεθνών δανειστών της; Μπορώ να συζητήσω μαζί σου – αν και εσύ μάλλον δε προφταίνεις γιατί κοιτάς που θα σφίξεις το ζωνάρι παραπάνω και πως θα διασφαλίσεις το μέλλον των παιδιών σου. Καλό κουράγιο.

 

  • πιστεύεις ότι το μνημόνιο είναι κακό επειδή στο πλασάρει ο Γιωργάκης; πιστεύεις ότι η διαπραγμάτευση του μνημονίου είναι καλό επειδή στην πλασάρει ο Σαμαράς; Πιστεύεις ότι το χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι απεχθές επειδή στο είπε το Debtocracy και ο Τσίπρας; πιστεύεις ότι η αγανάκτησή σου (μου του όλων) μπορεί να αλλάξει θετικά την κοινωνία στην οποία ζεις;

Πάρτο αλλιώς.

Εδώ και εδώ τα αφιερώματα των περασμένων ετών.

 Walt Whitman (1819–1892) – Leaves of Grass (1900)

City of Orgies

 City of orgies, walks and joys!

City whom that I have lived and sung in your midst will one day make you illustrious,

Not the pageants of you—not your shifting tableaux, your spectacles, repay me;

Not the interminable rows of your houses—nor the ships at the wharves,

Nor the processions in the streets, nor the bright windows, with goods in them;

Nor to converse with learn’d persons, or bear my share in the soiree or feast;

Not those—but, as I pass, O Manhattan! your frequent and swift flash of eyes offering me love,

Offering response to my own—these repay me;

Lovers, continual lovers, only repay me.

Το δεύτερο ξυπνητήρι χτυπάει. Η μια μέρα περνάει μετά την άλλη. Μια αγκαλιά το πρωϊ, βιαστική «Amore, devi svegliarti«. Ντούς –  ή και όχι, ο βρωμύλος. Αργοπορημένος στη δουλειά. Δε γαμιέστε όλοι σας, μήπως χτές δεν έμεινα μέχρι μαύρα μεσάνυχτα. Να συμμαζεύω τ’ασυμμάζευτα. Όλων σας. Συναντήσεις. Συνεδριάσεις. Κοινοτοπίες (λατινικές και μη). Κενοτοπίες. Ουτοπίες. Φρουτοπίες, ούτε για δείγμα. Φωτοτυπίες. Φαγητό στο πόδι με εξίσου αγχωμένο συνάδελφο. Ή μάθημα/διάβασμα και σάντουιτς. Ή μια ώρα γυμναστήριο στα γρήγορα – με ενοχές: πουδεντρώωκαλά, πουτρώωπολύ, πουδεντρώω, πουδεντρέχω, πουδενέχωδιαβάσεικαιοιεξετάσειςπλησιάζουν. Προπονήσεις για τον πρώτο μαραθώνιο της χρονιάς που πλησιάζει απειλητικά – και που μάλλον θα’ναι φιάσκο. Διάβασμα για τις εξετάσεις που έρχονται με βήμα ταχύ. Θα τη σκαπουλάρω; Θα με προάξουν; Ή θα με προάξουν; Η κρίση θα αφήσει τίποτε όρθιο, εμού συμπεριλαμβανομένου; Άλλες τόσες ώρες δουλειάς. Το στομάχι σφίγγεται κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος του ηλεμηνύματος. Σαν τον τενίστα, αποκρούω όπως-όπως όλες τις μπαλιές του αντιπάλου. Σαν τον κακό τενίστα όμως, που δεν έχει χρόνο να σκεφτεί που θα στείλει τη μπάλα. Γύρω στις πέντε, διαβολεμένη όρεξη για γλυκό. Ενοχές. Γυμναστήριο. Εννιάμιση το βράδυ, στο κρύο της αρκούδας, με την ψυχή στο στόμα, και τον φορητό της δουλειάς στην τσάντα, να προλάβω το σουπερμάρκετ. Σαλάτα. Άπαχο τυρί. Άπαχο μπέηκον, στο θεό σου. Ο ταμίας μου χαμογελά – δεν τον προσέχω. Ξανθός, με σκουλαρίκι στη μύτη, ήμαρτον Βαγγελίστρα μου. Σπίτι. σαλάτα μπροστά στους δύο υπολογιστές. Ελληνοφρένεια στον ένα. Συμβάσεις στον άλλο. Ένα μυρωδάτο ζεστό κεφάλι στην αγκαλιά μου. «Quando andiamo di nuovo in vacanza? Non so, amore. Dormiamo adesso, è tardi. ….» Δύο ξυπνητήρια για την επόμενη.

Στοπ!

Σήμερα διάβασα αυτό. Απ’ το οποίο και ο τίτλος του σημερινού πόστ. Απ’ τη μια απόρεσα – στιγμιαία – για το πόσο μέσα στο κεφάλι μου είναι η φίλη μου η Κροτ. Διαβάζοντας όμως τα σχόλια, είδα ότι δεν είμαι μόνος. Αυτό φυσικά δεν με καθησύχασε καθόλου.

