Είναι καλοκαίρι, κάνει ζέστη, και δεν υπήρξε χρόνος για χωριστή ανάρτηση κάθε κοντσέρτου των τελευταίων ημερών. ‘Ολα μαζί λοιπόν, κι όποιος αντέξει …

1. Bach & Leclair (flute) – 11.08.09, Mittelheim

Ποιός καταλληλότερος να με συνοδέψει σε ένα τέτοιο κοντσέρτο από έναν φλαουτίστα; Που, ευτυχώς, παρακάλια δεν ήθελε!

Basilika Mittelheim Η βασιλική του Αγίου Αιγιδίου, προστάτη των απανταχού αμνοεριφίων, είναι από τις παλαιότερες της περιοχής (12ος αι.). Σταυροειδής, από τοπική γκρίζα πέτρα, δροσερή, απέριττη.

Το κρασί (είχαν τοπικό ημίγλυκο Riesling μόνο) μάλλον απογοήτευσε (μέχρι που υποψιάστηκα ότι είχε πρόσθετη ζάχαρη, έγκλημα καθοσιώσεως που δε μπορώ να αποδείξω), παρά τη δίψα μας. Το ήπιαμε όμως δίπλα απ’τον Πατέρα Ρήνο, σ’ ένα παγκάκι πάνω στο μονοπάτι του Riesling, θαυμάζοντας ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα.

 

 

Rhein Mittelheim

Η μουσική, μάλλον απογοητευτική η ίδια. Ένας Leclair εκτελεσμένος (sic) βασανιστικά αργά, στερημένος απ’την ιταλογαλλική φινέτσα – σήμα κατατεθέν του, με το αρπιχόρδιο να κυριαρχεί στην αίθουσα και να πνίγει το φλάουτο.  Ο JS Bach γρηγορότερος, αλλά, για να χρησιμοποιήσω την τεχνική ορολογία του συνοδού μου, «sporco«! Καλή η εκτέλεση της σόλο παρτίτας για φλάουτο.  O κλαβεσινίστας γενικά απογοήτευσε (ίσως η χειρότερη γαλλική ουβερτούρα που έχω ακούσει – τουλάχιστον δύο λάθη που έπιασα εγώ, ο απαίδευτος).

 

2. La primadonna assoluta – 14.08.09 Kloster Eberbach

– Μα καλά βρε Elo, ούτε που τον ξέρω τον άνθρωπο αφού!

– Σκασμός! Καίτοι γερμανός, είναι καλός μου φίλος, κλαρινετίστας, μουσικολόγος, πολύ καλλιεργημένος, άθεος, και βρίζει σαν καραγωγεύς. Θα συνεννοηθείτε μια χαρά δηλαδή.  Εγώ δεν μπορώ να πάω το Σάββατο, χορεύω, αλλιώς θα σου άρπαζα τα εισιτήρια μέσ’απ΄τα χέρια. Θα πάς και θα ακούσεις και ένα τραγούδι.

– …

Ένα υπέροχο βράδυ, με εκλεπτυσμένη – σε γενικές γραμμές, μεταξύ ενός μαουνιέρη και ενός νταλικέρη –  κουβέντα – απ’ την οποία έμαθα τόσα πολλά για την μπαρόκ όπερα που μέχρι τότε αγνοούσα. Η Kermes (= la primadonna assoluta, η απόλυτη ντίβα) ερμήνεψε με ακρίβεια μερικές απ’ τις δυσκολότερες και πιο  φημισμένες coloratura άριες του Haendel (μη ξεχνάμε, είναι έτος Haendel το 2009!), περιέφερε τη χάρη της κάτω απ’ τις γκρεμισμένες αψίδες του Kloster Eberbach, συζήτησε χαριέστατα με την τοπική μπουρζουαζία και υπέγραψε τα CD της (ναι, έχω πια την υπογραφή της στο Amor Profano!).

Basilika KE

Ό,τι περιμέναμε δηλαδή. Ακαδημαϊκά ορθή (ώρες ώρες ακόμη και εγώ ο μη ειδικός σκεφτόμουνα «άσε κάτω το μετρονόμο καλή μου«), σύμφωνα με τα υψηλά στάνταρντ της γερμανικής σχολής. Μέχρι και ο αυτοσχεδιασμός ήταν προσχεδιασμένος.  Έλειπε το συναίσθημα μιας Bartoli, αν και ίσως είναι άδικη η σύγκριση, καθώς δεν έχουν την ίδια φωνή.