Αλλά εκεί ανάμεσα, μετά την έκπληξη, και πριν από την εκλογίκευση, είχα – πως θα μπορούσα να είμαι εξαίρεση – μια μικρή μα πικρή κρίση οργής. Που περνάω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου (που είναι πάντα αυτά που ζω επί του παρόντος) πίσω από ένα γραφείο. Μέσα σε ένα – χρυσό ή επίχρυσο, δεν έχει σημασία – κλουβί. Που δεν ελέγχω τη μοίρα μου. Που πνίγω τα όσα δράμια δημιουργικότητας αξιώθηκα, σαν τυφλά γατάκια, σε μια σκάφη κυνισμό, κοινοτοπία και εύκολο χιούμορ. Που δεν έχω το χρόνο ή τη διάθεση ν’ανοιχτώ στους ανθρώπους που μου χαμογελούν. Που διαχειρίζομαι την αγάπη μου σαν να ναι συμβόλαιο επί του οποίου, πριν τη λήξη, πρέπει να θυμηθώ ν’ασκήσω το συμβατικό δικαίωμα παράτασης.

Πριν από λίγο καιρό, σε ένα τριήμερο αστραπή στην Ιταλία, έπεσα πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Federico Baccomo (Duchesne) Studio Illegale. O συγγραφέας – και μπλόγκερ ήταν ένας συνάδελφός μου, λειτουργός και καλά της και καλά Θέμιδος, και εργαζόταν σε μια μεγάλη αγγλοσαξωνική δικηγορική εταιρία στο Μιλάνο. Ήταν. Πριν τα παρατήσει όλα για τη συγγραφή. Πρέπει να ‘ναι δύσκολο να περιφέρεται με 20 κιλά όρχεις στο παντελόνι του.

Ο συγγραφέας μιλά για όλα, όπως θα θελά να είχα μιλήσει εγώ. Για τα – υποτίθεται – γκλαμουράτα ταξίδια που σε αφήνουν άρρωστο για μέρες. Για μακρόχρονες due dilligence σε πνιγηρά data rooms.  Για επιχειρησιακά γεύματα/team building events όπου συναγελάστηκε με τη Σάρα και τη Μάρα. Για τον επιβλέποντά του πάρτνερ, που όταν του’κανε κήρυγμα, αυτός επαναλάμβανε νοερά τα ονόματα των επτά νάνων. Για τους ανταγωνιστικούς του συναδέλφους με τις αδυναμίες και τις κακίες τους. Για κουτιά πίτσες και κινέζικο στις 10 το βράδυ. Για το μπουκαλάκι με το κονιάκ στο κάτω δεξί συρτάρι του γραφείου. Για κάκτους στο γραφείο, που πέθαναν από την ξηρασία. Για το χρυσόψαρό του, που πέθανε απ’την πείνα. Για το μπονζάι του που η ανθοπώλις δεν ήθελε κάν να του πουλήσει. Για έρωτες που τον εγκατέλειψαν, αηδιασμένοι απ’ τη ζωή που ζούσε. Για τις ψευδαισθήσεις ικανότητας και μεγαλείου. De me fabula narratur, για ακόμη μια φορά.

Μ΄εκνευρίζει ότι, για να περιγράψω πως αισθάνομαι, πρέπει να καταφύγω στη μετάφραση γραπτών κάποιου άλλου. Αλλ’ ο καθείς και τα όπλα του, έκαστος εφ’ω ετάχθη, κάλλιο πέντε και στο χέρι κάλλιο αργά παρά ποτέ, κάλλιο παρά να πάρω κάλιο.

 

«‘Πώς έφτασα μέχρι εδώ;’

Μια φορά κι ἐναν καιρό ήμουν μόνο ένας ασκούμενος, με πολλές μπλέ γραβἀτες.

Έκανα γενική άσκηση σε ένα μικρό δικηγορικό γραφείο όπως τα περισσότερα ιταλικά δικηγορικά γραφεία.

Για μια χούφτα ευρώ το μήνα περνούσα τα πρωϊνά μου στα Δικαστήρια καταγινόμενος με ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς: στεκόμουν στην ουρά για να εγγράψω μια υπόθεση στο πινάκιο, ανεχόμουν τις προσβολές μιας αισχρής θεόχοντρης υπαλλήλου στη γραμματεία του 13ου τμήματος, έγλυφα και κολούσα δεκάδες χαρτόσημα και μεγαρόσημα και μετά τα σφράγιζα, έψαχνα χαμένους φακέλους και σχετικά δικογραφιών, σκαρφαλώνοντας σε επικίνδυνες σκάλες, μέσα στο στενό κουστούμι Valentino της αποφοίτησής μου, όπως θυμόμουν με καημό. Μετά, γυρίζοντας στο γραφείο, φωτοτυπίες, προετοιμασία των φακέλων, σύνταξη αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και άλλες μικροδουλειές, για τις οποίες, περισσότερο απ’το πτυχίο, ήταν απαραίτητο το αλκοόλ.

Και αυτά δεν ήταν τίποτε. Οι διηγήσεις των πρώην συμφοιτητών μου απ’το πανεπιστήμιο έφερναν κακά μαντάτα: άλλος έκανε ψώνια για τον ασκούντα δικηγόρο, ἀλλος του’πλενε τ’αμάξι, άλλος του πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο.

Άντε, άντε, μην υπερβάλεις.  Οι δικοί μου ήταν έτοιμοι να με κοιτάξουν σχεδόν με περιφρόνηση. Η μάνα μου με κοίταζε σα να θελε να μου πεί: Άλλοι δουλεύουν σε ανθρακωρυχεία. Και στο τέλος, μου τό’πε.

Όμως εγώ ήθελα περισσότερα.

Άρχισα να ψάχνω για το δικηγορικό γραφείο στο οποίο θα μπορούσα να κάνω καριέρα και άρχισα συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων.

Την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στο γραφείο «Φλάκερ, Γκρούντχουρτσ και Κρόππερ» αισθάνθηκα να μ’εκμηδενίζει μια διαπεραστική δυσφορία: οι γυάλινες πόρτες που ανοίγαν δευτερόλεπτα πριν περάσω. Η απρόσωπη διακόσμηση. Η  ψυχρότητα της ρεσεψιονίστ που με υποδέχθηκε λέγοντάς μου: «καθίστε εκεί» χωρίς να σηκώσει το βλέμμα ή να μου ξεκαθαρίσει με μία χειρονομία που ήταν αυτό το εκεί (μήπως άραγε στη χέστρα;). Οι μικροσκοπικές κάμερες στις γωνίες των τοίχων. Περιοδικά με τίτλους όπως Κεφάλαιο, Εκατομμυριούχος, Οικονομία και Αγορές τακτοποιημένα σε σχήμα βεντάλιας στο τραπεζάκι μπροστά απ’τις πολυθρόνες. Η νευρική σιωπή που κυριαρχούσε στο χώρο. Αυτή η αύρα της prêt-à-porter χλιδής σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό ενός δωματίου που ήθελε να περάσει μηνύματα όπως: είμαστε επαγγελματίες.

Εγώ ήθελα να κάνω καριέρρα.

Ήθελα περισσότερα.

Caravaggio Medusa

 Awubowan: καλοσωρίσατε!

Αχουρβέδα… η «τέχνη της ζωής», η πανάρχαιη (λες και ότι πανάρχαιο είναι και θέσφατο) ινδική συνταγή για υγεία, μακροζωία και συχνές κενώσεις, επιβίωσε στην αγνότερη μορφή της στη Σρι Λάκνκα, όχι στην Ινδία. Ή τουλάχιστον αυτό θα σας πουν οι Σριλανκέζοι. Τη δοκίμασα  – ομολογουμένως, για πολύ λίγο χρόνο – και τη βρήκα υπερτιμημένη. Αρχικά, μια θεοχοντρή γιατρός βρήκε εμένα χοντρό και μου συνέστησε να χάσω βάρος «ειδικά απ’τα πόδια» (sic). Το γεγονός ότι τρέχω μαραθώνιο την άφησε παγερά ασυγκίνητη. Μάλλον βρίσκουν όλους τους Ευρωπαίους τουρίστες χοντρούς, αν και για να πούμε και του στραβού το δίκιο, οι περισσότεροι συμπατριώτες της Μέρκελ που τους επισκέπτονται όντως θεόχοντροι είναι. Τέλος πάντων, η γιατρός με ρώτησε τι προβλήματα έχω (τίποτε!) συνταγογράφησε à volonté μια χούφτα χειροποίητα χαπάκια, δυό ώρες ημερησίως μασάζ, βρωμερά λάδια που στάζουν στο μέτωπο και δεν επιτρέπεται να πλυθούν για τέσσερεις μέρες και αχουρβεδική σάουνα με … μπαχαρικά. Με 30 βαθμούς υπό σκιάν. Δεν ξέρω αν ήταν τα χάπια, το μασάζ, τα λάδια ή η φτωχή σε πρωτείνες δίαιτα, αλλά:

  • Ηρέμησα τελείως και κατά τη διάρκεια της κούρας ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο (οι 12 ώρες ύπνο τη μέρα και οι διακοπές μάλλον επίσης βοήθησαν) και
  • Στο τελευταίο ζύγισμα φάνηκε να πήρα 8 κιλά, κάνοντας την επιστημόνισσα να τραβάει τα μαλιά της! (φυσικά, τα κιλά έφυγαν αμέσως κόβοντας τους υδατάνθρακες και τρέχοντας μια 30αριά χιλιόμετρα στο βορειοευρωπαϊκό κρύο).

Βρείτε κάτι καλύτερο να κάνετε αν ποτέ πάτε.

Bούδας με ποίμνιο

 

Βούδες διάφοροι

Κούδες

 Βούδας: παντού. Με φωτοστέφανα με φωτορυθμικά και νέον. Σε ναούς. Σε βιτρίνες. Σε όλες τις στάσεις. Με όλες τις χειρονομίες (κάθε μία απ’τις οποίες έχει ένα ξεχωριστό νόημα, όπως: «φύγε απ’εδώ», «άστα διάλα», «καλημέρα κουμπάρε», «πίστωση σε κανέναν» «της θειάς σου» κτλ.). Με ένα τσούρμο καλόγερους τριγύρω. Σέβομαι όλες τις θρησκείες το ίδιο (ήτοι καθόλου) αλλά ο ξεπεσμός σε θρησκεία της φιλοσοφίας ενός σοφού ανθρώπου που αρνήθηκε την ύπαρξη του θεού και του διαβόλου 25 εκατοντάδες χρόνια πριν, μου μαχαιρώνει την καρδιά. Όλες οι παθολογίες του χριστιανισμού υπάρχουν στον βουδισμό – όπως επιβίωσε στη Σρι Λάνκα (κρατώ μια αμφιβολία για το ζεν βουδισμό, τον οποίο δεν έχω ακόμα παρατηρήσει από κοντά). Λειτουργίες (4 το πρωϊ, στο μοναστήρι δίπλα απ’το ξενοδοχείο μας, με τον τοπικό Άνθιμο να έχει αναρτήσει μεγάφωνα στους κοκκοφοίνικες). Εορτολόγιο. Κατήχηση. Αφιερώματα. Εκμετάλευση της αφέλειας του αμόρφωτου όχλου. Λείψανα (βλ. λ. δόντι). Αεισιχτίρι.