Η χαριτωμενιά των encores, μας έφτιαξε καινούριο στομάχι απ’τα γέλια… Coloratura soprano, με συνοδεία μπαρόκ εγχόρδων, να τραγουδάει … Gerschwin! Τι άλλο θα κάνουν για να προσελκύσουν εύκολο κοινό, θα’θελα νά’ ξερα, θα τη βγάλουν στο κλαρί;

To δεύτερο encore (Rinaldo, lascia ch’io pianga) αναμενόμενο και αρμόζον.

Επίσης, μη το ξεχάσω, κάποιος να πει στους γερμανούς ότι το «Bravo!» δεν είναι επιφώνημα, είναι επίθετο, και άρα πρέπει να συμφωνεί με το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό κατά γένος και αριθμό:

Brava la Kermes – Bravo il maestro – Bravi i musicisti

Τι ξέχασα. Α, το Riesling. Άλλα θα πρέπει να έχετε ήδη καταλάβει ότι η μουσική είναι μόνο το πρόσχημα…

3. Vesperae Laureatanae, 15.08.09, Kloster Eberbach

 Όπως ίσως έχετε ψυχανεμιστεί, ο undantag είναι ανατεθραμμένος με υψηλά ΕΛληνοχριστιανικά ιδεώδη. Δεν ήτο λοιπόν δυνατό την ημέρα της κοιμήσεως της θεοτόκου (προτιμώ «L’assomption de la vièrge» στα γαλλικά – κάνει ένα σκαμπρόζικο λογοπαίγνιο μεταξύ κοίμησης της Παρθένου και υπόθεσης ότι είναι Παρθένα) να μην παρακολουθήσει εσπερινό! Επειδή όμως η ορθόδοξη ρινοφωνία του τσαταλιάζει το νευρικό σύστημα, επέλεξε πρώιμο μπαρόκ. Στο γνωστό πια πρώην μοναστήρι, από το καλό Ensemble Instrumenta Musica Dresden – δυστυχώς, χωρίς διάλειμμα για οινοποσία.

Το πρόγραμμα, ένα αμάλγαμα – για να μη χρησιμοποιήσω μια άλλη λέξη που μου’ρχεται στο μυαλό – από έργα Ιταλών του πρώιμου μπαρόκ, με κατάληξη στον Εσπερινό της Παρθένου του Λορέτο του (δικαίως άγνωστου) Cifra.

Η Παρθένος αυτή είναι μια από της πιο φημισμένες της καθολικής δύσεως, και ανταγωνίζεται άξια σε θαύματα και  κιτσαρία την Παναγία της Τήνου, την Παναγία τη Σουμελά, την Παναγία τη Δεξιά και την Παναγία την Κουνίστρα (μεγάλη η χάρη τους). Η μικρή πόλη του Λορέτο έχει – περιττό να ειπωθεί – χεστεί στο τάλαρο. To θαύμα που εκμεταλλεύονται είναι το υποτιθέμενο σπίτι της Ναζαρέτ (!!!!) στο οποίο υποτίθεται ότι μεγάλωσε ο Χριστός και η Παναγία (Χριστός και Παναγία!) και το οποίο υποτίθεται άγγελοι μετέφεραν μονοκόμματο στο Λορέτο (Μεταφοραί-Μετακομίσεις τα τρία Χερουβείμ) μετά την κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Άραβες…   Η ανθρώπινη βλακεία δεν έχει όρια.

Mais je divague. Η χορωδία καλή – η ορχήστρα  επίσης, με αυθεντικά όργανα και διεύθυνση από το λαγούτο. Δεν τρελαθήκαμε κιόλας. Ευτυχώς, ο φίλος που αγγάρεψα – παλιός αλλ’ ανανίψας κοσμικογράφος – με διηγήθηκε διάφορες πιπεράτες ιστορίες για τους παρευρισκόμενους στις πρώτες σειρές – που δεν είναι για να τ’αναφέρω. Έτσι η ώρα πέρασε ευχάριστα.