Γιόγκα: χέρι χέρι με την αχουρβέδα (βλ. λ.) και το διαλογισμό. Κάθε αχουρβεδικό θέρετρο που σέβεται τον εαυτό του (μόνο…) προσφέρει μαθήματα γιόγκα (συχνά νοικιάζοντας ένα ναό απ΄τους αδηφάγους μοναχούς του), όπου η θεόχοντρη μπακάλισσα απ΄το Μόναχο προσπαθεί να βρει τους αστράγαλούς της (μετά από χρόνια αποξένωσης) και να τους τιθασσεύσει στην ασάνα του λωτού. Μέσα σε δύο-τρείς βδομάδες. Εννοείται ότι μετά τη γιόγκα, ο μοναχός – δάσκαλος δε ντρέπεται να πουλήσει και … διαλογισμό στο ποίμνιο των τουριστών.  Σε μένα συνέβη σε ένα παραδείσιο νησί στο δέλτα του ποταμού Μπεντότα, όπου μοιράστηκαν σε ένα τσούρμο χοντρούς γερμανούς τουρίστες μαξιλάρια διαλογισμού (που δεν έφταναν ούτε για το ένα κωλομέρι των περισσοτέρων), και, χωρίς να τους εξηγηθεί η χρήση τους, τους αναγγέλθηκε ότι «τώρα θα κάνουμε διαλογισμό αγάπης και ευγένειας» (“love & kindness meditation”). Μια σχετικά απλή άσκηση, μισής ώρας και αν, την οποία κατέστρεψε η αδιάκοπη κίνηση των διαλογιζόμενων βοοειδών και οι συνεχείς διαμαρτυρίες τους για τα τσιμπήματα των εντόμων (βλ. λ.), την άμμο που τους έμπαινε στα κωλομέρια και τα χαλίκια που τους πλήγωναν τις φτέρνες. Αν πρέπει να διαλογιστείτε, κάντε το μόνοι σας.

Παιδιά ενός ανώτερου θεού...

Δόντι: το ένα και μοναδικό σωζόμενο δόντι (τραπεζίτης, μάλλον, ένεκα της στενής σχέσης του με το πορτοκαλοφόρο ιερατείο) του Αγίου Βούδα εβρίσκεται στην πόλη Κάντι, στο Ναό του Δοντιού (sic). Ή έτσι λέν τουλάχιστο. Διότι σκεπάζεται μόνιμα από εφτά βαρύτιμα χρυσοποίκιλτα καλύμματα, σε ένα χρυσελεφάντινο δωμάτιο του οποίου η πόρτα ανοίγει τρεις φορές τη μέρα (με εφιαλτική μουσική από τύμπανα και στριγγές ντόπιες τρομπέτες). Όσοι πιστοί προσέλθετε. Σύμφωνα με το μύθο, το πρώτο βασιλικό ζεύγος της Σρι Λάνκα το έφερε εκεί από την Ινδία (η κυράτσα το έκρυψε στην περμανάντ της) για να το γλιτώσουν από την καταστροφική μανία ενός Ινδού βασιλιά. Σημειωτέον: όταν ο βασιλιάς προσπάθησε να καταστρέψει το δόντι, αυτό «πέταξε στους αιθέρες και έλαμψε σαν άστρο». Συνεπώς, τζάμπα ο κόπος των Σριλανκέζων βασιλέων, το δόντι θα την έβγαζε καθαρή και από μόνο του.

Το θησαυροφυλάκιο του ιερού δοντιού - βοήθειά μας...

Έντομα: Ήτοι, κουνουπια, μύγες, αλογόμυγες, ελεφαντόμυγες, λιβελλούλες. Αδιακρίτως  είδους και ώρας, τσιμπάνε τα γαμημένα. Οι αχουρβεδιστές συστήνουν (τι άλλο!) ένα μίγμα σιτρονέλλας και αλλόης, το οποίο… δε δουλεύει. Τα χαϊμαλιά (βλ. λ) επίσης δε βοηθούν. Πάρτε το απόφαση, αν θέλετε να πάτε θα δώσετε αίμα.

Ζώα: Πολλά, και θαυμαστά. Διακρίνω έναν πλουμιστό τσαλαπετεινό (αφιερωμένο στους δύο του διαδικτύου), έναν ευγενέστατο ελέφαντα που έκανε την τουαλέτα του στα πέντε μέτρα από το τζιπ μας, και έναν τεράστιο πελαργό, που θα έκανε τους αλσατικούς ξαδέρφους του να κοκκινήσουν απ’τη ζήλεια τους.

Μετά τη σύσκεψη στο Μαξίμου, το συμβούλιο πήγε για μπάνιο

 

Στα πέντε μέτρα...

 

Η μητέρα όλων των πελαργών

 

 

Τσάντα με πόδια

 

Ήλιος και θάλασσα: 30 βαθμοί υπό σκιάν, με περιοδικές βροχούλες τα απογεύματα. Ευχάριστο διάλειμα απ’τον βορειοευρωπαϊκό χειμώνα. Ο ινδικός ωκεανός, ζεστός, αλλά δεν προσφέρεται για κολύμπι. Τα κύματα σπάνε σε ακανόνιστα διαστήματα (ακανόνιστα για τη μικρή μου διάνοια, φυσικά), και τα ρεύματα τραβάνε τους κολυμβητές στα βαθιά.

Υπάρχει η θάλασσα, και ποιός θα την αδειάσει;

Θρησκείες: τρεις κατά βάση. Βουδισμός, ινδουισμός, ισλαμισμός. Οι βουδιστές (πλειοψηφία, ακόμα) θεωρούν εαυτούς γηγενείς, και τους υπόλοιπους επήλυδες. Οι μωαμεθανοί (τους οποίους έφεραν οι Βρεττανοί απ’τις Ινδίες και ξέχασαν να τους πάρουν πίσω όταν ξεκουμπίστηκαν) είναι κυρίως αγρότες στο κέντρο και στο βορά της χώρας, και πολλαπλασιάζονται σαν κουνέλια. Οι ινδουιστές δεν πειράζουν κανένα. Υπάρχουν και κάποιες καθολικές ιεραποστολές, οι οποίες προσαρμόστηκαν στο τοπικό couleur local, βάζοντας τους αγίους τους σε βιτρίνες και φορώντας τους πορτοκαλόχρωμα ρούχα. Μέτρησα τουλάχιστον μια εικοσαριά Άννες και Μαρίες και, άγνωστο γιατί, πολλούς Αγίους Σεβαστιανούς.

Ίντερνετ: αραιά και που. Περιοχές ολόκληρες δεν έχουν δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, για wifi θα μιλάμε τώρα; Άψογη έλλειψη!

Κεϋλάνη: μην τους το πείτε, τους θυμίζει την αποικιοκρατία… Φρονίμως ποιούντες όμως, το κράτησαν αποκλειστικά σαν ονομασία προέλευσης για το τσάϊ (βλ. λ.).

Λίθοι 1. Πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι. Όπου πέρασε ο πόλεμος (βλ. λ.) και το τσουνάμι. Η ανοικοδόμηση αργή – η ΕΕ έχει δύο τρία προγράμματα (σε νταμπέλες), το ίδιο και οι σκανδιναβικές χώρες. 2. Πολύτιμοι: το νησί παράγει πολλά και φημισμένα πετράδια. Το «άστρο της ινδίας» του αγγλικού στέματος είναι, στην πραγματικότητα «άστρο της Κευλάνης», αλλά οι αποικιοκράτες αρκούντουσαν να αρπάζουν και δεν είχαν χρόνο να μαθαίνουν την προέλευση του πλιάτσικου. Μετά πολλών δισταγμών απέκτησα ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα με λίγα καράτια royal blue topaz. Επιτέλους, θα μπορώ και εγώ να υπογραμίζω με τις κινήσεις των χεριών μου τα ανύπαρκτα επιχειρήματά μου, όπως εκείνος ο μπουχέσας ο partner που’χα γνωρίσει στη Νέα Υόρκη, που’βγαζε ένα εξωφρενικό ποσό την ώρα – κατά πολύ εξαιτίας των μανικετόκουμπών του.

Μπαχτσίσι ήτοι Πουρμπουάρ. Παντού. Πάντα. Προαιρετικό; Εις μάτην προσπάθησα να τους επιστήσω την προσοχή στον φαύλο πληθωρηστικό κύκλο που επιφέρουν τέτοιες πρακτικές.

Νερό: πολύ. Ελάχιστο απ’ αυτό πόσιμο.

Ξεναγοί: δε χρειάζεστε παντού έναν, αλλά είναι σκέτη μασονία. Απαγορεύεται δια νόμου ακόμη και η απλή περιγραφή εικόνων σε ναούς, αξιοθέατα κτλ από μη ξεναγούς. Και όλοι θέλουν μπαχτσίσι (βλ.λ.)

Οδηγός: χρειάζεστε παντού έναν. Ακόμη και αν έχετε οδηγήσει στην Νάπολι, την Κατάνια, το Ριο (με ή χωρίς Αντιρρίο) ή την Πάτρα. Οδηγούν σαν τρελλοί. Δρόμοι με δύο λωρίδες σχεδόν παντού. Χωρίς διπλές γραμμές. Πουθενά. Προσπέρασμα (από τα δεξιά, από τ’αριστερά, από πάνω, κάτω πλαγίως) επιτρέπεται παντού. Ακόμη και αν δεν υπάρχει ορατότητα. Αρκεί να κορνάρεις πριν προσπεράσεις, Ά, και μόλις δεις αυτοκίνητο στην άλλη γραμμή, να γυρίσεις στη λωρίδα σου. Τόσο απλά. Αν δε υποφέρετε απ’ την καρδιά σας, τα πράγματα μπορεί να γίνουν και απλούστερα.

Πόλεμος: Οι θρησκευτικές διαφορές ήταν αυτές που αιματοκύλησαν το νησί για πάνω από είκοσι χρόνια, με τους μωαμεθανούς να θέλουν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος στο βορά. Σήμερα η κατάσταση έχει ηρεμήσει κατά πολύ (μετά από επιδιαιτησία της Νορβηγίας), με ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες να αποθαρρύνουν ταξίδια στα βόρεια της χώρας. Παρόλ’αυτά, ο στρατός είναι παντού.

Ρούπια: 1€ = 145 περίπου ρούπιες (θυμίζω, αν μας διαβάζουν παιδιά, ότι 1€ = 340.7500 δρχ.). 1€ είναι ένα μέτριο ως καλό φιλοδώρημα για έναν ανειδίκευτο εργάτη, του οποίου η οικογένεια μπορεί να εξασφαλίσει ένα γεύμα. Οι ξένοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα γεύμα με 1€ για δυό ετερόκλητους λόγους. Διάρροια (με το συμπάθειο) και διαφορετικά τιμολόγια γι’ αυτούς. Το βρήκα σωστό.