 

4. Bach und Seine Schüller, 16.08.09, Flörsheim

StGallus Λέγε λέγε, κατάφερα μια αγαπημένη  φίλη να πάμε μαζί. Και, φυσικά, για ένα κοντσέρτο 2 ωρών καταστρώσαμε ημερήσιο πρόγραμμα. Με φαί (μαγειρεύει υπέροχα). Με ποδηλατάδα 27 χμ μέχρι το γραφικό χωριουδάκι του Flörsheim, στην μπαρόκ εκκλησία του οποίου φτάσαμε καταιδρωμένοι, 6 λεπτά πριν το κλείσιμο των θυρών… Αυτό  δε μας εμπόδισε να καταπιούμε ένα Sekt για να αντέξουμε τη βαριά κουλτούρα – στο διάλειμα, κατεβάσαμε άλλα δύο έκαστος… νομίζω ότι τα χειρουβίμ στο ταβάνι λικνίζονταν ελαφρά στους ήχους της μουσικής στο δεύτερο μέρος.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, το διαφημισθέν «κοντσέρτο» δεν είχε ορχήστρα – απλά δύο αρπιχόρδια (παραπλανητική διαφήμιση; να μάθω να διαβάζω το πρόγραμμα καλύτερα άλλη φορά) που έπαιζαν ντουέτα και μια μεταγραφή κοντσέρτου για ορχήστρα. Έξυπνα δομημένο, παρουσίασε έργο του JS Bach,

και – αμέσως μετά – έργα των δύο μεγαλύτερων γιών του (WF, CPE) και ενός άγνωστου αλλά (νομίζω) εξαιρετικά ταλαντούχου γερμανού συνθέτη, του  Johann Gottfried Müthel που μαθήτευσε στον κάντορα τον τελευταίο χρόνο πριν το θάνατό του. Mπαρόκ που φλερτάρει με το ροκοκό και (μπρρρ) ακούει τον κλασσικισμό που επελαύνει.

YΓ: Άλλα τρία κοντσέρτα έμειναν… υπομονή!

Advertisements

"Επιτρέπεται να το κάνει κανείς αυτό;" "Darf man das?"

Ήταν η αντίδραση θεούσου προτεστάντη, όταν, ένα μεγαλοπαρασκευιάτικο απόγευμα της 7ης Απριλίου του 1724 ακούστηκαν στο ναό του Αγίου Νικολάου οι πρώτες νότες των "Κατά Ιωάννη Παθών" του JS.

Η απάντηση σήμερα είναι: "Φυσικά! Αν κανείς είναι διάνοια". Είναι αλήθεια όμως ότι τα οπερετικά στοιχεία του έργου πρέπει να ξένισαν τους συντηρητικούς προτεσταντικούς κύκλους της Λειψίας, που συνέδεαν την όπερα με την Ιταλία, την Ιταλία με τον καθολικισμό και τον καθολικισμό με την αίρεση και την αμαρτία.

Αλλ΄ας τα πάρουμε απ’την αρχή! Νεοφερμένος (1723) στη Λειψία ο συνθέτης, ήθελε ένα εντυπωσιακό μουσικό έργο για να καθιερωθεί. Ο προκάτοχός του J. Kuhnau είχε καθιερώσει ένα "μουσικό Πάθος" κατ’ έτος. Ο Μπαχ τήρησε την παράδοση.

Πηγή του: αποσπάσματα απ’ το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, ύμνοι του Barthold Heinrich Brockes, σκόρπια chorales και άλλες, άγνωστες πια πηγές.

"Να πάω άραγε; Και η κενή θέση δίπλα μου;"  Ήταν η διηνεκής ερώτηση άθεου φιλότεχνου μέχρι το πρωϊ της Πέμπτης 30 Ιουλίου 2009, πριν οι νότες του ιδίου έργου αντηχήσουν στους γεναιόδωρους θόλους της Βασιλικής του Κloster Eberbach, στα πλαίσια του Rheingau Musik Festival. Με τη φημισμένη Windsbacher Knabenchor, τον πολύ Karl-Friedrich Beringer ως μαέστρο και την Münchener Kammerorchester.

Η απάντηση ήταν: "Άρπα ένα φίλο και πήγαινε". Τα οπερετικά στοιχεία του έργου είναι ό,τι σου χρειάζεται.

KE3

Το πρώην κιστερσιανό μοναστήρι, πνιγμένο στα κλήματα.