Σοσιαλησμός: με υπερηφάνεια αναφέρω ότι και η Σρι-Λάνκα, ως η αιωνία Ελλάς, είναι χώρα σοσιαληστική. Τόσο σοσιαληστική, που το πορτραίτο του σοσιαληστού μυστακοφόρου ηγέτου είναι αναρτημένο παντού: σε σταθμούς, ξενοδοχεία, αεροδρόμια,  εστιατόρια, χέστρες κοκ. Με τοπική ενδυμασία. Με στρατιωτικά. Με φωτοστέφανο…. Η Σρι Λάνκα έχει – και αυτή – επωφεληθεί της τεχνογνωσίας του ΔΝΤ – με καλύτερα αποτελέσματα απ΄την Ελλάδα: οι Σριλανκέζικοι μισθοί κυμαίνονται ήδη σε ανεκτά γι’αυτό επίπεδα. Ίσως πρέπει η Ελλάδα να γίνει λίγο πιο σοσιαληστική. Πάντως, η σοσιαληστική κυβέρνησις διαθέτει και δικό της Πάγκαλο (σε κιλά, όχι σε μπριο). Η Σρι Λάνκα θα έχει καλλικρατικές εκλογές σε ένα μήνα. Ο θρίαμβος των σοσιαληστών ποθούμενος και βέβαιος.

Για ακόμη καλύτερες ημέρες

[Σοβαρή παρένθεσις: η παρούσα κυβέρνηση κατάφερε να σταματήσει τον πόλεμο. Έχει επίσης κάποια προβληματάκια με την ελευθερία του τύπου – που και πού εξαφανίζεται και κανάς δημοσιογράφος. Ευτυχώς, τέτοια προβλήματα δεν τα έχει η εν Ελλάδι σοσιαλιστική κυβέρνησις, που τα παπαγαλάκια της τα έχει μη στάξει και μη βρέξει]

Τσάϊ: εκλεκτό. Πάμφθηνο. Όριο εισαγωγής στην ΕΕ: τρία κιλά ανά άτομο. BOPC

Ύπνος: ελαφρύς. Αχουρβεδικός. Δωδεκάωρος. Με μια παύση στις τέσσερεις το πρωϊ όπου οι καλόγεροι άρχιζαν τις ψαλμωδίες και εγώ περνούσα γενεές δεκατέσσερεις το Βούδα (βλ.λ.) τους, τους ίδιους, και όλους τους θηλυκούς συγγενείς τους μέχρι τρίτου βαθμού.

Φαί: κάρυ. Ρύζι. Όχι κόκκινο κρέας. Όχι καφέ. Όχι λευκή ζάχαρη. Όχι τσάι. Συνοδευόμενο από ζεστό νερό. Αποτοξινώνει…. αλλά θυμάμαι ακόμη το πρώτο χάμπουργκερ και την πρώτη μαργκαρίτα που απόλαυσα όταν επέστρεψα στη βάση μου!

Χαϊμαλιά: αναρίθμητα. Κάθε ναός και φυλαχτό. Ένα με έδωσε η αχουρβεδική γιατρός μου στο τέλος της θεραπείας, μουρμουρίζοντας «γιάμα γιάμα γιάμα γιάμα» μπροστά σε έναν δυσκοίλιο Βούδα. Με προφύλαξε από τα φίδια, τη χολέρα και τη μουχρίτσα. Όχι από το κρυολόγημα και τα κουνούπια. Δεν επαρκούσε η πίστη μου φαίνεται…

Κουνουποφαγωμένη χαϊμαλοφορούσα εύθυμη χειρ undantag

Ψυχαγωγία: η Σρι Λάνκα δεν είναι Ibiza. Οι τουρίστες κοιμούνται νωρίς. Ελάχιστα κλαμπ στο Κολόμπο. Οι ντόπιοι δε βλέπουν το αλκοόλ με ιδιαίτερα καλό μάτι.

Ω! Ξέχασα να σας πω τι επισκέφθηκα!

 

(κλικ!)

Ο

 ξανθός μεσόκοπος κύριος με το σοβαρό ριγέ κουστούμι και την φανταιζί παράταιρη γραβάτα, μετά το ντους εγκατέλειψε το Καπρίτσιο των Θεών περί τις 12.00 εκείνο το σαββατιάτικο πρωί. Ο φρουρός, μόλις που σήκωσε το βλέμμα από την ταμπλόιντ εφημερίδα που μετά μανίας διάβαζε. Σε όσους προσπαθούσαν να μπουν σαββατιάτικα, εξαντλούσε το απόθεμα της αυστηρότητάς του. Όσοι βγαίναν, δεν τον πολυενδιέφεραν. Εξαιτίας μιας μυστήριας γραφειοκρατικής αντίληψης πως, ό,τι έχει ήδη γίνει απ’ την υπηρεσία, είναι καλά καμωμένο (οπότε τι τα σκαλίζεις) ή έχει τις ντουλάπες του γεμάτες σκελετούς (οπότε τι τα σκαλίζεις).

«Ούτως η άλλως, διαβρώνεται το σύστημα απ’ τα μέσα; Όχι.» σκέφτηκε πριν διασχίσει το δρόμο που’κοβε το ανάκτορο στα δυο. Γύρισε το βλέμμα του πρώτα προς στα αριστερά, προς τη βουή της Rue Beliard. Μετά προς τα δεξιά. Αχρείαστη προφύλαξη, τέτοια ώρα και μέρα απ’ εκεί δεν περνούσε κανένας.

Το ξερό νεαρό δέντρο στη μικρή πλατεία στη μέση του δρόμου. Τι τραγική ειρωνεία, το είχε φυτέψει η Επίτροπος επί του Περιβάλλοντος (πριν προχωρήσει στα μεγαλεία της Αντιπροεδρίας της Επιτροπής), μια επέτειο ημέρας του περιβάλλοντος. Δεν το σήκωσε το Βρυξελιώτικο κλίμα. Δεν είχε αγκάθια. Να θυμηθεί να τηλεφωνήσει στο φίλο του στο Cabinet (ΣτU: προφέρεται «καμπινέ»), να αλλάξουν το δέντρο. Ή να βγάλουν την πλακέτα, τουλάχιστο. Δεν είμεθα δια τέτοια συμβολικά ρεζιλίκια μέρες που’ ναι. Αλλά ξέχασε, θα τον δει αύριο το απόγευμα στο thé dansant. Αλλά ξέχασε, δε δουλεύει πια για τη θεία Μάργκοτ.

Διέσχισε το δρομάκι στρίβοντας ελαφρώς προς τα δεξιά. Το νεαρό δέντρο μπορεί να πέθανε, τα αγριόχορτα γύρω του όμως όχι. Θυμήθηκε τη γερμανική παροιμία «Unkraut stirbt nicht». Τράβηξε την ανηφόρα. Αριστερά του, ένα χάος από κρύσταλλο και ατσάλι με μιαν αρμαθιά κουρελιασμένες σημαίες που χόρευαν στον κρύο νοεμβριάτικο αέρα. Δεξιά του (καθρεφτιζόμενο όμως και αριστερά), ένας περίκλειστος κήπος με ψηλά δέντρα. Τυχαίο; Μάλλον τυχαίο.

Τα όμορφα σπίτια της Rue Vautier. Μπήκε σε ένα από τα πρώτα. Και εκεί, ο φύλακας, παρόλο μου έμπαινε, μόλις που σήκωσε το βλέμμα του από το περιοδικό με τα sudoku που έλυνε. Ίσως γιατί το μουσείο ήταν τζάμπα. Ίσως γιατί, μετά από τόσα Σάββατα και Κυριακές, τον είχε συνηθίσει, και του ήταν αόρατος. Ίσως γιατί γενικά δεν έδινε δεκάρα; Ποιος δίνει δεκάρα άλλωστε, μέρες που είναι;

Με γρήγορο βήμα, προσπέρασε την κεντρική αίθουσα του μουσείου με τους τεράστιους πίνακες (μια περιπέτεια της μιάμισης νύχτας του’ χε πει πως οι πίνακες αυτοί για το ζωγράφο ήταν ό,τι η ολοκαίνουργια Porsche για έναν νεάζοντα πρώην γιάπη: επιμήκυνση πέους). Ένας άλλος συνήθης θαμώνας, μπροστά απ’ τον πίνακα των Ελλήνων και των Τρώων που παλεύουν για το σώμα του Πατρόκλου, του ’ριξε μια φευγαλέα ερωτηματική ματιά. Τον αγνόησε, ούτε κατά διάνοια δε μπορούσε να εμπιστευθεί έναν άνθρωπο που περνούσε το πρωινό του Σαββάτου μπροστά σε ένα σύμπλεμα ματωμένων γυμνών μυών με τόσο αφύσικες συσπάσεις.

Υπνωτισμένος, έφτασε στο δωμάτιο με τους μικρού μεγέθους πίνακες. Ήταν εκεί, πιστή στο ραντεβού.

Του μπι κοντίνιουντ

Ο φίλος Ανορθόδοξος, για να μας βγάλει απ’ την καλοκαιρινή ραστώνη, ζήτησε να κατά-γράψουμε αυθεντικές ιστορίες θαυμάτων απ’ τον πλούτο της Ορθόδοξης παράδοσης, οι οποίες μας επηρέασαν βαθιά. Συνεισέφερα το συναξάρι της οσίας Κακοσμίας – όπως ακριβώς μου το διηγήθηκε ο Γέρων Μαλαχίας σήμερα το μεσημέρι, μετά από ένα Jäger Schnitzel και δύο ποτήρια (του λίτρου) Weissbier.

Ο γέρων Μαλαχίας σε σπάνια φωτογράφιση

Επειδή όμως:

  1. το βλογ μου έχει πιάσει αράχνες και οι εποικοδομητικές ιστορίες πρέπει να διαδίδονται όσο το δυνατόν περισσότερο, και
  2. πλησιάζει η 15η Αυγούστου – εορτή της οσίας,

αναδημοσιεύω τη διήγηση του Γέροντος Μαλαχίου, προς επίρρωσιν του φρονήματος των ευσεβών αναγνωστών.

 

Αδελφοί μου,

Μετά την πτώσιν της ενδόξου Βυζαντινής ημών αυτοκρατορίας, ζούσε στο γυναικείο μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοβυζιώτισσας (Μονή Τόπλες) στην Κρήτη η Κακοσμία (κατά κόσμον Καλλιόπη), πρωτοκόρη δημογέροντα του Χάνδακα. Παρά την καλή οικογένεια και τη μεγάλη περιουσία, η ενάρετος κόρη ΕΠΕΛΕΞΕ την μοναστική ζωή, πράγμα που ανακούφισε τους γύρω της, καθώς το μοναστικό ράσο εκάλυπτε σχεδόν πλήρως την καμπούρα της, το μοναδικό φρύδι της, τις κρεατοελιές πάνω από κάθε ρουθούνι και το Καραϊσκάκειο μουστάκι της.