KE

Μυρωδιά κομμένου χόρτου μετά τη βροχή. Rielsing trocken – απ’ τα κλήματα του μοναστηριού – στο περιστύλιο. H χαρά του κουρασμένου ταξιδιώτη. Το ανάμεικτο συναίσθημα της επιστροφής.

KE2

Το ευαγγέλιο του Ιωάννη, του (κατά τον ίδιο) "αγαπημένου μαθητή του Αποτέτοιου", είναι από τα καλύτερα γραμμένα – σε ό,τι αφορά τα ελληνικά (μη ξεχνάμε ότι οι δύο απ’τους τρεις άλλους, ο Ματθαίος και ο Μάρκος, δε μιλούσαν και ιδιαίτερα καλά την Κοινή – ας μη μιλήσουμε για τη γλώσσα του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη…).  Τα αποσπάσματά του χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως rezitativi, με τις άριες να προέρχονται από επαγγελματίες λιμπρετίστες – και να εκφράζουν τα συναισθήματα του πιστού μπροστά στα τεκταινόμενα, και τα Chorales να εκφράζουν τη δογματικά ορθή άποψη της εκκλησίας… κάτι σαν αρχαία ελληνική τραγωδία δηλαδή – με προδιαγεγραμμένη την κάθαρση όμως, άρα σικέ.

Λατρεύαμε το έργο αυτό – περισσότερο απ΄τα mainstream (αλλά και ατελείωτα) κατά Ματθαίον Πάθη, με τα οποία κάθε Bachverein μεγάλης πόλης που σέβεται τον εαυτό της σε βομβαρδίζει κάθε Πάσχα. Λατρεύαμε:

– την οπερατική μεγαλοπρέπεια του εισαγωγικού χορωδιακού "Herr, unser Herrscher", μέτρο το μέτρο δύναμης:

– την θλίψη της άριας για άλτο "Von den Stricken meiner Sünden" (που με απογοήτευσε στη συγκεκριμμένη εκτέλεση γιατί τραγουδήθηκε από γυναίκα άλτο, όχι όπως εδώ):

– τη λεπτή ειρωνεία του Ιησού – την εξαίσια υπογραμμιζόμενη απ’ την ορχήστρα – όταν απαντά στον Πιλάτο: "Mein Reich ist nicht von dieser Welt; wäre mein Reich von dieser Welt, meine Diener würden darob kämpfen, daß ich den Juden nicht überantwortet würde; aber nun ist mein Reich nicht von dannen" (στο 5:58 του κατωτέρω βίντεο)

– την αιμοδιψία και την υποκρισία του πλήθους των Ισραηλιτών στα: "Kreuzige, kreuzige"; "Wir haben ein Gesetz, und nach dem Gesetz soll er sterben; denn er hat sich selbst zu Gottes Sohn gemacht" (1:50, 2:59 στο παρακάτω)

– τον οπορτουνισμό και την υποκρισία του εβραϊκού ιερατείου στα "Lässest du diesen los, so bist du des Kaisers Freund nicht" ή "Wir haben keinen König denn den Kaiser"  (0:07 και 03:08)

– την τελική – και τελειωτική – έκρηξη συναισθήματος στην άρια για soprano "Zerfliesse mein Herze":

Υπάρχουν πολλές καλές εκτελέσεις του έργου. Προτιμώ (puriste) του Harnoncourt, προτιμούσε του Koopman.

Είναι τόσο όμορφο να θεωρεί κανείς το έργο αυτό opera concertante. Όσο και αν αυτό έχει την ανεπιθύμητη παρενέργεια πως, για δυό ωρίτσες, πιστεύεις ότι ένας τύπος κατέβηκε στον Άδη και ξανανέβηκε, όπως ο Ορφέας του Gluck ή του Monteverdi, υποφέροντας εξαιτίας μηχανοραφιών διεφθαρμένων εξουσιαστών και συγγενών, όπως ο Radamisto ή ο Rinaldo του Haendel.

Είναι τόσο όμορφο να προσπαθεί κανείς να πείσει ότι έτσι είναι – χάριν συζητήσεως και μόνο, μια όμορφη νύχτα της άνοιξης ή του καλοκαιριού, γυρίζοντας σπίτι μέσα απ’ τ’αμπέλια. Έπεα πτερόεντα – και μουσική, εξίσου πτερόεσσα. Αυτή, έμεινε. Στο καλό.