Οι μέρες της νύμφης εκείνης του Ιησού περνούσαν με προσευχή, κατήχηση, συντήρηση κοσμοσφαιρών «τεριρέμ», ιστόριση του καθολικού της Μονής, κατασκευή και αγιασμό κομποσχοινίων και πλαστογράφηση αυτοκρατορικών χρυσοβούλων, τα οποία (έτσι είχε προφητεύσει η Ηγουμένη Ξετσιπωσία, στην οποία είχε εμφανισθεί καθ’ύπνοις ο Άγιος Βούδας), νεώτερες γενεές καλογραιών θα χρησιμοποιούσαν για να αρπάξουν τις γύρω γαίες και να χτίσουν θεάρεστα γήπεδα γκόλφ για θεοσεβούμενους μεγιστάνες του πλούτου.

Η αγία ηγουμένη Ξετσιπωσία

Ώσπου το μοιραίο συνέβη. Οι άπιστοι μογγόλοι χθόνιοι Τούρκοι πάτησαν τη Λεβεντογένα Κρήτη το έτος Κυρίου (ή μάλλον του Οξαποδώ, αν κρίνουμε από τα τελευταία δύο ψηφία) 1669. Η Μονή Τόπλες περιήλθε στη δικαιοδοσία ενός από τους πρωτεργάτες της νίκης, του πασά Hamid ibn Mitsotak, που έπινε το αίμα των παρθένων με το καλαμάκι και των νηπίων με το μπουρί της σόμπας. Απόγονοί του κυριαρχούν ακόμη στην πολιτική ζωή του νησιού. Ο πασάς αυτός, μπουχτισμένος από το βιασμό δεκάδων παρθένων και των δύο φύλων, και ολίγον τι βιτσιόζος, ζητούσε κάτι διαφορετικό. Όταν για πρώτη φορά αντίκρυσε την οσία Κακοσμία, μια σατανική λάμψη άστραψε στα αλλήθωρα μάτια του. Τέτοια ασχήμια, πρώτη φορά έβλεπε. Τόσο άσχημη, που καταντά όμορφή, στην κατηγορία της. Από κώλο πάντως έσκιζε.

Αρχικά προσπάθησε να την αποπλανήσει με δώρα και υποσχέσεις, αλλά, σε πείσμα του, η ενάρετος μοναχή ηρνείτο πεισματικώς, αντιτείνουσα ότι είναι Νύμφη Κυρίου (Αυτόν, δυστυχώς, κανείς ποτέ δεν Τον ρώτησε). Όταν, μια μέρα, με το πρόσχημα της είσπραξης της δεκάτης (ΣΜ: έτσι τη λέγαν, αλλά ουσιαστικά ήταν 21% μετά το Μνημόνιο του Σουλτάνου) ο βδελυρός Hamid τη στρίμωξε στο ιερό και πήγε να της βάλει χέρι, η αδελφή Κακοσμία δε δίστασε στιγμή. Αφού κατεβρέχθη με το λάδι της Ακοίμητης Καντήλας μπροστά από την εικόνα της Παναγίας της Χρυσοβυζιώτισσας, (βοήθειά μας) έπεσε πάνω στο βαρύτιμο μανουάλι και πυρπολήθηκε. Ο Hamid σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, και αποπλάνησε δύο-τρεις άλλες καλόγριες, λιγότερο άσχημες αλλά πιο εύκολες.

Μήνες μετά, στην εκταφή του πτώματος – barbecue, άλαλα τα χείλη του ιερέως και των καλογραιών. Ενώ το υπόλοιπο καρβουνιασμένο σαρκίο είχε αποσυντεθεί πλήρως, ο κώλος της Κακοσμίας – ώ του θαύματος – τους κοίταζε από το φέρετρο με το μοναδικό του μάτι, ροδαλός, ζουμερός, σαν από φωτογράφηση του Χέφνερ. Μύρο αγιότητας πλημμύρισε τον αέρα. Σταυροκοπήθηκαν ευλαβώς τριάντα τρεις φορές, καταλαβαίνοντας ότι η Παναγία η Χρυσοβυζιώτισσα (βοήθειά μας), επιβραβεύοντας την επιμονή της καλογραίας να διατηρήσει τον θησαυρό της για τον Ουράνιο της Νυμφίο, καλλώπισε και διατήρησε αυτόν ούτωσώστε ο Υιός της να μη χρειαστεί να περάσει δεύτερο Γολγοθά.

Τα άφθαρτα κωλομάγουλα της οσίας Κακοσμίας υπέρκεινται ακόμη και σήμερα της Αγίας Τραπέζης της Μονής Τόπλες. Η οσία τιμάται τοπικώς το Δεκαπενταύγουστο («Ρόδον το Αμάραντον»), οπότε η κατάχρυση λειψανοθήκη λιτανεύεται στα γύρω χωριά. Από ένα διακριτικό άνοιγμα στο πίσω μέρος της λειψανοθήκης, οι ευσεβείς χωρικοί με ευλάβεια φιλούν την παρθένα οπή.

Γιατρεύει τις αιμορροΐδες, προφυλάσσει απ’ τα αφροδίσια.

Βοήθειά μας

* Βασισμένο εν μέρει σε μια ιδέα του Umberto Eco, Δεύτερο Ελάχιστο Ημερολόγιο